Σήμερα το τελευταίο «αντίο» στη Μαρινέλλα: Οι άγνωστες πλευρές της γυναίκας που σημάδεψε το ελληνικό τραγούδι
Άγγελος ΓεραιουδάκηςΗ Μαρινέλλα υπήρξε μία από τις πιο ξεχωριστές παρουσίες του ελληνικού τραγουδιού. Έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία 88 ετών, αφήνοντας πίσω της μια πορεία που διήρκεσε περισσότερα από εξήντα χρόνια. Μέσα από τα τραγούδια της, κατάφερε να αγγίξει βαθιά τον κόσμο, αποτυπώνοντας με ειλικρίνεια όσα δεν λέγονται εύκολα. Η φωνή και η σκηνική της παρουσία την καθιέρωσαν ως μια ερμηνεύτρια που άφησε το δικό της, ξεχωριστό αποτύπωμα.
Σήμερα, η γη ετοιμάζεται να αγκαλιάσει μια φωνή που μεγάλωσε γενιές, που έντυσε στιγμές, που έδωσε μορφή σε συναισθήματα που δύσκολα χωρούν σε λέξεις. Η σορός της σπουδαίας ερμηνεύτριας θα τεθεί σε λαϊκό προσκύνημα στο παρεκκλήσι του Ιερού Ναού Αγίου Ελευθερίου από τις 08:00 το πρωί έως τις 13:00. Η εξόδιος ακολουθία θα τελεστεί στη Μητρόπολη Αθηνών στις 14:00, ενώ η τελετή της ταφής θα γίνει στενό οικογενειακό κύκλο. Η Χάρις Αλεξίου και ο Γιώργος Νταλάρας θα είναι τα δύο μοναδικά πρόσωπα που θα εκφωνήσουν επικήδειους λόγους. Αντί στεφάνων, ζητούνται δωρεές στον Σύλλογο «Φλόγα», που υποστηρίζει παιδιά με νεοπλασματική ασθένεια, τιμώντας έτσι τη μνήμη της.
Σήμερα, η σκέψη πηγαίνει πίσω. Σε όλα όσα έζησε, σε όσα δημιούργησε, σε όσα χάρισε χωρίς δεύτερη σκέψη. Σε μια γυναίκα που δεν ακολούθησε δρόμους έτοιμους, που δεν μπήκε σε καλούπια, που στάθηκε όρθια και καθόρισε μόνη την πορεία της. Σε μια ζωή γεμάτη στιγμές που πολλοί αγνοούν, λεπτομέρειες που δείχνουν ποια πραγματικά υπήρξε.
Η μικρή «Κική» και ο πρώτος μεγάλος θαυμαστής της
Η Μαρινέλλα γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 19 Μαΐου του 1938. Κυριακή στο όνομα, «Κική» για την οικογένεια. Μεγάλωσε σ' ένα σπίτι με ρίζες ποντιακές, με γονείς που είχαν ζήσει στην Κωνσταντινούπολη πριν βρεθούν στην Ελλάδα. Το σπίτι τους απλό, με δυσκολίες, με καθημερινές αγωνίες, με μια φράση που επανερχόταν συχνά: «Τι θα φάμε;». Αυτή η φράση έγινε συνήθεια ζωής, ένας τρόπος να κρατιέται η οικογένεια ενωμένη.
Η πιο έντονη εικόνα από τα παιδικά της χρόνια είχε να κάνει με την επιστροφή του πατέρα της από τον πόλεμο. Ήταν άνοιξη του 1941. Ένα μικρό παιδί μέσα στο πλήθος των ανθρώπων που περίμεναν. Κοίταζε έναν - έναν τους στρατιώτες στα μάτια. Σε μια στιγμή στάθηκε μπροστά σε έναν άνδρα. Τον κοίταξε και τον φώναξε «μπαμπά». Εκείνος την πήρε αγκαλιά. Κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει πώς τον αναγνώρισε. Ούτε φωτογραφία του δεν είχε δει.
Ο πατέρας της στάθηκε καθοριστικός. Δεν της έβαλε όρια στα όνειρα. Έβλεπε πως είχε μέσα της κάτι καλλιτεχνικό και την άφησε να το ακολουθήσει. Από μικρή την ανέβαζε στο τραπέζι για να τραγουδήσει. Εκεί, μέσα στο σπίτι, γεννήθηκε η πρώτη της επαφή με το τραγούδι.
Πολλά χρόνια αργότερα, ένα ακόμη πρόσωπο που θα τη θαύμαζε βαθιά θα ήταν η Σωτηρία Μπέλλου. Κρατούσε κασέτες με τα τραγούδια της και τα άκουγε ξανά και ξανά. Επίσης, είχε βάλει και μια φωτογραφία της Μαρινέλλας στο εικονοστάσι της, ως κάτι ιερό. Είχαν γνωριστεί όταν τραγουδούσαν στον «Κουλουριώτη», στις Τζιτζιφιές, μαζί με τον Στέλιο Καζαντζίδη.
