Διάγουμε καιρούς χαλεπούς. Από την Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή μέχρι την Αφρική και την Ταϊβάν, οι τοπικοί πόλεμοι συνδέονται πλέον μεταξύ τους. Ο κόσμος αναζητεί μια νέα ισορροπία ισχύος, και η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να περιμένει απλώς να δει ποια θα είναι αυτή η ισορροπία.Σε προηγούμενο άρθρο μου είχα υποστηρίξει ότι βρισκόμαστε ήδη μέσα σε κάτι που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «Αποσπασματικό Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο» («Piecemeal Third World War»). Δεν εννοώ έναν Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο με τη μορφή του 1939, με δύο σαφώς διαχωρισμένους συνασπισμούς κρατών, επίσημες κηρύξεις πολέμου και μία ενιαία γραμμή μετώπου. Εννοώ κάτι διαφορετικό και ίσως μακροπρόθεσμα εξίσου επικίνδυνο: έναν κόσμο στον οποίο πολλαπλασιάζονται οι περιφερειακοί πόλεμοι, οι μεγάλες και περιφερειακές δυνάμεις εμπλέκονται άμεσα ή μέσω τρίτων, οι συγκρούσεις αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και η στρατιωτική ισχύς επιστρέφει σταδιακά ως κανονικό εργαλείο άσκησης εξωτερικής πολιτικής.418504_1Τα στοιχεία είναι εντυπωσιακά. Το Uppsala Conflict Data Program κατέγραψε το 2025 65 ένοπλες συγκρούσεις στις οποίες εμπλεκόταν τουλάχιστον ένα κράτος, αριθμό-ρεκόρ από το 1946. Οι διακρατικές συγκρούσεις έφτασαν τις οκτώ το 2025, επίσης ιστορικό υψηλό για την περίοδο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Περίπου 244.600 άνθρωποι σκοτώθηκαν σε οργανωμένη βία μέσα στο ίδιο έτος. Ταυτόχρονα, οι παγκόσμιες στρατιωτικές δαπάνες έφτασαν το 2025 τα 2,887 τρισ. δολάρια, νέο ιστορικό ρεκόρ, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του Stockholm International Peace Research Institute (SIPRI). Μόνο στην Ευρώπη αυξήθηκαν κατά 14% σε έναν χρόνο. Βρισκόμαστε συνεπώς σε μεταβολή του ίδιου του διεθνούς συστήματος.Η Ουκρανία άνοιξε την πόρταΗ 24η Φεβρουαρίου 2022 υπήρξε το μεγάλο σημείο καμπής. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία δεν δημιούργησε όλες τις συγκρούσεις που ακολούθησαν. Απέδειξε όμως ότι η περίοδος μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, κατά την οποία υπήρχε τουλάχιστον η προσδοκία ότι τα ευρωπαϊκά σύνορα δεν μεταβάλλονται διά της στρατιωτικής ισχύος, είχε τελειώσει. Τέσσερα και πλέον χρόνια μετά, ο πόλεμος εξακολουθεί να αποτελεί τη μεγαλύτερη ένοπλη σύγκρουση στην Ευρώπη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το 2025 ήταν, σύμφωνα με το UCDP, η φονικότερη σύγκρουση στον κόσμο, με τουλάχιστον 94.700 νεκρούς. Οι παγκόσμια αύξηση του πληθυσμού οδηγεί σε ανταγωνισμό πόρων.Αλλά το σημαντικότερο ίσως αποτέλεσμα της Ουκρανίας βρίσκεται έξω από την ίδια την Ουκρανία. Η εισβολή έστειλε προς ολόκληρο τον κόσμο ένα μήνυμα: η στρατιωτική ισχύς μπορεί και πάλι να χρησιμοποιηθεί για την αναθεώρηση του status quo. Από τότε, οι εστίες πολέμου πολλαπλασιάζονται.