Το όνομα του Γιάννη Διονυσίου ακούγεται ολοένα και πιο έντονα τα τελευταία χρόνια στον χώρο του λαϊκού τραγουδιού, μαζί με τη φωνή του που βρίσκει φυσικά τη θέση της μέσα στο κοινό. Η διαδρομή του ξεκινά από την Περιστερώνα, ένα χωριό της επαρχίας Λευκωσίας, εκεί όπου τα πρώτα μουσικά ερεθίσματα ήρθαν πολύ νωρίς. Από την ηλικία των πέντε χρόνων η μουσική έγινε βασικό κομμάτι της ζωής του, μέσα από το βιολί, τη βυζαντινή μουσική, τα κρουστά και τη φοίτηση σε μουσικό σχολείο. Αυτή η πολυσχιδής πορεία έθεσε γερές βάσεις και διαμόρφωσε έναν καλλιτέχνη με βαθιά σχέση με το τραγούδι.
Το 2010, η Θεσσαλονίκη αποτέλεσε τον επόμενο σταθμό για σπουδές και δημιουργία, ένας τόπος που τελικά έγινε μόνιμη βάση. Τα τελευταία χρόνια η Αθήνα φιλοξενεί την καθημερινότητά του και την καλλιτεχνική του δράση. Η μετάβαση από το χωριό στην πόλη έφερε μια διαφορετική οπτική, με τον ίδιο να κρατά ζωντανή τη νοοτροπία της απλότητας και της ουσίας, στοιχεία που διαπερνούν κάθε του επιλογή.
Αυθεντικός και συνεπής, ο Γιάννης Διονυσίου ακολουθεί έναν δρόμο απαιτητικό και ειλικρινή. Επιλέγει να εστιάζει στον πυρήνα του τραγουδιού και στη ζωντανή επαφή με τον κόσμο. Χτίζει μια σχέση βασισμένη στα τραγούδια και στην αλήθεια της σκηνής, μακριά από επιφανειακές εικόνες. Στην πορεία του συναντά σημαντικούς και καταξιωμένους καλλιτέχνες, ενώ ο ίδιος κερδίζει τη σκηνή με σεβασμό προς το κοινό, προσφέροντας μουσικές παραστάσεις με έντονο αποτύπωμα.
Η σκέψη του γύρω από το λαϊκό τραγούδι φωτίζει τη σημερινή του στάση. Το βλέπει ως ένα τραγούδι που περνά εύκολα στα χείλη του κόσμου και διατηρεί γνησιότητα στους στίχους και στα θέματά του. Η λαϊκότητα, για τον ίδιο, συνδέεται με την αμεσότητα και την αλήθεια, ανοίγοντας έναν διάλογο γύρω από τον σύγχρονο ορισμό του είδους.
Αφορμή για τη συζήτησή μας αποτελεί η μουσική παράσταση που παρουσιάζει στη Μπουάτ Απανεμιά τις Πέμπτες 5 και 12 Φεβρουαρίου, με αφετηρία την κυκλοφορία του νέου του δίσκου «Λακούβα». Το άλμπουμ περιλαμβάνει έντεκα τραγούδια σε στίχους και μουσική του Γιάννη Παπαγεωργίου, γραμμένα ειδικά για τη φωνή του Γιάννη Διονυσίου. Οι δυο καλλιτέχνες, ύστερα από χρόνια φιλίας και παράλληλης πορείας, συναντιούνται για πρώτη φορά δισκογραφικά.

Πώς γεννήθηκε η ιδέα για το νέο σας άλμπουμ; Πώς φανταζόσασταν αυτόν τον δίσκο πριν ξεκινήσει και πώς τελικά βγήκε;
Με τον Γιάννη Παπαγεωργίου γνωριζόμαστε και είμαστε φίλοι και συνεργάτες κατά καιρούς, εδώ και δεκαπέντε χρόνια. Συζητούσαμε έντονα το τελευταίο διάστημα τη δημιουργία ενός κοινού δισκογραφικού βήματος μιας και οι δυο μας αισθανόμασταν αυτή την ανάγκη. Κάποια από τα τραγούδια γράφτηκαν ειδικά για αυτή την περίσταση, ενώ άλλα ήταν παλιότερες δημιουργίες του Γιάννη που αποφασίσαμε να τα συμπεριλάβουμε στο άλμπουμ. Η αλήθεια είναι ότι βγήκε πολύ καλύτερο από ότι το φανταζόμασταν και θεωρώ πως οι προσδοκίες ήταν πολύ κοντά στο αποτέλεσμα.
