Τζώρτζια Κεφαλά στο ethnos.gr: Ζούμε σε εποχή που δεν μπορεί να κρατάμε ίσες αποστάσεις
Άγγελος ΓεραιουδάκηςΗ Τζώρτζια Κεφαλά έχει μάθει εδώ και χρόνια να κινείται ανάμεσα σε διαφορετικούς κόσμους. Για το ευρύ κοινό παραμένει πρώτα απ’ όλα η χαρακτηριστική φωνή των Μπλε, με μια πορεία που μετρά σχεδόν τρεις δεκαετίες στη μουσική. Τα τελευταία χρόνια, όμως, στη σκηνή προστέθηκαν και τα έδρανα της Βουλής. Ως βουλευτής της Πλεύσης Ελευθερίας, η ίδια επιμένει ότι η πολιτική παρουσία της δεν σημαίνει πως εγκατέλειψε την ιδιότητα της καλλιτέχνιδας ούτε ότι αισθάνεται πως πρέπει να διαλέξει ανάμεσα στα δύο.
Αυτή η συνύπαρξη μουσικής και πολιτικής βρίσκεται και στο κέντρο της κουβέντας μας. Το Σάββατο 3 Οκτωβρίου, η Τζώρτζια θα βρεθεί μαζί με τους Μπλε στο Φεστιβάλ Ελευθερίας, στο Θέατρο Ρεματιάς στο Χαλάνδρι, με δωρέαν είσοδο, σε μια βραδιά που στρέφεται γύρω από τέσσερις λέξεις: νερό, ειρήνη, δικαιοσύνη και Παλαιστίνη. Για εκείνη, η παρουσία εκεί δεν είναι απλώς ακόμη μία συναυλία. Συνδέεται με την πεποίθησή της ότι υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες ο καλλιτέχνης χρειάζεται να παίρνει θέση, ιδιαίτερα όταν βλέπει ανθρώπους να υποφέρουν.
Την ίδια περίοδο, η Τζώρτζια επιστρέφει και σε κάτι πολύ πιο προσωπικό. Το πρώτο σόλο άλμπουμ της έχει τον λιτό τίτλο «8» και αποτελεί ίσως την πιο προσωπική μουσική κατάθεση που έχει παρουσιάσει μέχρι σήμερα. Ο αριθμός δεν επιλέχθηκε τυχαία, καθώς το 2008 άρχισε να γράφει το υλικό του δίσκου, ενώ στα οκτώ της χρόνια βίωσε την πρώτη μεγάλη απώλεια της ζωής της, τον θάνατο του παππού της. Στα οκτώ τραγούδια του άλμπουμ επιστρέφει σε μνήμες, στην οικογένεια, στην εξουσία, στη ζωή και στον θάνατο, ενώ ανάμεσα στις συμμετοχές βρίσκεται και ο Σωκράτης Μάλαμας.
Συμμετέχετε στο Φεστιβάλ Ελευθερίας με τους ΜΠΛΕ, σε μια βραδιά αφιερωμένη στο νερό, την ειρήνη, τη δικαιοσύνη και την Παλαιστίνη. Τι σημαίνει για εσάς προσωπικά αυτή η παρουσία;
Πιστεύω ότι ζούμε σε μια εποχή όπου είναι δύσκολο οι καλλιτέχνες και γενικότερα ο πνευματικός κόσμος να κρατούν συνεχώς ίσες αποστάσεις και χαμηλούς τόνους. Έχουμε ένα χρέος να βγαίνουμε προς τα έξω και να λέμε αυτό που αισθανόμαστε. Ένα από τα ζητήματα που με απασχολούν ιδιαίτερα είναι η Παλαιστίνη και, ευρύτερα, η ειρήνη στη Μέση Ανατολή. Προέχει να σταματήσει αυτό που συμβαίνει εκεί και να πάψουν να υποφέρουν άνθρωποι. Έπειτα μπορούμε να συζητήσουμε για το ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο. Προσπάθησα να το κάνω πράξη και με τη συμμετοχή μου, στο March to Gaza. Πιστεύω ότι τέτοιου είδους ειρηνικές δράσεις είναι πλέον απαραίτητες, κυρίως όταν βλέπουμε ότι απουσιάζει η πολιτική βούληση. Στόχος τους δεν είναι να επιβάλουν κάτι, αλλά να πιέσουν προς μια κατεύθυνση όπου οι διαφορές θα λύνονται χωρίς να πληρώνουν το τίμημα οι άνθρωποι.
