Ελλάδα|22.09.2026 15:25

Στοιχεία σοκ για τις γεννήσεις στην Ελλάδα: 42% λιγότερες μέσα σε 15 χρόνια - Η ηπειρωτική χώρα ερημώνει

Newsroom

Η Ελλάδα γερνά και μικραίνει με τα στοιχεία της τελευταίας 15ετίας που δημοσιοποίησε ο καθηγητής Δημογραφίας και Διευθυντής ερευνών του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών, Βύρων Κοτζαμάνης, να είναι αποκαλυπτικά.

Η ακτινογραφία των δεδομένων δείχνει πως από τις 117.700 γεννήσεις τη διετία 2008-09, η χώρα κατρακύλησε στις μόλις 66.700 το 2024-25. Η υποχώρηση αυτή αποδίδεται σε ένα σύνολο παραγόντων, όπως η μείωση της γονιμότητας, η αύξηση της αναπαραγωγικής ηλικίας και το κύμα μετανάστευσης.

Η δραματική υποχώρηση των γεννήσεων την τελευταία 15ετία αποκαλύπτει ένα έντονο δημογραφικό χάσμα ανάμεσα στις περιφέρειες της χώρας: σε αρκετούς νομούς της ηπειρωτικής Ελλάδας οι γεννήσεις έχουν μειωθεί πάνω από 50%, ενώ σε ορισμένες νησιωτικές περιοχές η πτώση είναι αισθητά μικρότερη.  Σε έξι νησιωτικούς νομούς η μείωση περιορίστηκε κάτω από το 30%, ενώ στις Κυκλάδες και τη Ζάκυνθο συγκρατήθηκε σε ποσοστό μικρότερο του 15%.

Την ίδια ώρα, σε 17 νομούς καταγράφονται πλέον από 175 έως 276 θάνατοι για κάθε 100 γεννήσεις, ενώ σε εννέα από αυτούς οι θάνατοι είναι τουλάχιστον διπλάσιοι από τις γεννήσεις

Τα στοιχεία της περιόδου 2009-2024 αποτυπώνουν με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο τις διαφορετικές ταχύτητες με τις οποίες εξελίσσεται η δημογραφική κρίση στην Ελλάδα.

Η μελέτη

Η πρόσφατη κατάρρευση των γεννήσεων (2009-2024) σε περιφερειακό επίπεδο

Σημαντικές αλλαγές επήλθαν στην γεννητικότητα μετά το 1950 στη χώρα μας καθώς οι γεννήσεις από 148 χιλ. κατά μέσο όρο το 1979-80 περιορίσθηκαν στις 67 χιλ. το 2024-25 ενώ η μέση ηλικία στην απόκτηση των παιδιών αυξήθηκε κατά έξι σχεδόν έτη (από 26,2 στα 32,2 έτη αντίστοιχα).

Η μείωση αυτή που ξεκίνησε τα τέλη της δεκαετίας του ’70 και συνεχίζεται – αν εξαιρέσουμε την περίοδο 2003-09 που είχαμε μια μικρή αύξηση εξαιτίας κυρίως της μαζικής, μετά το 1990, εισόδου αλλοδαπών – οφείλεται στην πτώση της διαγενεακής γονιμότητας των γυναικών καθώς αυτές που γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ‘50 απέκτησαν 2,0 παιδιά ενώ όσες γεννήθηκαν γύρω από το 1985 λιγότερα από 1,5. Η μείωση αυτή αποτυπώθηκε φυσικά και στους ετήσιους δείκτες γονιμότητας που από 2200 παιδιά/1000 γυναίκες το 1979-80 έχουν περιορισθεί στα 1240 το 2024-25.

Την ίδια δε περίοδο, εξαιτίας και της αύξησης των θανάτων τα φυσικά ισοζυγία συρρικνώνονται, και μετά το 2010 γίνονται αρνητικά. Έτσι αν το 1971-80 είχαμε 638 χιλ. περισσότερες γεννήσεις από θανάτους, την επόμενη δεκαετία το πλεόνασμα περιορίσθηκε στις 276 χιλ. και την μεθεπόμενη στις 22 χιλ. ενώ την δεκαετία 2011-20 είχαμε 267 χιλ. περισσοτέρους θανάτους από γεννήσεις και την τελευταία πενταετία (2021-25) 290 χιλιάδες.

