Δίκη για Τέμπη: «Η ηρωίδα που αντικαθιστά την Πολιτεία» - Συγκλονιστικές καταθέσεις
NewsroomΣε κλίμα έντονης συγκίνησης συνεχίστηκε στη Λάρισα η δίκη για την τραγωδία των Τεμπών.
Η 36η συνεδρίαση σημαδεύτηκε από τις καταθέσεις μητέρων και πατέρων των θυμάτων του τραγικού σιδηροδρομικού δυστυχήμτος, την αναπαραγωγή ηχητικών ντοκουμέντων, καθώς και από επεισόδια έντασης ανάμεσα στους συνηγόρους των οικογενειών.
Όπως μεταδίδει το onlarissa.gr, ενώπιον του δικαστηρίου βρέθηκαν η Δέσποινα Γκανίδου, η Αικατερίνη Μαλιόγλου και η Ελένη Βασάρα, οι οποίες ανακάλεσαν τις δραματικές στιγμές της 28ης Φεβρουαρίου, την αγωνιώδη αναζήτηση στα νοσοκομεία και τη μετέπειτα διαχείριση της τραγωδίας. Μία από τις πιο συναισθηματικά φορτισμένες στιγμές καταγράφηκε αμέσως μετά την ολοκλήρωση της κατάθεσης της κας Γκανίδου.
Στο άκουσμα των χειροκροτημάτων που ήχησαν στην αίθουσα, η πρόεδρος του δικαστηρίου αντέδρασε λέγοντας: «Χειροκροτάμε τι, μια μάνα που βγάζει την ψυχή της;» Για να λάβει την άμεση απάντηση από την πλευρά των συγγενών: «Η ηρωίδα που αντικαθιστά την Πολιτεία».
«Με βασανίζει, με στοιχειώνει τι έζησε το παιδί μου»
Η μητέρα του Γιώργου Παπάζογλου μίλησε για τον γιο της, περιγράφοντάς τον ως έναν πράο και ευγενικό νέο με αγάπη για τη μουσική, ο οποίος βρισκόταν ένα βήμα πριν τη λήψη του πτυχίου του και σχεδίαζε να ακολουθήσει ακαδημαϊκή και ερευνητική πορεία.
Η ίδια ανακάλεσε το τελευταίο γραπτό μήνυμα που έλαβε μόλις το τρένο αναχώρησε από την Αθήνα. «Μου έστειλε “ξεκινήσαμε” και εγώ του ευχήθηκα “καλό ταξίδι”. Ποιο ταξίδι…» Ανέφερε πως ο Γιώργος μετακινήθηκε από τη θέση του προς το κυλικείο για να αγοράσει νερό. «Αυτό το νερό το πλήρωσε με τη ζωή του», είπε χαρακτηριστικά, συμπληρώνοντας ότι η αιτία θανάτου που αναγράφεται είναι η απανθράκωση.
Στη συνέχεια αναφέρθηκε στις ώρες που ακολούθησαν, τις ατελέσφορες κλήσεις και τη μετάβαση στη Λάρισα. Περίπου στις 2 το πρωί, περνώντας από το σημείο της σύγκρουσης, είδαν τη φωτιά να παραμένει ενεργή.
Η κα Γκανίδου λύγισε περιγράφοντας τη στιγμή που, 15 μήνες μετά, αντίκρισε στις σελίδες της δικογραφίας τις φωτογραφίες από τη σορό του γιου της. «Ξεπερνούσε κάθε φρίκη αυτό που είδα», ανέφερε, εξηγώντας ότι ο Γιώργος ήταν ολοσχερώς απανθρακωμένος. Παράλληλα, άσκησε δριμεία κριτική για τους χειρισμούς στον τόπο του δυστυχήματος.
«Το μπάζωμα ήταν εγκληματικό. Πού προβλέπεται από τον σχεδιασμό να σηκώσουν τα χώματα ενώ δεν έχει γίνει ακόμη έρευνα; Πού προβλέπεται ο χώρος να ξεμπαζωθεί και να στρωθεί με πίσσα; Οι άνθρωποι αυτοί πέταξαν τους ανθρώπους μας στα σκουπίδια και πάνε μόνο για πλημμέλημα», κατέθεσε.
Η μητέρα του Γιώργου Παπάζογλου διατύπωσε ερωτήματα σχετικά με τις ιατροδικαστικές εξετάσεις και το κατά πόσο διερευνήθηκε σε βάθος η αιτία εκδήλωσης της πυρόσφαιρας και της πυρκαγιάς, ενώ ζήτησε να προχωρήσει η ταυτοποίηση των οστών που έχουν εντοπιστεί. Με τρεμάμενη φωνή, εξέφρασε το βασανιστικό ερώτημα που τη στοιχειώνει: «Πόσο βασανίστηκε το παιδί μου δεν το γνωρίζουμε. Με βασανίζει, με στοιχειώνει τι έζησε το παιδί μου τις τελευταίες στιγμές».
