Ελεύθερον αδύνατον είναι τον πάθεσι δουλεύοντα και υπό παθών κρατούμενον
Κυριάκος Μελλίδης«Είναι αδύνατο να θεωρείται ελεύθερος αυτός που είναι δούλος στα πάθη του και κυριαρχείται από αυτά»*. Ιούνιος 2010, Μύρινα, Λήμνος, στο δωμάτιο ενός παιδικού φίλου, δυνατή βροχή έξω. Είναι γνωστό πως όταν ζεις μια πολύ έντονη στιγμή, μια πολύ ευχάριστη ή δυσάρεστη εμπειρία, δεν μπορείς να ξεχάσεις πού βρισκόσουν, τι ακριβώς έκανες, τι έβλεπες, ακόμη και τι φορούσες ζώντας τη. Σήμερα έχω ακριβώς τα διπλάσια χρόνια από τότε που η καθημερινότητά μου είχε σχολείο, φροντιστήριο αγγλικών, ελάχιστο διάβασμα η αλήθεια είναι, πολύ μπάσκετ και σε όλα αυτά ενδιάμεσα πάρα πολύ Metallica.
Μεταλάς δεν ήμουν ποτέ, ήξερα απλά τα πάντα για τους Metallica, από το πρώτο μέχρι το τελευταίο (έως τότε) τραγούδι, κάθε δίσκο, είχα σπαταλήσει όλο μου το χαρτζιλίκι σε μπλούζες, DVD με συναυλίες τους, δίσκους, αφίσες, ρούχα που φορούσαν ο Hetfield και ο Hammett προσπαθώντας να τους μοιάσω. Το κινητό της εποχής είχε αποθηκευτικό χώρο επιπέδου 5 ΜΒ, κι αυτός ο… υπέρογκος αριθμός χωρούσε τρία τραγούδια που έπαιζαν λούπα στα χιλιομπλεγμένα ενσύρματα ακουστικά μου όλη μέρα. Δε θα μιλήσω για το walkman με τα αντιγραμμένα CD που κουβαλούσα μαζί μου, γιατί ο Lars θα με αφορίσει.
Όλη μου η εφηβεία σχεδόν πέρασε με το κόλλημά μου σ’ αυτή την μπάντα. Στο δωμάτιο είχα γεμίσει έναν ολόκληρο τοίχο με αφίσες από 50 μέταλ συγκροτήματα - η μάνα μου είχε φρίξει όταν τις πρωτοείδε - πάνω από το κρεβάτι μου. Από αυτά το πολύ να είχα ακούσει ένα τραγούδι των μισών, ενώ η αφίσα των Metallica είχε μπει στρατηγικά σε σημείο που την κοίταζα κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ παίζοντας μόνος κάποιο βουητό στα αυτιά μου σε ρυθμό Enter Sandman ή Master of Puppets. Με βάση όλα τα παραπάνω, μπορεί και εσείς να σκεφτείτε πως αυτό το παιδί που περιγράφω δεν μπορεί να λείπει από μια συναυλία που γίνεται στην Ελλάδα το 2010 και ενώ πολλοί φίλοι και συμμαθητές του έχουν εξασφαλίσει εισιτήριο γι’ αυτή. Τα επόμενα λυκειακά χρόνια πέρασαν με διάφορες ερωτικές απογοητεύσεις, γιατί έτσι είναι η εφηβεία και η παράξενη ομορφιά της, αλλά δεν υπήρξε κανένα απωθημένο που να συγκρίνεται με το ότι έχασα αυτό το live εκείνον τον Ιούνιο.
Τα 16 ενδιάμεσα χρόνια μέχρι το σήμερα η πώρωσή μου γι’ αυτό το συγκρότημα έπαψε σε μεγάλο βαθμό, τα ακούσματά μου σήμερα είναι διαφορετικά μεν, με συγγενική σχέση στον ήχο δε. Αυτό όμως που δεν έσβησε ποτέ είναι η «φλόγα». Αυτό που με έκαιγε, να τους ακούσω και να τους δω από κοντά. Η Μάγδα μίλησε προχθές για τη δική της «ρετσινιά», όπως τη χαρακτήρισε. Η ίδια μπορεί να επιβεβαιώσει πως μετά την πρώτη καλησπέρα που είπαμε σ’ αυτό το γραφείο, μέσα σε πέντε λεπτά είχαμε συμφωνήσει «καταλαβαίνεις ότι πρέπει να πάμε σε κάποια πόλη του εξωτερικού για να τους δούμε, δε βλέπω να έρχονται ποτέ εδώ». Με τη Μάγδα δε γνωριζόμασταν από πριν (σ.σ.) Έξι μήνες μετά κλείναμε εισιτήρια για τη φετινή 9η του Μάη στο ΟΑΚΑ. Ο άνθρωπος που μου σύστησε τον ήχο των Metallica το 2007, ο κολλητός μου ο Σάββας, έκανε πράξη αυτό που ονειρευόμασταν τόσο καιρό και μου έδωσε έναν παραπάνω λόγο να τον ευγνωμονώ και πέρα από τα 30 χρόνια φιλίας που ήδη «μιλούν» από μόνα τους.