Με απασχολεί επίσης πολύ το ζήτημα της δικαιοσύνης. Φέτος συμπληρώνονται δέκα χρόνια από τη δημιουργία της Πλεύσης Ελευθερίας και αυτό το φεστιβάλ είναι ένας τρόπος να μιλήσουμε ανοιχτά για όσα θεωρούμε σημαντικά. Υπάρχει, ακόμη, το θέμα του νερού. Μιλάμε για ένα βασικό αγαθό στο οποίο όλοι πρέπει να έχουμε πρόσβαση και γι' αυτό κάθε αλλαγή στον τρόπο διαχείρισής του δημιουργεί εύλογη ανησυχία. Και όλα αυτά πρέπει να τα συζητάμε κυρίως με τη νέα γενιά, γιατί εκείνη θα κληθεί να πάρει τις αποφάσεις του μέλλοντος. Εμείς, στο τέλος, παραδίδουμε στους επόμενους και τα καλά και τα κακά που δημιουργήσαμε.
Πιστεύετε ότι η μουσική οφείλει να παίρνει θέση απέναντι σε όσα συμβαίνουν γύρω μας ή θεωρείτε ότι κάθε καλλιτέχνης πρέπει να αποφασίζει μόνος του πότε και αν θα μιλήσει δημόσια;
Φυσικά κάθε καλλιτέχνης αποφασίζει μόνος του πότε και για ποιο ζήτημα θέλει να μιλήσει. Όταν, όμως, βλέπεις ανθρώπους να υποφέρουν, θεωρώ δύσκολο να προσποιείσαι ότι δεν συμβαίνει τίποτα. Και δεν θα έπρεπε να είναι θέμα γεωγραφίας. Όπου υποφέρουν άνθρωποι, χρειάζεται να μας αφορά. Η μουσική απευθύνεται σε όλους, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος που τη δημιουργεί παύει να είναι πολίτης. Όταν θεωρεί ότι η δημόσια τοποθέτησή του μπορεί να είναι χρήσιμη, έχει δικαίωμα να πάρει θέση. Στην περίπτωση της Παλαιστίνης, για μένα το πρώτο ζήτημα δεν είναι να διαλέξουμε γεωπολιτικό στρατόπεδο, αλλά να σταματήσει η αιματοχυσία. Δεν μπορώ να βλέπω ανθρώπους να σκοτώνονται και να σκέφτομαι μόνο την καριέρα μου. Πιστεύω γενικότερα ότι στην Ελλάδα φοβόμαστε πολύ το τι θα πουν οι άλλοι και προσπαθούμε να τα έχουμε καλά με όλους. Για μένα, όμως, ούτε η τέχνη ούτε μια ουσιαστική συζήτηση μπορούν να λειτουργήσουν έτσι.
Μέσα σε μια κοινωνία που μοιάζει συχνά πιο σκληρή και διχασμένη, βλέπετε να επιβιώνει η αλληλεγγύη;
Το βλέπω πολύ έντονα στη γειτονιά μου. Ζω περίπου είκοσι χρόνια στα Πατήσια και έχω δει από κοντά πόσο έχει μεγαλώσει η ανασφάλεια των ανθρώπων, κυρίως εξαιτίας της ακρίβειας και της πίεσης της καθημερινότητας. Με ανησυχεί η στροφή ενός μέρους της κοινωνίας προς πιο ακραίες αντιλήψεις και πιστεύω ότι χρειάζεται να δούμε σοβαρά τι είναι αυτό που οδηγεί όλο και περισσότερους ανθρώπους προς τα εκεί. Την ίδια στιγμή, βλέπω και κάτι πολύ ελπιδοφόρο. Η αλληλεγγύη παραμένει ζωντανή. Έχω δει ανθρώπους να χάνουν το σπίτι ή το μαγαζί τους από φωτιά και ολόκληρη τη γειτονιά να κινητοποιείται για να τους στηρίξει. Ακόμη και άνθρωποι που δυσκολεύονται οι ίδιοι βρίσκουν έναν τρόπο να βοηθήσουν κάποιον που έχει μεγαλύτερη ανάγκη. Σε μια εποχή όπου ο πολίτης αισθάνεται συχνά μόνος και απροστάτευτος, βλέπω ότι στρέφεται ξανά στον άνθρωπο δίπλα του. Και αυτό, ευτυχώς, είναι κάτι που δεν έχουμε χάσει.