Ο ζηλιάρης Στέλιος Καζαντζίδης
H Μαρινέλλα και ο Στέλιος Καζαντζίδης έζησαν έναν θυελλώδη έρωτα. Δύο προσωπικότητες δυνατές, δύο φωνές που άφησαν εποχή. Η σχέση τους είχε ένταση, πάθος, αλήθεια. Κοινή τους αγάπη για το ψάρεμα τους έφερε ακόμα πιο κοντά. Ο γάμος τους έγινε τον Μάιο του 1964, στο Χαλάνδρι. Δυστυχώς, η μητέρα του δεν εμφανίστηκε στη γαμήλια τελετή, όπως και κανείς άλλος από το σόι του γαμπρού. Παρ’ όλα αυτά, η σχέση τους έγραψε ιστορία στο ελληνικό τραγούδι. Η Μαρινέλλα μιλούσε για εκείνον ως άνθρωπο ζηλιάρη, μα τίμιο. Μαζί ερμήνευσαν τραγούδια σπουδαίων δημιουργών και ταξίδεψαν σε Ελλάδα και εξωτερικό, γνωρίζοντας μεγάλη αποδοχή.
Η ίδια ποτέ δεν εγκλωβίστηκε σε αυτή τη σχέση. Διατήρησε την προσωπικότητά της, την ανεξαρτησία της, την ανάγκη της να εξελίσσεται. Η γέννηση της κόρης της, Τζωρτίνας, τον Ιούλιο του 1973, στο Αρεταίειο, στάθηκε από τις πιο σημαντικές στιγμές της ζωής της. Όταν της έδωσαν το παιδί στην αγκαλιά, αποκοιμήθηκε. Μια εικόνα που έμεινε χαραγμένη μέσα της. Πατέρας της κόρης της ήταν ο Φρέντυ Σερπιέρη. Εκείνος ήθελε να προχωρήσουν σε γάμο. Εκείνη επέλεξε έναν διαφορετικό δρόμο. Ζήτησε να παραμείνουν φίλοι και έτσι έγινε.
Η επιλογή αυτή προκάλεσε διάφορα σχόλια για εκείνη την εποχή. Παρ’ όλα αυτά, η ίδια δεν επηρεάστηκε. Την ενδιέφερε να ζει με βάση αυτό που ένιωθε εκείνη σωστό. Η κόρη της πήρε το όνομά της από τον πατέρα της Μαρινέλλας και από έναν άνθρωπο που εκτιμούσε ιδιαίτερα, τον Χρήστο Κατσίμπα. Αυτό δείχνει πόσο σημαντικοί ήταν για εκείνη οι άνθρωποι που αγαπούσε.
Η πρώτη τραγουδίστρια που σηκώθηκε από την καρέκλα
Σιγά σιγά, εκείνα τα χρόνια, το λαϊκό τραγούδι άρχισε να αλλάζει μορφή. Το μπουζούκι βρήκε τη θέση του, στην Πλάκα και την ίδια στιγμή ένας πιο σύγχρονος αέρας μπήκε στα νυχτερινά κέντρα. Η Μαρινέλλα στάθηκε από τους βασικούς ανθρώπους που έφεραν αυτή την αλλαγή. Στη σκηνή άρχισε να παρουσιάζει κάτι εντελώς νέο για τα δεδομένα της εποχής. «Εβαλα φορέματα, έβαλα παντελόνια, αδιανόητα πράγματα. Επειδή εγώ ξεκίνησα από το θέατρο, το θεώρησα φυσικό να σηκωθώ. Δεν μπορούσα να κάθομαι στην καρέκλα. Και κάθισα δέκα χρόνια. Σπουδαίο σχολείο αυτό». Η παρουσία της απέκτησε ζωντάνια, ένταση, ρυθμό.
Το 1974 ήρθε μια ακόμη σημαντική στιγμή, όταν η Ελλάδα συμμετείχε για πρώτη φορά στη Eurovision, με εκπρόσωπο τη Μαρινέλλα. Το τραγούδι «Κρασί, θάλασσα και τ’ αγόρι μου» μετέφερε ελληνικά στοιχεία, εικόνες γνώριμες και αγαπημένες. Λίγο πριν ανέβει στη σκηνή, μιλούσε με συγκίνηση για αυτή την αποστολή. Το τραγούδι παρουσιάστηκε πέμπτο στη σειρά, ανάμεσα σε δεκαεπτά συμμετοχές, και κατέλαβε την ενδέκατη θέση. Το βίντεο είχε γυριστεί στον Πειραιά και ταξίδεψε μέσα από τις κρατικές τηλεοράσεις, μεταφέροντας εικόνες από τη χώρα μας σε όλη την Ευρώπη.