Ήμασταν μαζί εκεί, δίπλα-δίπλα, με κομμένη την ανάσα από τις 20:30 μέχρι τις 20:50 που ακούστηκε το The Ecstasy of Gold, μέχρι να πιαστούμε αγκαλιά στο Creeping Death, μέχρι να τον δω δακρυσμένο στο Unforgiven λίγη ώρα μετά και αφού πέρασα πάνω από το μισό live με σταυρωμένα τα χέρια πίσω από το κεφάλι μου, σε μια βραδιά που αυτό που ζεις σε ξεπερνάει, που το στόμα χάσκει κάπως, πριν σχηματιστεί ένα πλατύ χαμόγελο που δε φεύγει για ώρα.
Στη ζωή προφανέστατα υπάρχουν πάρα πολλά πιο σημαντικά πράγματα από κάποια συναυλία κάποιου συγκροτήματος σε κάποιο μέρος της γης. Την ιστορία του σύντομου περάσματός μας όμως από αυτήν θαρρώ πως τη συνθέτουν κάτι τέτοιες εμπειρίες, που κάνουν το μυαλό να παύει να κυριαρχείται από ένα πάθος, ένα απωθημένο του παρελθόντος που μοιάζει να έχει γραφτεί μέσα μας με ανεξίτηλο μαρκαδόρο και με τον ίδιο νιώθεις πως μια μέρα πρέπει να τραβηχτεί μια γραμμή από πάνω. Τώρα ναι, ελεύθερος μπορώ να πάω στο επόμενο live τους, αυτό που βάλαμε στόχο με τον Σάββα στο Λονδίνο, όποτε έρθει.
Εκεί ίσως να με νοιάζει να ακούσω καλύτερο ήχο, περισσότερα τραγούδια, να δω ένα πιο φαντασμαγορικό σόου, γιατί πια δεν είμαι δούλος εκείνου του πάθους. Σε αυτό που ζήσαμε πριν σχεδόν τρία 24ωρα για μένα τίποτα από τα παραπάνω δεν είχε την παραμικρή σημασία. Όλα στα μάτια μου και στα αυτιά μου ήταν τέλεια, γιατί 16 χρονών σήμερα δεν μπορώ να νιώσω σε καμιά στιγμή της καθημερινότητάς μου σε αυτή την πόλη. Μόνο εκείνες τις δύο ώρες που κράτησε όλο αυτό, συν τα 20 ατελείωτα λεπτά προσμονής, συν η υπερένταση τα ξημερώματα που δεν μπορούσα να κλείσω μάτι και ας λείπει πια εκείνη η ξεχωριστή αφίσα πάνω από το κρεβάτι και ας ακούνε αυτοί οι τέσσερις τοίχοι ρεμπέτικες πενιές κάθε μέρα και όχι riffs ηλεκτρικής κιθάρας.
Το βράδυ της 9ης Μάη του 2026 δεν ήταν μουσική, ήταν άσβεστος παιδικός έρωτας.
*Η νεοελληνική μετάφραση του γνωστού γνωμικού του Πυθαγόρα - η αυθεντική του εκδοχή αποτελεί τον τίτλο αυτού του άρθρου
- Ανείπωτη τραγωδία στην Ηλιούπολη: Νεκρή η μία 17χρονη, σε κρίσιμη κατάσταση η δεύτερη - Συγκλονίζουν μάρτυρες
- Κλείνει το ιστορικό πολυκατάστημα Notos στη Σταδίου - Στον «αέρα» 300 εργαζόμενοι
- Αθώοι οι τρεις κατηγορούμενοι για την τραμπούκικη επίθεση στον πρύτανη της ΑΣΟΕΕ - Το σκεπτικό του δικαστηρίου
- «Eurojourney: Πάμε Βιέννη;» - Οι 35 χώρες του 70ού επετειακού διαγωνισμού (ep.15)