Υπάρχουν άνθρωποι που μπορεί να αγαπούν τη μουσική σας αλλά να διαφωνούν πολιτικά μαζί σας. Πόσο σημαντικό είναι για εσάς να παραμένει ανοιχτός αυτός ο χώρος επικοινωνίας;
Είναι πολύ σημαντικό. Όταν ένα τραγούδι φεύγει από τον δημιουργό του, είναι ελεύθερο. Ο καθένας μπορεί να το βάλει στη δική του ζωή και σε όσα βιώνει. Εκεί δεν χωρούν κομματικοί διαχωρισμοί. Στις συναυλίες μου, ακόμη κι όταν εκφράζω τις απόψεις μου, προσπαθώ να το κάνω με έναν τρόπο που να μην προσβάλλει τον άνθρωπο που σκέφτεται διαφορετικά. Για μένα οι δημοκρατικές αξίες φαίνονται και στον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρεσαι καθημερινά. Μου έχει συμβεί, για παράδειγμα, να με αναγνωρίσουν κάπου και να μου προτείνουν να περάσω μπροστά από μια ουρά. Δεν μου αρέσει να το δέχομαι. Και αυτό είναι μια μικρή έκφραση δημοκρατίας. Να αντιλαμβάνεσαι ότι δεν δικαιούσαι διαφορετική μεταχείριση επειδή είσαι αναγνωρίσιμος.
Παρότι είστε ένα ενεργό πολιτικό πρόσωπο, σας βλέπουμε σχετικά σπάνια σε τηλεοπτικές εκπομπές, όπως άλλοι συνάδελφοί σας. Είναι συνειδητή επιλογή;
Ναι, γιατί δεν μου ταιριάζει αυτός ο τρόπος συζήτησης. Έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε δύο πολιτικούς να αντιπαρατίθενται μέσα σε ελάχιστο χρόνο και στο τέλος να μετράμε ποιος «κέρδισε». Το θεωρώ παλαιοκομματικό και αποπροσανατολιστικό. Δεν πιστεύω ότι έτσι ενημερώνεται ουσιαστικά ο πολίτης. Όπως θα ήθελα ο άνθρωπος να επιστρέψει στο να ακούει έναν ολόκληρο δίσκο και να του δίνει χρόνο, έτσι θεωρώ ότι πρέπει να επιστρέψουμε και στην πηγή της πληροφορίας. Έχουμε συνηθίσει στο σκρολάρισμα, στον τίτλο και στα λίγα δευτερόλεπτα ενημέρωσης. Με αυτόν τον τρόπο είναι δύσκολο να σχηματίσεις πραγματικά δική σου άποψη. Όταν με καλούν σε μια εκπομπή όπου υπάρχει χρόνος για ενδιαφέρουσα συζήτηση, πηγαίνω. Μου αρέσει να κουβεντιάζω ακόμη και με κάποιον που διαφωνεί μαζί μου, αρκεί ο θεατής να μπορεί να ακούσει τα επιχειρήματα και να κρίνει μόνος του.