Το 2023 το Αζερμπαϊτζάν επέβαλε στρατιωτικά τον έλεγχο στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Τον ίδιο χρόνο ξέσπασε ο καταστροφικός εμφύλιος στο Σουδάν. Στην ανατολική Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, το M23 κατέλαβε μεγάλες πόλεις και περιοχές, δημιουργώντας ακόμη και παράλληλες διοικητικές δομές, ενώ οι κατηγορίες για υποστήριξή του από τη Ρουάντα έχουν προκαλέσει φόβους ευρύτερου περιφερειακού πολέμου. Στο Σαχέλ συνεχίζεται η εξάπλωση τζιχαντιστικών οργανώσεων. Στη Μιανμάρ ο εμφύλιος έχει κατακερματίσει μεγάλο μέρος της χώρας. Τον Μάιο του 2025 ακόμη και δύο πυρηνικές δυνάμεις, η Ινδία και το Πακιστάν, αντάλλαξαν στρατιωτικά πλήγματα πριν συμφωνήσουν νέα κατάπαυση του πυρός. Ακόμη και Ταϊλάνδη και Καμπότζη οδηγήθηκαν το 2025 στις χειρότερες μεταξύ τους μάχες εδώ και πολλά χρόνια, με αεροπορικά πλήγματα, πυροβολικό, περισσότερους από εκατό νεκρούς και πάνω από μισό εκατομμύριο εκτοπισμένους, πριν επιτευχθεί νέα εκεχειρία.Και πίσω από όλα βρίσκεται ο μεγαλύτερος πιθανός γεωπολιτικός σεισμός: η Ταϊβάν. Η Κίνα αυξάνει τη στρατιωτική και πολιτική πίεση, ενώ η Ταϊβάν προετοιμάζεται πλέον ανοιχτά ακόμη και για ενδεχόμενο θαλάσσιου αποκλεισμού. Οι φετινές ασκήσεις της προσομοίωσαν ακριβώς ένα τέτοιο σενάριο, ενώ ο αμυντικός προϋπολογισμός της αυξάνεται σε επίπεδα ρεκόρ.Η Μέση Ανατολή είναι το εργαστήριο πολέμου του νέου κόσμουΠουθενά όμως δεν φαίνεται καθαρότερα η νέα μορφή πολέμου από ότι στη Μέση Ανατολή. Η επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 και η ισραηλινή επέμβαση στη Γάζα δεν παρέμειναν μία ισραηλινο-παλαιστινιακή σύγκρουση. Η Χεζμπολάχ άνοιξε μέτωπο από τον Λίβανο. Φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές επιτέθηκαν σε αμερικανικές δυνάμεις στο Ιράκ και στη Συρία. Οι Χούθι της Υεμένης άρχισαν να πλήττουν πλοία στην Ερυθρά Θάλασσα. Αμερικανικές και βρετανικές δυνάμεις απάντησαν με επιθέσεις στην Υεμένη. Ένας πόλεμος που άρχισε στη Γάζα επηρέασε έτσι μέσα σε λίγους μήνες τον Λίβανο, τη Συρία, το Ιράκ, την Ιορδανία, την Υεμένη, την Ερυθρά Θάλασσα και τελικά ολόκληρη την παγκόσμια ναυσιπλοΐα.Το Ιράν είχε οικοδομήσει επί δεκαετίες το λεγόμενο δίκτυο του «Άξονα της Αντίστασης»: Χεζμπολάχ στον Λίβανο, Χούθι στην Υεμένη, σιιτικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ και στη Συρία και σχέσεις διαφορετικής έντασης με παλαιστινιακές οργανώσεις. Η λογική ήταν απλή: το Ιράν μπορούσε να προβάλλει στρατιωτική ισχύ σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή δια αντιπροσώπων χωρίς να χρειάζεται να πολεμά πάντοτε το ίδιο.