Ποιες ήταν οι δικές σας «λακούβες» στη μέχρι τώρα καλλιτεχνική σας πορεία και τι σας δίδαξαν; Φοβάστε την αποτυχία ή τη στασιμότητα;
Μια από τις «λακούβες» ίσως να ήταν η περίοδος της μετάβασης από την ασφάλεια της Θεσσαλονίκης στην αρένα της Αθήνας. Αυτές οι «λακούβες» με δίδαξαν υπομονή. Δεν φοβάμαι την αποτυχία, αυτή είναι μέσα στο πρόγραμμα και συχνά είναι διδακτική. Αυτό που με τρομάζει είναι η στασιμότητα, το να νιώσω ότι «έφτασα» και να σταματήσω να ψάχνομαι.
Ποιο τραγούδι θα λέγατε ότι είναι «η καρδιά» του άλμπουμ;
Θα έλεγα πως η καρδιά είναι το ομώνυμο τραγούδι. Συμπυκνώνει όλη τη φιλοσοφία μας. Τη δυσκολία της καθημερινότητας που όμως την παλεύεις με πείσμα και ένα χαμόγελο στο τέλος. Είναι το κομμάτι που, όταν το πρωτοακούσαμε ολοκληρωμένο, είπαμε «εδώ είμαστε».
Πόσο ρόλο παίζει ο στίχος σε σχέση με τη μελωδία για εσάς;
Ο στίχος παίζει πολύ σημαντικό ρόλο για μένα. Μπορεί μια μελωδία να είναι αριστουργηματική, αλλά αν ο λόγος δεν με «κεντρίσει», δεν μπορώ να την υποστηρίξω. Η μελωδία οφείλει να υπηρετεί την ιστορία, την πορεία του στίχου, και να της δίνει την ένταση που της αναλογεί.
Πώς δουλέψατε με τον Γιάννη Παπαγεωργίου; Τι σας ένωνε σε αυτή τη συνεργασία;
Αρχικά μου έστειλε κάποια τραγούδια που είχε ήδη στο συρτάρι και τα είχε διαλέξει για τη φωνή μου. Μέσα από αυτά κάναμε μαζί μια επιλογή, και στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια της παραγωγής, ο Γιάννης μου έφερε άλλα τρία τραγούδια, τα οποία έγραψε ειδικά για αυτή τη συλλογή. Με τον Γιάννη μας ενώνει η κοινή αισθητική για το «χειροποίητο».
Εχετε πει πως στη σκηνή «απελευθερώνεστε». Τι σημαίνει στην πράξη αυτή η απελευθέρωση και τι σας κάνει να αισθάνεστε «ασφαλής»;
Απελευθέρωση σημαίνει να μην σκέφτομαι πώς θα τραγουδήσω, αλλά πώς θα περάσει το νόημα. Αισθάνομαι «ασφαλής» όταν νιώθω ότι οι μουσικοί μου, η ορχήστρα, είναι εκεί, στιβαρά και σίγουρα και όταν το κοινό συμμετέχει - όχι απαραίτητα τραγουδώντας, αλλά και με τη σιωπή του.
Τι σημαίνει «λαϊκό τραγούδι» για εσάς και ποια είναι τα βασικά στοιχεία που δεν πρέπει να χαθούν από αυτό το είδος;
Σήμερα, για μένα «λαϊκό» είναι το τραγούδι που αφορά τους πολλούς, που μιλάει για τα βάσανα, τους έρωτες και τις χαρές του καθενός μας με τρόπο άμεσο, χωρίς περιττά στολίδια, διατηρώντας τη διαχρονική μουσική φόρμα της λαϊκής μουσικής. Χρειάζεται βάθος και σοβαρότητα για να μιλήσεις απλά και κατανοητά χωρίς να ευτελίζεται η γλώσσα. Αλλά ας μην βαφτίζουμε κάτι λαϊκό ενώ επί της ουσίας δεν έχει καμία σχέση μ’ αυτό. Το λαϊκό τραγούδι είναι κάτι ζωντανό, πρέπει να μιλάει άμεσα στον ακροατή της κάθε εποχής, έτσι γινόταν πάντα. Μέσα στην διαδικασία της νέας δημιουργίας, καλό είναι να έχουμε στο μυαλό μας να μιλήσουμε στο τώρα, στο σήμερα και να μην προσπαθήσουμε να αναλωθούμε με κόπιες του παρελθόντος, όσο ασφαλής τρόπος κι αν φαντάζει φαινομενικά.