Έχετε μιλήσει για τον θάνατο του βαφτισιμιού σας ως ένα γεγονός που σας σημάδεψε και σας ώθησε προς την πολιτική. Τι άλλαξε τότε μέσα σας;
Ήταν ο βαφτισιμιός μου, ο Θεοφάνης Ερμής Θεοχαρόπουλος, και ήταν μόλις 21 ετών όταν σκοτώθηκε έπειτα από πτώση ενώ έκανε σκι. Κατάφερε να στείλει σήμα στο 112 ότι κινδυνεύει, μαζί με το στίγμα της θέσης του. Οι γονείς του βρίσκονταν δίπλα του από τα πρώτα λεπτά και το σημείο όπου είχε πέσει δεν ήταν τόσο δύσβατο ώστε να δικαιολογείται μια τόσο μεγάλη καθυστέρηση. Παρ’ όλα αυτά, έμεινε περίπου πέντε ώρες χωρίς την απαραίτητη βοήθεια, ενώ αιμορραγούσε. Ο πατέρας του προσπαθούσε να τον κρατήσει στη ζωή και τελικά το παιδί χάθηκε. Για μένα πέθανε χωρίς λόγο. Πιστεύω ότι θα μπορούσε να είχε σωθεί, όπως θα μπορούσαν να σωθούν και πολλοί άλλοι άνθρωποι που σήμερα μένουν αβοήθητοι επειδή το σύστημα δεν λειτουργεί όπως θα έπρεπε.
Και αυτό δεν αφορά μόνο κάποιον που θα τραυματιστεί σε ένα βουνό. Αφορά οποιονδήποτε πάθει ένα εγκεφαλικό, ένα καρδιακό επεισόδιο ή ένα σοβαρό αλλεργικό σοκ και χρειάζεται να φτάσει πολύ γρήγορα σε νοσοκομείο. Έχει ψηφιστεί ο νόμος 4989 για τον Εθνικό Μηχανισμό Εναέριας Έρευνας και Διάσωσης, όμως ακόμη δεν έχει εφαρμοστεί όπως θα έπρεπε. Με ένα οργανωμένο δίκτυο βάσεων και κατάλληλων εναέριων μέσων θα μπορούσαν να σωθούν χιλιάδες ζωές. Αυτό ήταν και ένα από τα ζητήματα που με έκαναν να ασχοληθώ πιο ενεργά με την πολιτική.
Η εμπειρία σας από την πολιτική σάς έχει κάνει περισσότερο αισιόδοξη ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν ή πιο δύσπιστη;
Τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν, σίγουρα όμως δεν αλλάζουν εύκολα. Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα είναι ότι έχουμε μάθει να προσαρμοζόμαστε σε ένα σύστημα που δεν λειτουργεί σωστά και, κάποιες φορές, ακόμη και να προσπαθούμε να επωφεληθούμε από αυτό. Έχουμε φτάσει στο σημείο όπου, αν κάποιος καταφέρει να βρει τον τρόπο να μπει σε αυτό το σύστημα, θεωρείται «έξυπνος». Έτσι, όμως, η διαφθορά παύει να αφορά μόνο την κορυφή και περνά στην κοινωνία. Γι’ αυτό χρειάζεται συλλογική προσπάθεια. Αν ο καθένας προσπαθεί απλώς να βρει έναν τρόπο να βολευτεί μέσα σε μια προβληματική κατάσταση, αυτή θα συνεχίσει να αναπαράγεται.
Θεωρείτε ότι υπάρχει σήμερα ουσιαστική αντιπολίτευση στην Ελλάδα;
Δεν υπήρξα ποτέ στρατιώτης κάποιου χρώματος ή κάποιου κόμματος. Πάντα προσπαθούσα να λέω αυτό που θεωρώ σωστό και να διατηρώ την κριτική μου σκέψη, χωρίς να ακολουθώ απλώς μια γραμμή επειδή την υπαγορεύει κάποιος άλλος. Αυτός ήταν και ένας βασικός λόγος που είπα το «ναι» στη Ζωή Κωνσταντοπούλου. Έβλεπα σε εκείνη μια συνέπεια απέναντι στις αρχές της, μια προσπάθεια να υπάρχει αντιστοιχία ανάμεσα σε όσα λέει και σε όσα κάνει, και αυτό για μένα είχε μεγάλη σημασία. Με αυτή τη λογική μπήκα και στην πολιτική και έτσι αντιλαμβάνομαι και τον ρόλο της αντιπολίτευσης. Εμείς προσπαθούμε να δείξουμε πώς μπορεί να ασκείται αντιπολίτευση, πολλές φορές με σημαντικό κόστος και στοχοποίηση.