Από το 2024 όμως έσπασε ένα ιστορικό ταμπού. Το Ιράν και το Ισραήλ άρχισαν να ανταλλάσσουν άμεσα πυραυλικά πλήγματα. Το 2025 ακολούθησε ο δωδεκαήμερος πόλεμος Ιράν–Ισραήλ. Και στις 28 Φεβρουαρίου 2026 η κατάσταση πέρασε σε εντελώς διαφορετικό επίπεδο, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ εξαπέλυσαν μεγάλη στρατιωτική επίθεση εναντίον του Ιράν. Σχεδόν έξι μήνες αργότερα, η σύγκρουση εξακολουθεί να μην έχει οδηγηθεί σε οριστική πολιτική λύση και η κυκλοφορία πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ παραμένει σοβαρά διαταραγμένη.Το ακόμη σημαντικότερο είναι ότι η σύγκρουση δεν περιορίστηκε στο Ιράν και το Ισραήλ. Ιρανικοί πύραυλοι και drones έφεραν τον πόλεμο στις αραβικές χώρες του Κόλπου, πλήττοντας ή απειλώντας κράτη που φιλοξενούν αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις. Η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κατάρ, το Κουβέιτ και το Μπαχρέιν βρέθηκαν, με διαφορετικούς τρόπους και σε διαφορετικό βαθμό, μέσα στη δίνη ενός πολέμου τον οποίο οι περισσότερες από αυτές τις χώρες προσπαθούσαν να αποφύγουν.Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Η Σαουδική Αραβία είχε αποκαταστήσει τις σχέσεις της με την Τεχεράνη το 2023 και προσπαθούσε να απομακρυνθεί από τη μακροχρόνια αντιπαράθεση με το Ιράν. Οι μοναρχίες του Κόλπου ήθελαν οικονομική ανάπτυξη, επενδύσεις και σταθερότητα. Τελικά όμως η γεωγραφία, οι αμερικανικές βάσεις και οι ενεργειακές υποδομές τους τις έφεραν μέσα στη σύγκρουση. Αποδεικνύεται έτσι κάτι εξαιρετικά σημαντικό για τον νέο κόσμο: η ουδετερότητα δεν αρκεί πάντοτε για να κρατήσει ένα κράτος έξω από έναν πόλεμο.Ορμούζ και Ερυθρά Θάλασσα: Όταν ένας περιφερειακός πόλεμος γίνεται παγκόσμιοςΤο Ιράν διαθέτει επιπλέον ένα μοναδικό γεωστρατηγικό όπλο: τα Στενά του Ορμούζ. Πριν από τη σημερινή σύγκρουση, περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου περνούσε από αυτή τη στενή θαλάσσια δίοδο. Η μεγάλη πτώση της ναυσιπλοΐας μέσω του Ορμούζ έχει ήδη επηρεάσει τις τιμές της ενέργειας σε ολόκληρο τον κόσμο. Λίγο δυτικότερα, οι Χούθι μπορούν να επηρεάζουν το Bab el-Mandeb και την πρόσβαση προς την Ερυθρά Θάλασσα και τη Διώρυγα του Σουέζ. Έχουμε επομένως μία αλυσίδα που πριν από λίγα χρόνια θα φαινόταν απίθανη: Γάζα, Λίβανος, Ιράκ και Συρία, Υεμένη, Ερυθρά Θάλασσα, Ιράν, αραβικές χώρες του Κόλπου, Στενά του Ορμούζ, και παγκόσμια οικονομία.Αυτό ακριβώς εννοώ με τον όρο Αποσπασματικός Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Δεν έχουμε έναν παγκόσμιο πόλεμο. Έχουμε όμως ολοένα περισσότερο την παγκοσμιοποίηση των περιφερειακών πολέμων, δηλαδή μια σειρά περιφερειακών συγκρούσεων οι οποίες, ενώ εμφανίζονται χωριστές, συνδέονται ολοένα περισσότερο μεταξύ τους.Το κρίσιμο σημείο: Τα κενά ισχύος δεν μένουν ποτέ κενάΟι τελευταίες συγκρούσεις έχουν αποδυναμώσει σημαντικά το σύστημα περιφερειακής ισχύος που είχε οικοδομήσει το Ιράν. Η Χεζμπολάχ έχει υποστεί ισχυρά πλήγματα. Η Χαμάς έχει αποδυναμωθεί. Και κυρίως κατέρρευσε το καθεστώς Άσαντ στη Συρία, που επί δεκαετίες αποτελούσε τον σημαντικότερο κρίκο του χερσαίου διαδρόμου από το Ιράν μέσω Ιράκ και Συρίας προς τον Λίβανο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η αποδυνάμωση του Ιράν θα φέρει αυτομάτως ειρήνη.