Στην πορεία της ζωής της, η φωνή της πέρασε μέσα από πολλές δοκιμασίες. Υποβλήθηκε σε επεμβάσεις στις φωνητικές χορδές, ιδιαίτερα απαιτητικές, κυρίως την πρώτη περίοδο, όταν τα ιατρικά μέσα βρίσκονταν σε πιο πρώιμο στάδιο. Η διαδικασία εκείνη άφησε έντονα σημάδια στη μνήμη της, καθώς η ταλαιπωρία ήταν μεγάλη. Μετά την πρώτη της επέμβαση χρειάστηκε να μείνει χωρίς φωνή για αρκετό διάστημα. Οι αρχικές ημέρες ξεπέρασαν κατά πολύ τον προγραμματισμένο χρόνο και έφτασαν περίπου τις σαράντα. Για να επικοινωνεί, κρατούσε ένα μπλοκάκι και έγραφε όσα ήθελε να πει.
Η επιβάρυνση της φωνής συνδεόταν και με τον τρόπο ζωής της εκείνα τα χρόνια. Το κάπνισμα είχε έντονη παρουσία στην καθημερινότητά της, από το 1966 μέχρι το 1988, καταναλώνοντας μέχρι και πέντε πακέτα την ημέρα. Όταν πήρε την απόφαση να το αφήσει, η στάση της άλλαξε πλήρως και η επαφή με τον καπνό έγινε δύσκολη ακόμη και σε μικρή απόσταση. Παρά τις δυσκολίες αυτές, η φωνή της παρέμεινε το βασικό της εργαλείο και το στοιχείο που τη συνέδεσε με τον κόσμο, σε μια πορεία που άφησε έντονο αποτύπωμα στο ελληνικό τραγούδι.
Ο Άρης και η συνάντηση με τον Πελέ
Η αγάπη που είχε για τον Άρη υπήρξε βαθιά και σταθερή μέσα στα χρόνια. Η Θεσσαλονίκη παρέμενε πάντα σημείο αναφοράς για εκείνη, ένας τόπος που την τραβούσε πίσω, με έναν ιδιαίτερο δεσμό που συνδύαζε την πόλη με την ομάδα της καρδιάς της. Από τη στιγμή που έφυγε το 1956 για να χαράξει τη δική της πορεία, κάθε επιστροφή είχε έναν ξεχωριστό λόγο, και ο Άρης βρισκόταν συχνά στο επίκεντρο.
Δεν δίσταζε να προσαρμόζει ακόμη και επαγγελματικές υποχρεώσεις για να βρίσκεται κοντά στην ομάδα. Χαρακτηριστική είναι η περίοδος που εμφανιζόταν στο Ρεξ της Πανεπιστημίου, το 1988, έναν χώρο που τότε περνούσε σε μια νέα εποχή, φιλοξενώντας σημαντικά ονόματα. Εκείνη ζήτησε να μην δουλεύουν κάθε Πέμπτη, ώστε να ταξιδεύει στη Θεσσαλονίκη και να παρακολουθεί τους αγώνες, σαν μια αφοσιωμένη «μπασκετομάνα». Η επιλογή αυτή προκάλεσε εντύπωση στον χώρο της διασκέδασης, καθώς τέτοιες αποφάσεις θεωρούνταν ασυνήθιστες. Παρ’ όλα αυτά, η επιτυχία των εμφανίσεών της διατηρήθηκε, με τα Σαββατοκύριακα να καλύπτουν κάθε απουσία.
Η πρώτη της επαφή με τον Πελέ έγινε το καλοκαίρι του 1961, όταν παρακολούθησε από κοντά έναν ιστορικό αγώνα στην Αθήνα. Από τις κερκίδες της Λεωφόρου Αλεξάνδρας είδε τον μεγάλο Βραζιλιάνο να αγωνίζεται με τη Σάντος, σε μια περίοδο που η ομάδα αυτή θεωρούνταν κορυφαία στον κόσμο. Ο αγώνας έμεινε αξέχαστος, ιδιαίτερα λόγω της νίκης του Ολυμπιακού με 2-1, που προκάλεσε ενθουσιασμό στους Έλληνες. Χρόνια αργότερα, οι δρόμοι τους συναντήθηκαν ξανά, αυτή τη φορά στη Βραζιλία, στο πλαίσιο του Διεθνούς Φεστιβάλ Τραγουδιού στο Ρίο ντε Τζανέιρο. Εκεί είχε την ευκαιρία να τον γνωρίσει από κοντά. Την υποδέχτηκε στο πολυτελές καμαρίνι του - αποδυτήρια, εντυπωσιάζοντας με την ευγένεια και τη λάμψη του. Η συνάντηση αυτή έμεινε χαραγμένη στη μνήμη της.
