Η Καλλιόπη Μητροπούλου ανήκει σε εκείνη τη σπάνια κατηγορία καλλιτεχνών που κινούνται με την ίδια άνεση ανάμεσα σε διαφορετικούς μουσικούς κόσμους. Γνωστή στο ευρύτερο κοινό ως βασική τραγουδίστρια των Echo Tides και των Oi Va Voi, έχει διαγράψει μια πορεία που εκτείνεται από την πειραματική ποπ και το indie, μέχρι τη σύγχρονη κλασική και τις μεγάλες συμφωνικές ορχήστρες.
Στη διαδρομή της έχει συνεργαστεί με καλλιτέχνες όπως οι Pan Pan, Vassilina, Erland Cooper και ο Γιάννης Αγγελάκας & οι Επισκέπτες, αλλά και με ορχήστρες διεθνούς κύρους, ανάμεσά τους η Gurzenich Orchestra, η London Philharmonic Orchestra, η London Contemporary Orchestra, η BBC Symphony Orchestra και η Ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Παράλληλα, δραστηριοποιείται στη σύνθεση μουσικής για το θέατρο και τον κινηματογράφο.
Στο πρώτο της προσωπικό άλμπουμ, με τίτλο «Between» (Submersion Records), η συνθέτρια, τραγουδοποιός, ερμηνεύτρια και βιολονίστρια επιχειρεί μια βαθιά εσωτερική χαρτογράφηση. Το «Between» μιλά για την εμπειρία του να βρίσκεται κανείς «ανάμεσα» στο γνώριμο και το άγνωστο, στην εσωτερική γαλήνη και το χάος της αβεβαιότητας.
Μέσα από τα κομμάτια του αναδύονται συναισθήματα πόνου, προσμονής και απογοήτευσης, αλλά και στιγμές ελπίδας, διαύγειας και απρόσμενης ηρεμίας. Ένα ευαίσθητο αλλά τολμηρό μουσικό σύμπαν, όπου το κλασικό υπόβαθρο της Καλλιόπης συναντά σύγχρονα, ονειρικά στοιχεία post pop και ηλεκτρονικής μουσικής.
Στο «Between» υπάρχει μια αίσθηση ότι περνάτε από σκοτεινά σημεία σε πιο φωτεινά. Εσείς, στην προσωπική σας ζωή, πώς διαχειρίζεστε αυτές τις μεταβάσεις;
Νομίζω πως όλοι κινούμαστε διαρκώς ζιγκ-ζαγκ ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι. Πλέον μπορώ να αναγνωρίζω πότε πλησιάζει η «μαυρίλα» και ξέρω καλύτερα πώς να τη διαχειριστώ σε σχέση με παλιότερα. Κάτι που με επαναφέρει σχεδόν άμεσα είναι το κολύμπι.
Τι ήταν αυτό που σας έσπρωξε να κάνετε επιτέλους έναν προσωπικό δίσκο;
Ήταν ένας συνδυασμός timing και του αισθήματος ότι «δεν πάει άλλο». Είχα συγκεντρώσει υλικό για χρόνια και, στο μεταξύ, ωρίμαζα κι εγώ ως μουσικός. Κάποια στιγμή απλώς σταμάτησα να περιμένω να νιώσω απόλυτα «ψημένη» και το τόλμησα. Και ο Νίκος Βελιώτης έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Μ' έσπρωξε να το κάνω και στάθηκε δίπλα μου σε όλη τη διαδικασία.
Ποιο τραγούδι του δίσκου κουβαλάει για εσάς τη μεγαλύτερη προσωπική ιστορία;
Θα επιλέξω δύο. Το πρώτο είναι το «I Wish I Was a Wall». Ουσιαστικά περιγράφει μία μέρα στο Λονδίνο. Μια κοπέλα που κάνει τα πάντα «σωστά», πίνει το νερό της με λεμόνι, κάνει διαλογισμό, yoga, τρέφεται σωστά, είναι οργανωμένη και λειτουργική. Κι όμως, όταν σχολάει και επιστρέφει σπίτι, καταρρέει. Χαλαρώνει σκρολάροντας στο κινητό και βλέποντας σειρά ταυτόχρονα, μέχρι που όλη αυτή η προσπάθεια καταλήγει σ' ένα σιωπηλό κλάμα στο μαξιλάρι. Για μένα, το τραγούδι αποτυπώνει με ακρίβεια το άγχος της σύγχρονης επιβίωσης, ειδικά στον στίχο «μακάρι να ήμουν γερή σαν τοίχος και εύπλαστη σαν τσίχλα».