Προσωπικά, όμως, θα ήθελα να έρθει μια στιγμή που θα πηγαίνω στη Βουλή και δεν θα χρειάζεται να ασχολούμαστε διαρκώς με σκάνδαλα και καταγγελίες. Θα ήθελα να μπορούμε να συνεργαστούμε περισσότερο πάνω στα πραγματικά προβλήματα της κοινωνίας και να συζητάμε για το πώς μπορεί να γίνει καλύτερη η ζωή των ανθρώπων. Αυτή θα ήθελα να είναι η ουσία της πολιτικής. Δυστυχώς, συχνά βρισκόμαστε σε μια συνθήκη όπου πρέπει συνεχώς να ελέγχουμε υποθέσεις και να αναζητούμε τι έχει συμβεί. Είναι μεγάλο κρίμα για τον τόπο να αναλωνόμαστε σε αυτό. Θα ήθελα η πολιτική να επιστρέψει στο βασικό της καθήκον. Να βρίσκει λύσεις για τη ζωή των ανθρώπων.
Πρόσφατα κυκλοφόρησε ο νέο σας δίσκος με τίτλο «8». Τι συμβολίζει αυτός ο αριθμός για εσάς;
Το «8» συνδέεται με δύο πολύ συγκεκριμένα σημεία της ζωής μου. Το 2008, ξεκίνησα να γράφω αυτόν τον δίσκο. Υπάρχει, όμως, και μια πολύ πιο προσωπική σύνδεση. Όταν ήμουν οκτώ ετών είχα την πρώτη μεγάλη απώλεια της ζωής μου. Έχασα έναν άνθρωπο που αγαπούσα πολύ, τον παππού μου. Ο τελευταίος αυτοκτόνησε επειδή ήταν άρρωστος και πίστευε ότι έτσι δεν θα επιβάρυνε τα παιδιά και τα εγγόνια του. Εκείνη την εποχή το θέμα της αυτοκτονίας ήταν ακόμη μεγαλύτερο ταμπού και οι γονείς μου δεν μας εξήγησαν ακριβώς τι είχε συμβεί. Ήταν κάτι που έπρεπε να επεξεργαστώ μόνη μου. Από τα οκτώ μου χρόνια άρχισαν να εμφανίζονται θυμοί, ματαιώσεις και φόβοι. Απέκτησα, μεταξύ άλλων, έναν πολύ έντονο φόβο για τον θάνατο. Νομίζω ότι εκεί άρχισε να δημιουργείται και ένα πιο σκοτεινό κομμάτι του χαρακτήρα μου, το οποίο στη συνέχεια έπρεπε να μάθω να διαχειρίζομαι. Όλοι οι άνθρωποι έχουμε ένα σκοτεινό κομμάτι μέσα μας και ο καθένας βρίσκει τον δικό του τρόπο να το αντιμετωπίσει.
Υπήρχε και κάτι ακόμη που με διαμόρφωσε πολύ. Μεγάλωσα σε μια πολύ φτωχή οικογένεια, σ' ένα υπόγειο, όπου περνούσα πάρα πολλές ώρες μόνη μου. Όλα αυτά έχουν αφήσει το αποτύπωμά τους πάνω μου. Δεν τα αντιμετωπίζω με πίκρα. Αντίθετα, αισθάνομαι μεγάλη αγάπη για τους ανθρώπους εκείνης της εποχής και ιδιαίτερα για τον παππού μου. Ήταν πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία και, όταν ήρθε στην Ελλάδα, βρέθηκε αντιμέτωπος με τις δυσκολίες που συνάντησαν τόσοι άνθρωποι. Για μένα υπάρχει και μια πολιτική διάσταση σε αυτή την ιστορία. Είναι μια υπενθύμιση ότι ως λαός χρειάζεται να θυμηθούμε τη δική μας ιστορία και να ξαναβρούμε ορισμένες ευαισθησίες που βλέπω να υποχωρούν μπροστά στον φόβο. Πιστεύω ότι έχουμε περισσότερο θάρρος και περισσότερη περηφάνια απ’ όση δείχνουμε σήμερα. Χρειάζεται να θυμόμαστε τις δικές μας στιγμές ανάγκης και να μπορούμε να ανοίγουμε την αγκαλιά μας στους ανθρώπους που υποφέρουν. Γι’ αυτό και στον δίσκο έβαλα τον πατέρα μου να τραγουδήσει το «Μαρμαρωμένο Βασιλιά», το σπουδαίο τραγούδι από τη «Μικρά Ασία» του 1972.
Το ομότιτλο τραγούδι του δίσκου το μοιράζεστε με τον Σωκράτη Μάλαμα. Πώς γεννήθηκε η σχέση και η φιλία σας όλα αυτά τα χρόνια και τι είναι αυτό που ξεχωρίζετε περισσότερο σε εκείνον, τόσο ως καλλιτέχνη όσο και ως άνθρωπο;
Ο Σωκράτης ήταν πάντα για μένα ένας χαρακτήρας που δεν έμπαινε εύκολα στη διαδικασία να κρίνει τους άλλους και, ταυτόχρονα, είχε μεγάλη τρυφερότητα απέναντι στους ανθρώπους. Τον θεωρώ έναν από τους πιο γενναίους ανθρώπους που έχω συναντήσει. Σε μια εποχή όπου πολλοί σκέφτονται πρώτα το συμφέρον ή την καριέρα τους, ο Σωκράτης λειτουργεί διαφορετικά. Έχει πολύ δυνατή σχέση με το ένστικτό του και παίρνει πολλές αποφάσεις από εκεί, όχι μόνο με τη λογική. Από την αρχή υπήρχε μεταξύ μας μια ιδιαίτερη συμπάθεια. Με καλούσε συχνά σε δικές του εμφανίσεις και έχουμε τραγουδήσει μαζί τουλάχιστον τρία κομμάτια, τόσο σε δικούς του δίσκους όσο και σε δίσκο του Γιώργου Μίχα.
Με τον καιρό δημιουργήθηκε μια σχέση αγάπης και αλληλοεκτίμησης. Εκείνος με αποκαλεί «κυρά των θαλασσών» κι εγώ τον λέω «άρχοντα». Φαινομενικά μπορεί να προερχόμαστε από διαφορετικούς χώρους, κάθε φορά που συναντιόμαστε, όμως, υπάρχει κάτι πολύ ουσιαστικό που μας ενώνει. Ακριβώς γι’ αυτό τον επέλεξα για το συγκεκριμένο τραγούδι. Ήθελα στο ρεφρέν να εκφράσει, κατά κάποιον τρόπο, τη σκέψη του παππού μου. Του είπα: «Δεν σε συγκρίνω με τον παππού μου, είσαι πολύ νεότερος, επειδή όμως σε αγαπώ και αγαπούσα πολύ και εκείνον, θέλω να ενώσω αυτά τα δύο πρόσωπα μέσα σε αυτό το τραγούδι». Αυτό ήταν για μένα το νόημα της συμμετοχής του.
Η απώλεια βρίσκεται έντονα στον νέο σας άλμπουμ. Ποια είναι σήμερα η δική σας σχέση με τον θάνατο;
Ο θάνατος με απασχολεί από πολύ μικρή ηλικία. Η πρώτη μου επαφή μαζί του ήταν τρομακτική, ακριβώς επειδή ήμουν παιδί και δεν μπορούσα να καταλάβω τι είχε συμβεί. Στη συνέχεια, όμως, άρχισα να τον επεξεργάζομαι ξανά και ξανά. Σήμερα αισθάνομαι αρκετά συμφιλιωμένη μαζί του. Τον αντιλαμβάνομαι περισσότερο ως μια μετάβαση, ως ένα πέρασμα από μια κατάσταση σε μια άλλη. Κάπως όπως συμβαίνει και με τη γέννηση. Δεν γνωρίζουμε τι υπήρχε πριν από αυτήν, όπως δεν γνωρίζουμε και τι ακολουθεί μετά τον θάνατο. Πιστεύω ότι η ενέργεια δεν χάνεται. Απλά αλλάζει μορφή. Περισσότερο, λοιπόν, μου γεννά περιέργεια για το τι υπάρχει μετά και για το τι γινόμαστε.