Στη διεθνή πολιτική, τα κενά ισχύος (power vacuums) σπάνια παραμένουν κενά. Κάποιος προσπαθεί να τα καταλάβει. Και ένας από τους βασικούς διεκδικητές είναι πλέον η Τουρκία.Η Τουρκία επιχειρεί να μετατραπεί σε αυτόνομο πόλο ισχύοςΗ πτώση του Άσαντ άλλαξε ριζικά τη θέση της Τουρκίας στη Συρία. Η Άγκυρα αποτελεί πλέον βασικό υποστηρικτή της νέας συριακής ηγεσίας, ενώ συμμετέχει στην εκπαίδευση και ανοικοδόμηση των συριακών ενόπλων δυνάμεων. Η παρουσία αυτή έχει αρχίσει να προκαλεί σοβαρή ανησυχία στο Ισραήλ. Μάλιστα, τον Αύγουστο του 2026 οι εντάσεις έφτασαν σε τέτοιο σημείο ώστε οι Ηνωμένες Πολιτείες να επιχειρούν τη δημιουργία ειδικού μηχανισμού «deconfliction» μεταξύ Τουρκίας, Ισραήλ και Συρίας, ώστε να αποτραπεί μία τυχαία ή ανεξέλεγκτη στρατιωτική σύγκρουση.Ας αναλογιστούμε πόσο έχει αλλάξει η περιοχή. Πριν λίγα χρόνια το Ισραήλ βομβάρδιζε κυρίως ιρανικούς στόχους στη Συρία για να αποτρέψει την εδραίωση του Ιράν. Σήμερα ανησυχεί πλέον και για την εδραίωση της Τουρκίας. Παράλληλα, η Άγκυρα συνομιλεί με την Τεχεράνη, διατηρεί σχέσεις με τη Μόσχα, είναι μέλος του ΝΑΤΟ, μεσολαβεί μεταξύ αντιμαχόμενων πλευρών, διαθέτει στρατιωτική παρουσία στο Ιράκ, στο Κατάρ και στην Αφρική και εξάγει ολοένα περισσότερα οπλικά συστήματα. Δεν λειτουργεί πλέον απλώς ως «επιτήδειος ουδέτερος». Η Τουρκία επιχειρεί να λειτουργήσει ως αυτόνομος περιφερειακός πόλος ισχύος.Ακόμη σημαντικότερη είναι η Συμφωνία Αμοιβαίας Άμυνας της Μέκκας που υπέγραψαν στις 7 Αυγούστου 2026 η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν. Η συμφωνία προβλέπει ότι επίθεση σε ένα από τα τρία κράτη αντιμετωπίζεται ως επίθεση εναντίον όλων, αν και οι ακριβείς επιχειρησιακές δεσμεύσεις της παραμένουν ασαφείς. Το συμβολικό βάρος όμως είναι τεράστιο. Στο ίδιο στρατηγικό σχήμα βρίσκονται πλέον η Τουρκία, με τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό του ΝΑΤΟ, η Σαουδική Αραβία, με την τεράστια οικονομική και ενεργειακή ισχύ της, και το Πακιστάν, μία πυρηνική δύναμη. Η περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφαλείας αλλάζει μπροστά στα μάτια μας.Η νέα ισορροπία και το φαινόμενο της hysteresisΕδώ επιστρέφω σε μία έννοια που είχα χρησιμοποιήσει και στο προηγούμενο άρθρο μου. Στην οικονομική θεωρία, όταν ένα σύστημα μετακινείται από ένα steady state σε ένα άλλο, μπορεί να εμφανιστεί το φαινόμενο της hysteresis (υστέρησης). Η νέα ισορροπία δεν είναι ανεξάρτητη από τη διαδρομή που ακολουθήθηκε για να φτάσουμε εκεί. Οι αλλαγές που συμβαίνουν κατά τη μεταβατική περίοδο μπορούν να αφήσουν μόνιμα αποτελέσματα. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει σήμερα στη διεθνή πολιτική.Ο κόσμος εγκαταλείπει την παλαιά μεταψυχροπολεμική ισορροπία, αλλά δεν γνωρίζουμε ακόμη ποια θα είναι η νέα. Και ακριβώς γι' αυτό τα κράτη προσπαθούν τώρα να βελτιώσουν τη θέση από την οποία θα εισέλθουν σε αυτή. Η Ρωσία στην Ουκρανία. Η Κίνα απέναντι στην Ταϊβάν. Το Αζερμπαϊτζάν στον Καύκασο. Το Ισραήλ στη Μέση Ανατολή. Η Σαουδική Αραβία και τα κράτη του Κόλπου μέσω νέων συμμαχιών. Και η Τουρκία στη Συρία, στον Καύκασο, στην Αφρική και στην Ανατολική Μεσόγειο.Τι πρέπει να περιμένουμε τα επόμενα χρόνιαΔεν θεωρώ πιθανότερο σενάριο έναν ξαφνικό παγκόσμιο πόλεμο στον οποίο Ηνωμένες Πολιτείες, Κίνα και Ρωσία θα πολεμήσουν απευθείας η μία την άλλη. Το πιθανότερο σενάριο είναι διαφορετικό: μία μακρά περίοδος μόνιμης αστάθειας. Πόλεμοι θα ξεκινούν, θα παγώνουν και θα ξαναρχίζουν. Τοπικές συγκρούσεις θα μετατρέπονται σε περιφερειακές. Περιφερειακές συγκρούσεις θα προκαλούν παγκόσμιες οικονομικές συνέπειες.Η στρατιωτική τεχνολογία — drones, αυτόνομα συστήματα, δορυφόροι, κυβερνοπόλεμος, τεχνητή νοημοσύνη και φθηνότερα κατευθυνόμενα όπλα — θα επιτρέπει ακόμη και σε μικρότερους δρώντες να προκαλούν δυσανάλογες ζημιές. Η Ευρώπη θα συνεχίσει τον επανεξοπλισμό της. Η Μέση Ανατολή θα παραμείνει πεδίο ανταγωνισμού τουλάχιστον τεσσάρων μεγάλων περιφερειακών πόλων: Ισραήλ, Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Ιράν. Η Αφρική θα αποκτά μεγαλύτερη γεωπολιτική σημασία λόγω πρώτων υλών, δημογραφίας, μετανάστευσης και ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων. Και πάνω από όλα θα αιωρείται η Ταϊβάν ως δαμόκλειος σπάθη. Εάν κάποτε η αντιπαράθεση Κίνας–Ταϊβάν μετατραπεί σε ανοικτή στρατιωτική σύγκρουση με άμεση αμερικανική εμπλοκή, τότε ο αποσπασματικός παγκόσμιος πόλεμος θα κινδυνεύσει να μετατραπεί σε πραγματικό παγκόσμιο πόλεμο.Και η Ελλάδα;Εδώ βρίσκεται το ερώτημα που πρέπει να μας απασχολήσει περισσότερο. Η άνοδος της γεωπολιτικής σημασίας της Τουρκίας δημιουργεί για την Ελλάδα μία δύσκολη πραγματικότητα. Όσο περισσότερες κρίσεις εμφανίζονται στη Μαύρη Θάλασσα, στη Συρία, στο Ιράν, στον Καύκασο και στη Μέση Ανατολή, τόσο χρησιμότερη γίνεται η Τουρκία για τις Ηνωμένες Πολιτείες και για την Ευρώπη. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Δύση θα «εγκαταλείψει» την Ελλάδα. Σημαίνει όμως κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο: αυξάνεται το κόστος για τους συμμάχους μας να συγκρουστούν αποφασιστικά με την Άγκυρα για λογαριασμό μας.Η Ελλάδα επομένως δεν μπορεί να στηρίζει την εθνική στρατηγική της στην υπόθεση ότι, σε περίπτωση σοβαρής ελληνοτουρκικής κρίσης, κάποια τρίτη δύναμη θα επιβάλει αυτομάτως στην Τουρκία την υποχώρηση. Πρέπει πρωτίστως να μπορεί να αποτρέπει μόνη της τη δημιουργία τετελεσμένων. Και εδώ η λογική της hysteresis αποκτά άμεση ελληνική σημασία.