Επιπλέον, κατηγόρησε τους κατηγορούμενους για την απουσία τους από τη δικαστική αίθουσα, χαρακτηρίζοντάς την ως προσβολή και αξιώνοντας την φυσική τους παρουσία. Όσον αφορά το επίπεδο ασφαλείας του σιδηροδρόμου πριν το δυστύχημα, υποστήριξε ότι τα προβλήματα ήταν πασίγνωστα, τα συστήματα ασφαλείας εκτός λειτουργίας και ότι η κοινωνία είχε παραπλανηθεί από διαβεβαιώσεις. Αναφερόμενη στον τότε υπουργό Μεταφορών Κώστα Καραμανλή σημείωσε: «Μας έλεγε πως είναι ασφαλής ο σιδηρόδρομος. Τον πιστέψαμε και χάσαμε το παιδί μας».
Ολοκληρώνοντας, ζήτησε από τη δικαιοσύνη την πλήρη διαλεύκανση των αιτίων της φωτιάς. «Έχω εμπιστοσύνη στην ελληνική Δικαιοσύνη. Είστε η μόνη μας ελπίδα για να ησυχάσει η ψυχούλα του Γιωργάκη μου και να ηρεμήσουμε κι εμείς». Ακολούθησε το χειροκρότημα του ακροατηρίου, η παρέμβαση της προέδρου και ο διάλογος που καταγράφηκε.
«Δικαίωση θα ήταν να γυρίσει πίσω»
Η Αικατερίνη Μαλιόγλου μίλησε για τον γιο της, Νικήτα Καραθεοδώρου, περιγράφοντας πώς η ζωή της οικογένειάς τους διαλύθηκε μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα. «Ο γιος μου ήταν η χαρά του σπιτιού μας. Είχε πολλά σχέδια για το μέλλον», ανέφερε.
Η οικογένεια, θεωρώντας το τρένο ως το ασφαλέστερο μέσο, παρότρυνε τον Νικήτα να το επιλέγει για τις μετακινήσεις του. Το μοιραίο βράδυ της 28ης Φεβρουαρίου διατηρούσαν επικοινωνία μέσω γραπτών μηνυμάτων λόγω της καθυστέρησης του δρομολογίου. «Υπομονή μωρό, έλα με το καλό», ήταν μία από τις τελευταίες κουβέντες που του έστειλε. Μετά τη είδηση της σύγκρουσης, άρχισε ο εφιάλτης της αναζήτησης. «Έπαιρνα τηλέφωνο στον Νικήτα και το τηλέφωνο ήταν νεκρό. Δεν ξέραμε τι να πιστέψουμε».
Ο Νικήτας δεν εντοπίστηκε σε κανένα νοσοκομείο ούτε στις λίστες των τραυματιών, με την οικογένεια να ειδοποιείται αργότερα για την πλήρη απανθράκωσή του. «Παραλάβαμε το φέρετρο με προτροπή να μην το ανοίξουμε», κατέθεσε. Η κα Μαλιόγλου αμφισβήτησε τη λειτουργία των συστημάτων ασφαλείας, την επάρκεια του σταθμάρχη και τους όρους διεξαγωγής της κυκλοφορίας των τρένων.
«Δύο τρένα ήταν στην ίδια γραμμή για 12 λεπτά. Άφησαν τη μοίρα εκατοντάδων ανθρώπων στη θεά τύχη», δήλωσε. Εξέφρασε επίσης ενστάσεις για τις ιατροδικαστικές διαδικασίες και τη διαχείριση του χώρου, αναρωτώμενη γιατί δεν διενεργήθηκαν τοξικολογικές εξετάσεις και αν η απομάκρυνση των χωμάτων εξαφάνισε κρίσιμα στοιχεία.
Η κατάθεσή της έκλεισε με μια δραματική έκκληση προς την έδρα: «Απαιτούμε από το δικαστήριό σας την πλήρη και αμερόληπτη κρίση. Κανένας να μην μείνει στο απυρόβλητο. Το οφείλουμε στον Νικήτα μας και στα υπόλοιπα θύματα. Πρέπει να βγει όλη η αλήθεια στο φως. Πρέπει να πιστέψουμε στη Δικαιοσύνη». Και κατέληξε: «Δικαίωση θα ήταν να γυρίσει πίσω. Απαιτούμε τη δικαίωση. Δεν θέλουμε να υπάρξουν άλλα Τέμπη».
Ελένη Βασάρα: «Η Αγάπη δολοφονήθηκε στο προδιαγεγραμμένο έγκλημα των Τεμπών»
Με τη φράση «Η Αγάπη δολοφονήθηκε στο προδιαγεγραμμένο έγκλημα των Τεμπών» συμπύκνωσε την κατάθεσή της η Ελένη Βασάρα. Περιέγραψε την αγωνία των αλλεπάλληλων κλήσεων προς την κόρη της που έμεναν αναπάντητες και τη στιγμή που η Άμεση Δράση την ενημέρωσε για το δυστύχημα στη Λάρισα. «Αυτό με διέλυσε», ανέφερε.