Το «Olympia» είναι επίσης πολύ «Between» για μένα. Ακόμη και μόνο το ρεφρέν του συμπυκνώνει ολόκληρη την ουσία του άλμπουμ, αλλά μέσα στο κομμάτι έχω κρύψει πολλά περισσότερα. Υπάρχει η ιστορία της Ολυμπιάδας, η οποία —αν δεν σκοτωνόταν τυχαία σε έναν γάμο (αληθινή ιστορία)— η πρώτη Καλλιόπη της οικογένειας δεν θα παντρευόταν τον προπροπάππου μου κι εγώ απλώς δεν θα υπήρχα. Παράλληλα, έχω ενσωματώσει και την άρια της Olympia από τα Παραμύθια του Χόφμαν, που ήταν η πρώτη άρια που τραγούδησα ποτέ σε οντισιόν. Μ' έναν τρόπο, λοιπόν, αυτό το κομμάτι συνδέει ολόκληρο το DNA μου, οικογενειακό, μουσικό και προσωπικό.
Ποιο συναίσθημα σας είναι πιο δύσκολο ν’ αφήσετε να βγει στη μουσική σας;
Ο θυμός ή, πιο σωστά, η οργή. Ανήκω σ' εκείνους τους ανθρώπους που περνούν κατευθείαν στη θλίψη, σαν να μην έχω κουμπί θυμού. Για να θυμώσω πραγματικά, πρέπει να συμβεί κάτι βαθιά άδικο. Διαφορετικά, το απορροφώ, το μεταφράζω σε κάτι πιο μελαγχολικό και το αφήνω να εκφραστεί με αυτόν τον τρόπο. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις θα «στύψω» ενέργεια για θυμό. Ίσως γι’ αυτό είναι και το πιο δύσκολο συναίσθημα να περάσει στη μουσική μου. Δεν μου παραδίδεται εύκολα.
Πιστεύετε ότι τελικά η δημιουργία είναι τρόπος να καταλάβετε τον εαυτό σας ή τρόπος να ξεφεύγετε από αυτόν;
Για μένα, η δημιουργία είναι ξεκάθαρα ένας δρόμος προς την αυτογνωσία. Με βοηθά να καταλάβω τον εαυτό μου σε μεγαλύτερο βάθος και να ανακαλύψω πλευρές που δεν γνώριζα ότι υπάρχουν μέσα μου. Ίσως γι’ αυτό, στο στούντιο γίνομαι σκυλί. Κάθομαι με τις ώρες, ξεχνάω να φάω ή ακόμα και να πάω στην τουαλέτα. Η διαδικασία είναι θεραπευτική, αλλά ταυτόχρονα μου δίνει τεράστια χαρά και ενθουσιασμό.
Πώς είναι η συνεργασία σας με τον Νίκο Βελιώτη; Τι είναι αυτό που σας συνδέει καλλιτεχνικά;
Η συνεργασία μας κυλάει φυσικά, κυρίως επειδή πριν απ’ όλα είμαστε φίλοι εδώ και πολλά χρόνια. Τον θαυμάζω βαθιά και ως μουσικό. Συμφωνούμε απόλυτα στο αισθητικό και στο ηχητικό κομμάτι, στο τι θεωρούμε ουσιαστικό και τι περιττό. Μοιραζόμαστε έναν κοινό τρόπο σκέψης και αυτός είναι, πιστεύω, ο λόγος που δουλεύουμε τόσο εύκολα και ουσιαστικά μαζί.
Έχετε συνεργαστεί με πολλούς και διαφορετικούς καλλιτέχνες. Πώς σας έχουν επηρεάσει αυτές οι εμπειρίες;
Κάθε συνεργασία μού έχει αφήσει κάτι μέσα στα χρόνια. Από τις μεγάλες ορχήστρες του Λονδίνου μέχρι τις ροκ μπάντες και τις πιο πειραματικές δουλειές, όλα αυτά τα διαφορετικά περιβάλλοντα μ' έμαθαν να είμαι ευέλικτη, να προσαρμόζομαι και —με έναν τρόπο— να γίνομαι ένα μικρό μουσικό «χαμαιλεοντάκι». Με βοήθησαν να δω τη μουσική από πολλές οπτικές και να μάθω να χωράω σε διαφορετικά πλαίσια. Παράλληλα, μέσα από όλες αυτές τις εμπειρίες έμαθα και να λέω «όχι». Κάποτε μου ήταν πολύ δύσκολο. Τώρα πια ξέρω πότε κάτι δεν μου ταιριάζει.

Γιατί διαλέξατε να παρουσιάσετε τον δίσκο σε κινηματογράφο και όχι σε μουσική σκηνή;
Αναζητούσα έναν χώρο που ν' αγκαλιάζει πραγματικά την ατμόσφαιρα του δίσκου. Ο κινηματογράφος έχει κάτι το τελετουργικό. Μπαίνεις μέσα και αλλάζει ο αέρας. Κανείς δεν μιλάει, κανείς δεν καπνίζει. Στοιχεία που για μένα είναι πολύ σημαντικά. Έτσι ένιωσα πως το κοινό βρέθηκε μαζί μας, παρόν σε κάθε στιγμή της παρουσίασης. Επιπλέον, η οθόνη του Newman έδωσε στον Χρήστο Λαζαρίδη τον χώρο να δημιουργήσει εντυπωσιακά visuals, σχεδιασμένα με προσοχή για κάθε κομμάτι. Μαζί με το light design, όλα αυτά ολοκλήρωσαν την εμπειρία.
Πιστεύετε ότι στην Ελλάδα υπάρχει χώρος για πιο πειραματικούς, ατμοσφαιρικούς ήχους ή το κοινό παραμένει συντηρητικό και σε πιο λαϊκούς ήχους;
Δυστυχώς, το ευρύ κοινό στην Ελλάδα ακούει μουσική που προσωπικά δεν με εκφράζει. Δεν θα το χαρακτήριζα απαραίτητα συντηρητικό, γιατί όλα σχετίζονται με την παιδεία και η μουσική παιδεία στη χώρα μας παραμένει περιορισμένη. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει ένα κοινό που ψάχνει, που ακούει διαφορετικά. Σε αυτό το κοινό ανήκω κι εγώ ως ακροάτρια.
Νιώθετε ότι έχετε σταθεί τυχερή ως καλλιτέχνις στην Ελλάδα;
Ναι, σίγουρα νιώθω τυχερή. Χωρίς, όμως, να είμαι μοιρολάτρης. Πιστεύω ότι όλα είναι ένα μείγμα σκληρής δουλειάς και τύχης. Είμαι τυχερή γιατί έχω μια σχετική σταθερότητα μέσα από τη συμμετοχή μου σε μια ορχήστρα. Οχι μόνιμη, αλλά ορισμένου χρόνου. Σε σύγκριση με την πραγματικότητα πολλών freelance μουσικών στην Ελλάδα, αυτό αποτελεί μια σημαντική ασφάλεια. Μακάρι, βέβαια, το περιβάλλον για τους ελεύθερους επαγγελματίες μουσικούς να μην ήταν τόσο εχθρικό στη χώρα μας.
Η οικογένειά σας πώς αντέδρασε όταν αποφασίσατε ν’ ασχοληθείτε σοβαρά με τη μουσική;
Πιστεύω ότι δεν είναι δουλειά του γονέα ν' αποφασίζει για τη ζωή του παιδιού ή να παρεμβαίνει στις επιλογές του. Για μένα, η ενασχόληση με τη μουσική ήταν από πολύ νωρίς σχεδόν μονόδρομος, και οι γονείς μου με στήριξαν απόλυτα σε κάθε βήμα αυτής της διαδρομής. Το ίδιο κάνουν και με τα αδέρφια μου. Είναι πάντα παρόντες, με όποιον τρόπο μπορούν, και από μικρά μάς έμαθαν ν' ακολουθούμε αυτό που αγαπάμε πραγματικά.