Εάν η Τουρκία θεωρεί ότι τώρα διαμορφώνεται η επόμενη περιφερειακή ισορροπία, είναι απολύτως λογικό — από τη δική της οπτική — να προσπαθήσει να εισέλθει σε αυτή με όσο το δυνατόν ευνοϊκότερες «αρχικές συνθήκες». Αυτό ακριβώς κάνει με τη «Γαλάζια Πατρίδα».Η Άγκυρα έχει επιβεβαιώσει ότι προχωρεί στην επεξεργασία νομοθεσίας για τις θαλάσσιες ζώνες της, η οποία επιχειρεί να κωδικοποιήσει τις τουρκικές θέσεις για το Αιγαίο, την Ανατολική Μεσόγειο και άλλες θαλάσσιες περιοχές. Φυσικά ένας τουρκικός εσωτερικός νόμος δεν μπορεί να δημιουργήσει από μόνος του διεθνή δικαιώματα έναντι της Ελλάδας. Αυτό όμως δεν τον καθιστά στρατηγικά αδιάφορο. Δημιουργεί το εσωτερικό νομικό και διοικητικό πλαίσιο πάνω στο οποίο μπορούν αργότερα να στηριχθούν τουρκικές πράξεις.Το ίδιο ισχύει για το τουρκολιβυκό μνημόνιο, τις NAVTEX, την αμφισβήτηση ελληνικών θαλασσίων ζωνών, τις παρεμβάσεις σε έρευνες και ποντίσεις καλωδίων, τις διεκδικήσεις αρμοδιοτήτων έρευνας και διάσωσης και τη διατήρηση του casus belli. Δεν πρέπει να τα βλέπουμε ως ανεξάρτητα επεισόδια. Αποτελούν στοιχεία μιας μακροχρόνιας στρατηγικής.Και ο μεγάλος κίνδυνος για την Ελλάδα δεν είναι απαραίτητα μία τουρκική γενικευμένη στρατιωτική επίθεση. Είναι κάτι περισσότερο πιθανό και περισσότερο ύπουλο: η σταδιακή μεταβολή του status quo χωρίς γενικευμένο πόλεμο. Μία αμφισβήτηση σήμερα. Ένα επιχειρησιακό τετελεσμένο αύριο. Ένα «ειδικό καθεστώς» μεθαύριο. Και τελικά η προσπάθεια να εμφανιστεί ως διαπραγματεύσιμη μία κατάσταση η οποία προηγουμένως δεν ήταν.Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια της αναμονήςΗ απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε η πολεμοκαπηλία ούτε ο κατευνασμός. Χρειάζεται διάλογος από θέση ισχύος. Η Ελλάδα πρέπει να επιθυμεί καλές σχέσεις με την Τουρκία. Οι δύο λαοί είναι γείτονες και θα παραμείνουν γείτονες. Ο πόλεμος θα ήταν καταστροφικός και για τους δύο. Αλλά η ειρήνη διατηρείται αποτελεσματικότερα όταν και οι δύο πλευρές γνωρίζουν ότι η μονομερής μεταβολή του status quo θα έχει απαράδεκτο κόστος.Αυτό σημαίνει ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις, σύγχρονη αεράμυνα, πυραυλικές δυνατότητες, ισχυρό Πολεμικό Ναυτικό, μαζική αξιοποίηση drones και anti-drone συστημάτων, κυβερνοάμυνα και κυρίως ανασυγκρότηση της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας. Σημαίνει ότι χρειάζεται ρεαλιστική αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος. Σημαίνει ισχυρότερες στρατηγικές σχέσεις με Κύπρο, Γαλλία, Ηνωμένες Πολιτείες, Αίγυπτο, Ισραήλ και άλλους εταίρους, αλλά χωρίς την ψευδαίσθηση ότι οποιαδήποτε συμμαχία μπορεί να υποκαταστήσει την ελληνική αποτρεπτική ισχύ.Και σημαίνει ότι η Ελλάδα πρέπει να εξετάσει σοβαρά εάν μπορεί επ' αόριστον να αφήνει ανενεργά δικαιώματα τα οποία θεωρεί ότι της παρέχει το Διεθνές Δίκαιο, την ίδια στιγμή που η Τουρκία προσπαθεί συστηματικά να μετατρέπει τις δικές της διεκδικήσεις σε πολιτικά, νομικά και επιχειρησιακά τετελεσμένα.