Αρχικά, η οικογένεια διατηρούσε την ελπίδα ότι η Αγάπη βρισκόταν τραυματισμένη σε κάποιο νοσοκομείο, όμως η απουσία του ονόματός της από τις λίστες των επιζώντων αποκάλυψε τη σκληρή πραγματικότητα. Η κα Βασάρα έκανε λόγο για «σκηνές αλλοφροσύνης» στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Λάρισας, καταγγέλλοντας ότι οι συγγενείς εισέπρατταν μόνο ασαφείς απαντήσεις.
Όπως σημείωσε, η οικογένεια ζητούσε επιτακτικά να γίνουν εξετάσεις για να διαπιστωθεί αν η κόρη τους πέθανε ακαριαία ή αν ξεψύχησε λεπτά μετά τη σύγκρουση. «Μας είπαν πως όλα αυτά θα τα έκαναν», είπε.
Η ίδια κατήγγειλε σοβαρά κενά στην ιατροδικαστική διαδικασία, υπογραμμίζοντας ότι οι ιατροδικαστές όφειλαν να βρίσκονται στο πεδίο κατά την περισυλλογή των σορών. «Δεν θα μάθω ποτέ πώς και πού βρέθηκε το παιδί μου», δήλωσε, κάνοντας λόγο για ελλείψεις και αντιφάσεις στην ιατροδικαστική έκθεση της κόρης της. Παράλληλα, εξαπέλυσε επίθεση για την αλλοίωση του χώρου: «Το κράτος και οι αρμόδιοι εκείνες τις κρίσιμες ώρες συνεργάστηκαν άψογα για την αλλοίωση του χώρου και την απόκρυψη αποδεικτικών στοιχείων».
Ηχητικά ντοκουμέντα κατά την κατάθεση Τσακλίδη
Κομβικό σημείο της διαδικασίας αποτέλεσε η κατάθεση του Γιώργου Τσακλίδη, πατέρα της Αγάπης, κατά τη διάρκεια της οποίας αναπαράχθηκαν στην αίθουσα ηχητικά ντοκουμέντα με συνομιλίες μεταξύ σταθμαρχών και μηχανοδηγών που περιλαμβάνονται στη δικογραφία.
Σύμφωνα με τον κ. Τσακλίδη, το υλικό αυτό αποδεικνύει το μέγεθος της επικινδυνότητας στο σιδηροδρομικό δίκτυο, αναδεικνύοντας τα σοβαρά προβλήματα επικοινωνίας, τη μη λειτουργία των συστημάτων ασφαλείας και τις συνθήκες υπό τις οποίες διεξάγονταν τα δρομολόγια. «Μετά ανακαλύψαμε πως τα φανάρια δεν λειτουργούσαν για χρόνια. Τηλεδιοίκηση δεν υπήρχε. Εδώ είχαμε να κάνουμε με μια πολύ επικίνδυνη κατάσταση», τόνισε, ενώ έθεσε εκ νέου ερωτήματα για την απουσία τοξικολογικών εξετάσεων, την εκδήλωση της πυρόσφαιρας και την απομάκρυνση των χωμάτων από τον τόπο του δυστυχήματος, υποστηρίζοντας πως χάθηκαν κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία.
Ένταση μεταξύ συνηγόρων για τα έλαια σιλικόνης και το βίντεο της Λεπτοκαρυάς
Η συνεδρίαση σημαδεύτηκε και από στιγμές έντασης ανάμεσα σε δικηγόρους των οικογενειών. Οι τόνοι ανέβηκαν όταν ο Λυσίμαχος Παπάζογλου δέχθηκε ερωτήσεις από τον Λεωνίδα Κουμπούρα, συνήγορο της οικογένειας Πλακιά, σχετικά με τη χρήση των ελαίων σιλικόνης και το βιντεοληπτικό υλικό της εμπορικής αμαξοστοιχίας από τη Λεπτοκαρυά.
Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε την έντονη αντίδραση του Αντώνη Ψαρόπουλου, δικηγόρου οικογενειών και πατέρα θύματος, ο οποίος παρενέβη λέγοντας: «Από εδώ και πέρα οι οικογένειες θα αντιδικούν μεταξύ τους, αφού κάποιοι έτσι θέλουν».
Η αντιπαράθεση αυτή φέρεται να ανέβασε την ένταση στην αίθουσα, σε μια συνεδρίαση φορτισμένη από τις καταθέσεις των γονέων. Στο εδώλιο του κατηγορουμένου κατά την 36η συνεδρίαση βρίσκονταν οι Παύλος Κουζής, Σπυρίδων Πατέρας και Δημήτρης Νικολάου.
- Ρούμπιο για Ελλάδα: Είναι ένας πολύ σημαντικός σύμμαχός μας - Έχουμε ισχυρούς οικονομικούς δεσμούς
- Τι αποκαλύπτουν οι εκθέσεις του ΤΕΕ για την Κυψέλη: «Βέβαιη και σημαντική απομείωση» της αντοχής των κτιρίων
- Ιδιοκτήτης άρχισε να κατεδαφίζει ιστορική παμπ στο Λονδίνο ενώ ένοικος... κοιμόταν μέσα
- Η «κοιλάδα των τρομοκρατών» στη Γεωργία που γοητεύει ταξιδιώτες παρά τις... προειδοποιήσεις