Οι γεννήσεις στη χώρα μας, όπως αναφέραμε ήδη, από 117,7 χιλιάδες την διετία 2008-09 περιορίζονται σε 66,7 χιλιάδες το 2024-25 και στην κατάρρευσή τους αυτή συνέβαλε και η πρόσφατη μείωση του πλήθους των γυναικών 25-44 ετών (-480 σχεδόν χιλιάδες και -28%) που οφείλεται κυρίως στο ότι φθάνουν πλέον σε αναπαραγωγική ηλικία όλο και λιγότεροι νέοι και νέες εξαιτίας της μετά το 1980 προαναφερθείσας πτώσης των γεννήσεων, και, δευτερευόντως, εξαιτίας του αρνητικού μετά το 2010 μεταναστευτικού ισοζυγίου στις ηλικίες αυτές (βλ. και ΙΔΕΜ, Flash News 9, 2026, Η κατάρρευση των γεννήσεων μετά 2008-2009 στην Ελλάδα).

Εξετάζοντας ειδικότερα τις μεταβολές των γεννήσεων σε χαμηλότερα επίπεδα από αυτό του εθνικού, για την περίοδο 2009-2024 για την οποία διαθέτουμε δεδομένα ανά Νομό, θα διαπιστώσουμε σημαντικές διαφοροποιήσεις. Ειδικότερα, ενώ οι γεννήσεις ανάμεσα στα δυο αυτά έτη στην χώρα μας μειωθήκαν κατά 42% (από 117,44 σε 68,31 χιλ.), σε έξι Νομούς της ηπειρωτικής Ελλάδας (Θεσπρωτία, Γρεβενά, Φθιώτιδα, Κοζάνη, Ευρυτανία και Φλώρινα) η μείωση υπερέβη το 50% και σε άλλους δέκα κυμάνθηκε από 45-50%, ενώ στον αντίποδα σε έξι νησιώτικους Νομούς ήταν μικρότερη του 30%, και σε δυο από αυτούς,-Κυκλάδες και Ζάκυνθο-, μικρότερη ακόμη και του 15% (Χάρτης).

Αν επιπλέον λάβουμε υπόψη και τις μεταβολές της θνησιμότητας και δημιουργήσουμε για την περίοδο 2009-2024 τον λόγο «θάνατοι ανά 100 γεννήσεις», θα διαπιστώσουμε ότι αυτός κυμαίνεται στους Νομούς από 79 έως 276 (133 σε εθνικό επίπεδο). Τα Δωδεκάνησα, η Ξάνθη και τρεις από τους τέσσερις Νομούς της Κρήτης (Χανιά, Ρέθυμνο και Ηράκλειο) είχαν την περίοδο αυτή λιγότερους θανάτους από γεννήσεις (λόγος <100) 101-125="" 17="" 175="" 276="" 100="" 2="" p="">

Δεν είναι ταυτόχρονα τυχαίο ότι οι Νομοί που την περίοδο 2009-24 είχαν αναλογίες θανάτων/γεννήσεις πολύ υψηλότερες του μέσου εθνικού όρου συγκαταλέγονται ανάμεσα σε εκείνους που είχαν ανάμεσα στο 2009 και το 2025, με βάση τις εκτιμήσεις της ΕΛΣΤΑΤ, τις εντονότερες μειώσεις (>-10%) του πληθυσμού τους, ενώ αντιθέτως σε όσους η αναλογία θάνατοι ανά 100 γεννήσεις ήταν πολύ μικρότερη του μέσου όρου της χώρας συγκαταλέγονται στην ομάδα εκείνη που κατέγραψε είτε μια περιορισμένη μείωση είτε ακόμη και μια μικρή αύξηση του πληθυσμού της.