Σήμερα ο κόσμος γνωρίζει έναν καλλιτέχνη πρώτα από Instagram, TikTok ή Spotify. Πιστεύετε ότι οι ψηφιακές πλατφόρμες άλλαξαν τον τρόπο που γράφονται τραγούδια;
Οι ψηφιακές πλατφόρμες έχουν αλλάξει τα πάντα. Δυστυχώς, τα τραγούδια γίνονται πιο σύντομα, πιο «γρήγορα», για να μην βαρεθεί ο χρήστης. Αυτό σκοτώνει την ανάπτυξη της μουσικής ιδέας. Προσπαθώ να αντιστέκομαι σε αυτό, το τραγούδι θέλει τον χρόνο του για να ανασάνει.
Το λαϊκό τραγούδι ήταν πάντα «του στόματος και της παρέας». Μπορεί αυτό να συμβεί και στο διαδίκτυο; Έχετε ξεχωρίσει κάποιους νέους καλλιτέχνες ή τραγούδια;
Το διαδίκτυο μπορεί να φέρει κοντά τους ανθρώπους, αλλά η «παρέα» χρειάζεται επαφή. Από τους νέους, ξεχωρίζω παιδιά που ψάχνονται με το παραδοσιακό υλικό και το φέρνουν στο σήμερα χωρίς να το αλλοιώνουν - παιδιά που συναντώ και στο Πανεπιστήμιο.
Νιώθετε πίεση να είστε «παρών» στα social ή είστε πιο χαλαρός;
Είμαι μάλλον χαλαρός, ίσως και «ντεμοντέ». Καταλαβαίνω ότι είναι μέρος του παιχνιδιού, αλλά δεν θέλω να αναλώνομαι εκεί. Προτιμώ να με γνωρίζουν από τη δουλειά μου, όχι από το τι έφαγα για μεσημέρι.
Πώς θα περιγράφατε τη μετάβαση από την Κύπρο στη Θεσσαλονίκη και από εκεί στην Αθήνα; Τι κρατάτε από κάθε πόλη;
Στην Κύπρο αρχίζει η σχέση μου με τη μουσική από πολύ μικρή ηλικία οπότε είχα την ευκαιρία από νωρίς να ασχοληθώ με πολλά είδη μουσικής. Σε ό,τι αφορά στην ευρωπαϊκή μουσική, ξεκίνησα με πιάνο, βιολί και θεωρητικά της μουσικής, αρχικά σε ωδειακό επίπεδο σπουδών ενώ στη συνέχεια και στο νεοσύστατο Μουσικό Σχολείο Λευκωσίας.
Ταυτόχρονα, έκανα μαθήματα Βυζαντινής Μουσικής η οποία τελικά με κέρδισε στο να ασχοληθώ με το είδος και ακαδημαϊκά. Τα χρόνια που έζησα στη Θεσσαλονίκη ως φοιτητής αλλά και ως επαγγελματίας μουσικός, ήταν καθοριστικής σημασίας για την διαμόρφωση της καλλιτεχνικής μου ταυτότητας. Συμμετείχα σε πολλές μουσικές ομάδες με τις οποίες μελετούσαμε και ασχολούμασταν τόσο με την παράδοση και την αστική κουλτούρα όσο και με την νέα δημιουργία.
Αργότερα στην Αθήνα, ήρθαν οι γνωριμίες και οι συνεργασίες με σημαντικούς καλλιτέχνες της μουσικής και του θεάτρου, αλλά και η συνειδητοποίηση της διαχείρισης της εμπορικής και παραγωγικής διαδικασίας της μουσικής.
Παράλληλα, είστε καθηγητής δημοτικού τραγουδιού στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Τι σας δίνουν οι φοιτητές που δεν σας δίνει η σκηνή;
Το βασικό «μάθημα» που παίρνω είναι η φρεσκάδα. Βλέπω νέα παιδιά να προσεγγίζουν το δημοτικό τραγούδι, με μια καθαρή και ανεπιτήδευτη ματιά. Με αναγκάζουν να ξαναδώ τα πράγματα από την αρχή, να αναλύσω ξανά γιατί τραγουδάμε έτσι έναν σκοπό, τι σημαίνει αυτό το στολίδι. Μου δίνουν τεράστια ενέργεια και, κυρίως, ελπίδα. Όταν βλέπω νέα παιδιά 18 – 20 χρονών ν' ασχολούνται με τέτοιο πάθος με την παράδοση, ξέρω ότι αυτή η μουσική δεν θα σβήσει ποτέ. Με κρατούν «ζωντανό» και με γειώνουν.
Τι σημαίνει για εσάς «επιτυχία»;
Επιτυχία για μένα είναι να μπορώ να τραγουδώ και να παίζω αυτά που θέλω, με συνεργάτες που εκτιμώ, και να βλέπω στα μάτια του κόσμου ότι αυτό που κάνουμε έχει νόημα και για του ίδιους. Τα υπόλοιπα είναι απλώς αριθμοί.