Ιδιαίτερη θέση στη ζωή της είχαν και οι άνθρωποι που αναζητούσαν αποδοχή και στήριξη. Ανάμεσα σε αυτούς, ξεχώριζε η σχέση της με τη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα, η οποία είχε έναν χαρακτήρα σχεδόν οικογενειακό. Από τις εμφανίσεις της στο Zoom στην Πλάκα ξεκίνησε μια σχέση που βασιζόταν στη φροντίδα και την κατανόηση. Σε μια εποχή που πολλοί ζούσαν με φόβο και επιφυλακτικότητα, εκείνη στάθηκε δίπλα τους με διακριτικότητα.
Όταν έβλεπε νέους ανθρώπους να έρχονται στο μαγαζί, συχνά έδινε οδηγίες να τους προσφέρονται όσα χρειάζονταν χωρίς χρέωση, φροντίζοντας να παραμένει άγνωστη η προέλευση αυτής της κίνησης. Με αυτόν τον τρόπο διατηρούσε την αξιοπρέπειά τους. Με τον καιρό, η πράξη αυτή έγινε γνωστή και πολλοί θέλησαν να την ευχαριστήσουν προσωπικά. Σε μια άλλη στιγμή, προσέφερε οικονομική βοήθεια σε άτομα που ήθελαν να ταξιδέψουν στο εξωτερικό για να συμμετάσχουν σε διεκδικήσεις δικαιωμάτων.
Το τατουάζ που δεν ξέχασε ποτέ
Από τις πιο ιδιαίτερες στιγμές θαυμασμού που θυμόταν ήταν ένα περιστατικό στο Παλλάς, κατά τη διάρκεια της παράστασης «Μαρινέλλα - Το μιούζικαλ». Ένας θαυμαστής από την Κρήτη εμφανίστηκε στο καμαρίνι της και, θέλοντας να δείξει πόσο σημαντική ήταν για εκείνον, της αποκάλυψε ένα τατουάζ με το πρόσωπό της στον ώμο του. Η λεπτομέρεια και η πιστότητα της εικόνας την εντυπωσίασαν, ενώ το περιστατικό έμεινε ως μια από τις πιο χαρακτηριστικές εκδηλώσεις αγάπης που είχε δεχτεί.
Η ίδια διατηρούσε μια στάση ζωής γεμάτη ενέργεια και ψυχική ισορροπία. Η ηλικία για εκείνη δεν είχαν ιδιαίτερη σημασία. Εστίαζε στη φροντίδα του εαυτού της και στη διατήρηση ενός ζωντανού μυαλού. Έδινε σημασία στο να περιβάλλεται από ανθρώπους με θετική διάθεση και απέφευγε καταστάσεις που βάραιναν την καθημερινότητα. Ξυπνούσε νωρίς, απολάμβανε το φως της ημέρας και φρόντιζε τον χώρο της.
Ζούσε μαζί με την οικογένειά της, σε ένα σπίτι που είχε αποκτήσει από τη Ρένα Βλαχοπούλου και το είχε διαμορφώσει σύμφωνα με το προσωπικό της γούστο. Οι στιγμές με τα εγγόνια της, Δημήτρη και Μελίνα, είχαν ξεχωριστή θέση στην καθημερινότητά της. Τα καλοκαίρια περνούσε χρόνο στη Χαλκιδική, σε ένα εξοχικό δίπλα στη θάλασσα. Εκεί η ζωή κυλούσε με ηρεμία. Φαγητό, γέλια, μπάνιο, μικρές καθημερινές συνήθειες που έδιναν χαρά.
Για εκείνη, τα τραγούδια της είχαν όλα την ίδια αξία. Τα ερμήνευε με χαρά και αφοσίωση. Σήμερα, η παρουσία της περνά σε μια άλλη διάσταση, ενώ τα τραγούδια της συνεχίζουν να συνοδεύουν τις ζωές των ανθρώπων. Μέσα από αυτά, η φωνή της παραμένει ζωντανή, γνώριμη και διαχρονική. «Αυτό που μου έχει μάθει η ζωή είναι ότι η αγάπη παραμένει το ωραιότερο συναίσθημα. Να είστε γενναιόδωροι στη ζωή σας, να μη διστάζετε να πείτε έναν καλό λόγο. Ακούω αρκετούς να λένε ότι η ζωή είναι μικρή. Μπούρδες. Αγάπες μου, η ζωή είναι μεγάλη, από σας και μόνο εξαρτάται αν με τη στάση που θα επιλέξετε θα τη μικρύνετε ή θα τη στενέψετε. Μην ξεχνάτε, λοιπόν, ν’ αγαπάτε».