Τέλος, το 2024, τελευταία χρονιά για την οποία διαθέτουμε στοιχεία αντιστοιχούν σε εθνικό επίπεδο 184 θάνατοι/γέννηση έναντι μόλις 92 το 2009. Ο ίδιος όμως λόγος σε επίπεδο Περιφερειακών Ενοτήτων (Π.Ε), κυμαίνεται από 49 έως 376 θάνατοι ανά 100 γεννήσεις. Πέντε μόνον από τις 74 Π.Ε. (Θήρας, Μυκόνου, Κω, Νάξου, Ρεθύμνου) είχαν λιγότερους θανάτους από γεννήσεις (λόγος <100) 17="" 250="" 376="" 100="" 3="" 5="" p="">

Τίθεται φυσικά το ερώτημα. Που οφείλονται οι σημαντικές αυτές διαφοροποιήσεις; Για να απαντήσουμε πρέπει να υπενθυμίσουμε – απλοποιώντας στο έπακρο – ότι:

1) Οι γεννήσεις κάθε χρονιά σε κάθε ενότητα (Νομό, Π.Ε, Δήμο) εξαρτώνται βασικά από το πλήθος των γυναικών 25- 45 ετών (γυναικών που ανήκουν προφανώς σε διαφορετικές γενεές καθώς οι νεότερες από αυτές έχουν γεννηθεί πριν από 25 χρόνια και οι μεγαλύτερες πριν από 45 χρόνια) και από την τελική τους γονιμότητα, τον αριθμό δηλ. των παιδιών που θα αποκτήσουν όσες τεκνοποιούν την ίδια χρονιά ανάμεσα 25 και τα 45 τους, και, 2) ο αριθμός των θανάτων κάθε χρονιά εξαρτάται βασικά από το πλήθος των ηλικιωμένων ατόμων σε κάθε ενότητα και από τις πιθανότητες ανά ηλικία που τα άτομα αυτά έχουν να αποβιώσουν μετά τα 65 τους την ίδια χρονιά. Έτσι πχ. αν δυο ενότητες έχουν κάποια χρονιά τον ίδιο αριθμό κατοίκων (100.000) αλλά στην μεν πρώτη οι γυναίκες ηλικίας 25-45 ετών είναι 30.000 ενώ στην δεύτερη 15.000, με τις γυναίκες να κατανέμονται ανά ηλικία, στις δυο αυτές ενότητες, με τον ίδιο τρόπο έχοντας, ταυτόχρονα τα ίδια ανά ηλικία ποσοστά γονιμότητας, θα καταγράψουμε στην πρώτη τον διπλάσιο αριθμό γεννήσεων από την δεύτερη. ‘Η, ακόμη αν στις δυο αυτές ενότητες οι 65 ετών και άνω είναι 15.000 και 30.00 αντίστοιχα, ενώ η κατανομή τους και οι πιθανότητες θανάτου ανά ηλικία είναι η ίδια, θα έχουμε στην δεύτερη τον διπλάσιο αριθμό θανάτων.

Τα ανωτέρω μας επιτρέπουν να ερμηνεύσουμε σε μεγάλο βαθμό, την διαφοροποιημένη ανά Νομό μεταβολή τόσο των γεννήσεων όσο και των Φυσικών Ισοζυγίων ανάμεσα στο 2009 και το 2024. Ειδικότερα:

Ι) Οι Νομοί με τις μεγαλύτερες ποσοστιαίες μειώσεις των γεννήσεων είχαν αφενός μεν στην γενεά του 1960 χαμηλή γονιμότητα (μικρότερο αριθμό παιδιών/γυναίκα) και ταχύτερη και εντονότερη συρρίκνωσή της στις επόμενες γενεές, αφετέρου δε ταχύτερη μείωση του πλήθους των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας.

ιι) Οι Νομοί πού είχαν λιγότερους θανάτους από γεννήσεις χαρακτηρίζονται τόσο από ηπιότερη μείωση των γεννήσεων και ηπιότερους ρυθμούς αύξησης των ηλικιωμένων τους όσο και από πολύ νεανικούς πληθυσμούς καθώς συγκρατήσαν ένα μεγάλο τμήμα των νέων τους ενώ προσέλκυσαν και άλλους, τόσο από το εσωτερικό όσο και από το εξωτερικό.

Οι διαφοροποιημένοι επομένως ανά Νομό ρυθμοί μείωσης της γονιμότητας των γενεών και αύξησης της δημογραφικής γήρανσης σε συνδυασμό με την διαφοροποιημένη εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση είναι οι βασικές αίτιες των προαναφερθεισών μεταβολών.

θάνατοιΕλλάδαειδήσεις τώραδημογραφικό πρόβλημαγεννήσεις