Με όσα βλέπουμε να συμβαίνουν γύρω μας, πιστεύετε ότι η ανθρώπινη ζωή έχει χάσει μέρος της αξίας της;
Η ζωή είναι δικαίωμα και αυτό από μόνο του της δίνει μια αδιαπραγμάτευτη αξία. Πιστεύω ότι ο σεβασμός αυτός πρέπει να αφορά κάθε άνθρωπο, κάθε ζώο, συνολικά το οικοσύστημα. Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο σοβαρό όταν βλέπουμε συγκεκριμένες ομάδες να δέχονται συστηματικά βία, όπως οι γυναίκες. Υπάρχουν γυναίκες που καταγγέλλουν την κακοποίησή τους, ζητούν βοήθεια και τελικά παραμένουν εκτεθειμένες. Έχουμε φτάσει στο σημείο να βλέπουμε δολοφονίες ακόμη και έξω από αστυνομικά τμήματα. Αυτό δείχνει ότι κάτι στο σύστημα δεν λειτουργεί. Έχω προτείνει και στη Βουλή μια διακομματική προσπάθεια πάνω σε αυτό το ζήτημα. Μάλιστα ο κ. Δαβάκης, προς τιμήν του, είχε πει ότι συμφωνεί. Χρειάζονται ουσιαστικά μέτρα προστασίας και όχι απλώς ένα panic button που μεταφέρει τελικά την ευθύνη στην ίδια τη γυναίκα. Δεν μπορεί εκείνη να αναγκάζεται να κλείνεται στο σπίτι και να φοβάται, την ώρα που ο άνθρωπος τον οποίο έχει καταγγείλει παραμένει ελεύθερος. Το πρόβλημα είναι ευρύτερο και μας αφορά όλους.
Μέσα από όλη αυτή την αναζήτηση γύρω από τη ζωή και τον θάνατο, πού έχετε καταλήξει σε σχέση με την πίστη;
Μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον όπου υπήρχε μεγάλη επαφή με αυτά τα θέματα. Ο πατέρας μου διάβαζε πολύ και είχε ασχοληθεί με διαφορετικές θρησκείες και ιερά κείμενα, οπότε από μικρή γνώρισα καλά και την Αγία Γραφή και την Καινή Διαθήκη. Πιστεύω, μάλιστα, ότι αρκετοί άνθρωποι που δηλώνουν χριστιανοί γνωρίζουν ελάχιστα τα ίδια τα κείμενα και βασίζονται κυρίως σε έτοιμες ερμηνείες. Μέσα από τη δική μου αναζήτηση έχω καταλήξει ότι δεν αντιλαμβάνομαι τον Θεό ως μια μορφή που μας κρίνει και αποφασίζει ποιες επιθυμίες μας θα ικανοποιήσει. Νιώθω πολύ πιο κοντά στην ιδέα της ενότητας, ότι δηλαδή ο άνθρωπος, το ζώο, το δέντρο, κάθε μορφή ζωής, είναι διαφορετικές εκφάνσεις μιας ευρύτερης ουσίας. Πιστεύω ότι είμαστε πολύ περισσότερο συνδεδεμένοι απ’ όσο νομίζουμε. Και αυτό, για μένα, οδηγεί σε κάτι πολύ απλό. Κανείς δεν μπορεί πραγματικά να ευημερεί όταν γύρω του οι άλλοι υποφέρουν. Χρειάζεται να είναι καλά το σύνολο για να μπορούμε να είμαστε καλά κι εμείς.