Η δυνατότητα επέκτασης των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια προβλέπεται από το Δίκαιο της Θάλασσας. Το τουρκικό casus belli του 1995 εξακολουθεί να υφίσταται, ενώ η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξακολουθεί να το καταγράφει ως σοβαρό ζήτημα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η άσκηση ενός δικαιώματος τέτοιας σημασίας είναι βεβαίως ταυτόχρονα νομική, διπλωματική και στρατηγική απόφαση. Απαιτεί προετοιμασία, στρατιωτική ισχύ και σωστό διεθνή χρονισμό. Αλλά και η μόνιμη μη άσκησή του υπό την απειλή πολέμου είναι επίσης στρατηγική επιλογή, και έχει συνέπειες.Ο κόσμος που έρχεταιΔεν πρόκειται να επιστρέψουμε στον κόσμο του 1995 ή του 2005. Οι στρατιωτικοί προϋπολογισμοί αυξάνονται. Οι συμμαχίες αναδιατάσσονται. Περιφερειακές δυνάμεις διεκδικούν μεγαλύτερες σφαίρες επιρροής. Η ενεργειακή και οικονομική ασφάλεια συνδέεται ξανά άμεσα με τη στρατιωτική ισχύ. Και το Διεθνές Δίκαιο δοκιμάζεται όλο και περισσότερο από την πολιτική των τετελεσμένων. Αυτό δεν σημαίνει ότι ένας γενικευμένος Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος είναι αναπόφευκτος. Σημαίνει όμως ότι η ειρήνη δεν μπορεί πλέον να θεωρείται το αυτονόητο σημείο ισορροπίας του συστήματος. Πρέπει να διατηρείται με αποτροπή, διπλωματία, συμμαχίες και ισχύ.Ίσως οι ιστορικοί του μέλλοντος να μη βρουν ποτέ μία συγκεκριμένη ημερομηνία για την έναρξη αυτού του νέου παγκόσμιου ανταγωνισμού. Ίσως γράψουν ότι άρχισε αποσπασματικά: με την Ουκρανία το 2022, επεκτάθηκε στη Μέση Ανατολή μετά το 2023, πέρασε σε άμεσες διακρατικές συγκρούσεις το 2025 και το 2026 και σταδιακά δημιούργησε μία εντελώς διαφορετική παγκόσμια τάξη. Αυτός είναι ο Αποσπασματικός Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος.Και για την Ελλάδα το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν μας αρέσει ο κόσμος που δημιουργείται. Ούτε αν μπορούμε να τον σταματήσουμε. Το πραγματικό ερώτημα είναι πολύ πιο πρακτικό: όταν ολοκληρωθεί αυτή η μετάβαση και διαμορφωθεί η νέα ισορροπία ισχύος, σε ποια θέση θα βρίσκεται η Ελλάδα; Θα έχει κατοχυρώσει τα δικαιώματά της; Θα ενισχύσει η Ελλάδα την αποτρεπτική της ισχύ και θα διαμορφώσει τις δικές της αρχικές συνθήκες; Ή θα διαπιστώσει εκ των υστέρων ότι, όσο εκείνη περίμενε την επιστροφή στην «κανονικότητα», οι άλλοι είχαν ήδη δημιουργήσει τη νέα κανονικότητα;Σε περιόδους ιστορικής μετάβασης, το να μην αποφασίζεις είναι και αυτό απόφαση. Και συχνά είναι η πιο επικίνδυνη.*Αυτό το άρθρο περιέχει αυστηρά προσωπικές απόψεις που δεν αντίκεινται στον φίλο Τουρκικό λαό αλλά στην τωρινή ηγεσία του, και δεν αντιπροσωπεύουν το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας.