Την ώρα που στην Ελλάδα οι γνωστοί λαϊκιστές υπερπατριώτες ασκούν διαρκή και έντονη κριτική σε όσους διαμορφώνουν και ασκούν την εξωτερική πολιτική της χώρας, κατηγορώντας την κυβέρνηση για πολιτική ανεπάρκεια, υποχωρητικότητα, κατευνασμό, έλλειψη εθνικής στρατηγικής και ανεπαρκή πατριωτική στάση απέναντι στην αναθεωρητική πολιτική της Τουρκίας, στην άλλη πλευρά του Αιγαίου η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Τούρκοι αναλυτές και τουρκικά μέσα ενημέρωσης παρουσιάζουν την εμβάθυνση της ελληνοϊσραηλινής αμυντικής συνεργασίας, ως μια εξέλιξη που μεταβάλλει τους συσχετισμούς ισχύος και τα δεδομένα ασφαλείας στην Ανατολική Μεσόγειο.Ειδικότερα, η συμφωνία για την «Ασπίδα του Αχιλλέα» έχει βρεθεί στο επίκεντρο της τουρκικής δημόσιας συζήτησης, με αναλυτές να υποστηρίζουν ότι το σύστημα έχει ως πραγματικό στόχο την Τουρκία, καθώς και ότι η αμυντική συμφωνία Ελλάδας – Ισραήλ για την προμήθειά της, είναι μια «ύπουλη» συμφωνία.Παράλληλα, αναπτύσσεται ένα ευρύτερο τουρκικό αφήγημα που επιχειρεί να παρουσιάσει γενικότερα την ελληνοϊσραηλινή συνεργασία, ως μέρος μιας γεωπολιτικής αντιπαράθεσης στην Ανατολική Μεσόγειο με κεντρικό στόχο την Τουρκία.Συγκεκριμένα, η τουρκική πολιτική ηγεσία, μέσω της ιδιαίτερα σκληρής ρητορικής που έχουν αναπτύξει ο Πρόεδρος κ. Ερντογάν και ο Υπουργός Εξωτερικών κ. Χακάν Φιντάν απέναντι στο Ισραήλ, επιχειρεί να εντάξει τις νέες περιφερειακές συνεργασίες σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αντιπαράθεσης με το Τελ Αβίβ.Έτσι, η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν παρουσιάζεται απλώς ως ένα ελληνικό αμυντικό πρόγραμμα, αλλά επιχειρείται να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο τουρκικό αφήγημα περί διαμόρφωσης ενός εχθρικού γεωπολιτικού άξονα στην Ανατολική Μεσόγειο.Αξιολογώντας τα ανωτέρω δεδομένα, το ερώτημα που προκύπτει είναι απλό και ξεκάθαρο.Αν πράγματι η πολιτική ηγεσία της Ελλάδας, όπως υποστηρίζουν οι επικριτές της, με την πολιτική των «ήρεμων νερών» υπονομεύει τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας, αποδυναμώνει την εθνική άμυνα και ασφάλεια και ακυρώνει την ελληνική αποτροπή, τότε γιατί η Τουρκία αντιδρά με τέτοια ένταση σε μια στρατηγική επιλογή του Πρωθυπουργού κ. Κυριάκου Μητσοτάκη και της ελληνικής κυβέρνησης;Το αμέσως επόμενο ερώτημα που καλούνται να απαντήσουν όσοι επίμονα επενδύουν πολιτικά στο αφήγημα της «ανίσχυρης Ελλάδας», είναι ακόμη πιο συγκεκριμένο.Αν η Ελλάδα είναι πράγματι, όπως υποστηρίζουν οι γνωστοί λαϊκιστές υπερπατριώτες, μια χώρα απομονωμένη, χωρίς ισχυρές συμμαχίες, με ανεπαρκή αποτρεπτική ισχύ και εγκλωβισμένη σε φοβικά σύνδρομα απέναντι στην Τουρκία, γιατί η εμβάθυνση της στρατηγικής συνεργασίας Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ προκαλεί τόσο έντονη συζήτηση, ανησυχία και προσπάθεια πολιτικής απονομιμοποίησης στην απέναντι πλευρά;Η απάντηση δεν βρίσκεται στις κραυγές, ούτε στις λαϊκιστικές και εθνικιστικές κορώνες για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης και μικροκομματικών σκοπιμοτήτων.Βρίσκεται στα γεγονότα. Και τα γεγονότα δείχνουν ότι η πραγματική αποτροπή οικοδομείται με σύνεση, σοβαρότητα, στρατηγικό σχεδιασμό, πραγματικές αμυντικές δυνατότητες, τεχνολογία, διεθνή αξιοπιστία και συμμαχίες με στρατηγικό βάθος.Αλλά υπάρχει ένα ακόμη ερώτημα, το οποίο θα πρέπει να απαντηθεί από όσους επιμένουν να παρουσιάζουν την Ελλάδα ως «ανίσχυρη» και «απομονωμένη».Μήπως τελικά, η εικόνα της Ελλάδας που συστηματικά καλλιεργείται στο δημόσιο διάλογο από κάποιους πολιτικούς και δημοσιολογούντες, αλλά και από ορισμένα μέσα ενημέρωσης, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική εικόνα που αξιολογεί η ίδια η Τουρκία;Γιατί υπάρχει μια κρίσιμη αντίφαση που δεν μπορεί να αγνοηθεί.Αν η Ελλάδα είναι πράγματι τόσο αδύναμη, τόσο απομονωμένη και τόσο φοβισμένη απέναντι στην Τουρκία όσο υποστηρίζουν ορισμένοι στο εσωτερικό της χώρας, τότε γιατί η Άγκυρα αντιδρά έντονα στην ενίσχυση των ελληνικών αμυντικών δυνατοτήτων και στην εμβάθυνση των στρατηγικών συνεργασιών της Αθήνας;Η Τουρκία δεν μπορεί να αντιδρά σε μια Ελλάδα που παραμένει στάσιμη, αδύναμη, φοβική και της επιβάλει συνεχώς την πολιτική της μέσω τετελεσμένων.Αντιδρά σε μια Ελλάδα που αλλάζει.Αντιδρά, σε μια Ελλάδα που ενισχύει συνεχώς τις Ένοπλές Δυνάμεις της και αναβαθμίζει την αποτρεπτική της ικανότητα.Αντιδρά σε μια Ελλάδα που εμβαθύνει τις στρατηγικές της συνεργασίες, δημιουργεί δίκτυα περιφερειακής ασφάλειας και σταθερότητας και διευρύνει το γεωπολιτικό της αποτύπωμα στην Ανατολική Μεσόγειο.Αντιδρά σε μια υπολογίσιμη δύναμη που δεν περιορίζεται απλά στην αγορά κάποιων οπλικών συστημάτων, αλλά επιδιώκει τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου και πολυεπίπεδου αμυντικού οικοσυστήματος.Τέλος, αντιδρά σε μια Ελλάδα που αυξάνει το κόστος οποιασδήποτε απόπειρας αμφισβήτησης της ασφάλειας και των κυριαρχικών της δικαιωμάτων.Και αυτά είναι ίσως τα σημαντικότερα στοιχεία που πρέπει να αξιολογήσουμε.Γιατί η πραγματική αξιολόγηση της ελληνικής ισχύος δεν μπορεί να γίνεται μέσα από εθνικιστικές κορώνες και διαγωνισμούς υπερπατριωτισμού στο εσωτερικό της χώρας.Αξιολογείται πρωτίστως από τις πραγματικές δυνατότητες που αποκτά η Ελλάδα, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο αυτές αξιολογούνται και κυρίως, γίνονται αντιληπτές από την τουρκική πλευρά.Γιατί στην αποτροπή δεν έχει σημασία μόνο η ισχύς που διαθέτεις. Έχει σημασία και η ισχύς που ο αντίπαλος αντιλαμβάνεται ότι διαθέτεις, η αξιοπιστία με την οποία την αποτυπώνεις και το κόστος που εκτιμά ότι θα κληθεί να καταβάλει εάν επιχειρήσει να την αμφισβητήσει.Και υπό αυτή την έννοια, η ένταση της τουρκικής αντίδρασης στην «Ασπίδα του Αχιλλέα» και στη στρατηγική εμβάθυνση της συνεργασίας Ελλάδας – Ισραήλ αποτελεί ένα δεδομένο που δεν μπορεί να αγνοηθεί.Υπάρχει όμως και μια δεύτερη διάσταση της τουρκικής αντίδρασης, η οποία δεν πρέπει να αγνοηθεί από την ελληνική πολιτική ηγεσία. Η διάσταση αυτή, αφορά την προσπάθεια της Άγκυρας να διαμορφώσει ένα αφήγημα που θα απονομιμοποιήσει τις ελληνικές αμυντικές επιλογές, παρουσιάζοντάς τες όχι ως μέτρα ενίσχυσης της εθνικής ασφάλειας και αποτροπής, αλλά ως επιθετικές και αποσταθεροποιητικές κινήσεις που εντάσσονται σε έναν ευρύτερο σχεδιασμό εναντίον της Τουρκίας.Το αφήγημα αυτό, δεν πρέπει απλώς να καταγραφεί από την ελληνική πλευρά, αλλά και να αναλυθεί, να αποδομηθεί και να αντιμετωπιστεί στρατηγικά.Συγκεκριμένα, η Ελλάδα δεν πρέπει να επιτρέψει να κυριαρχήσει το τουρκικό αφήγημα και να εγκλωβιστεί σε μια συζήτηση για την αμυντική της πολιτική με το πλαίσιο που θέτει η Τουρκία.Οφείλει να αναδείξει τις πραγματικές διαστάσεις των επιλογών της και να απαντήσει με επιχειρήματα στους βασικούς ισχυρισμούς που επιχειρεί να επιβάλει η τουρκική πλευρά.Υπό το πρίσμα αυτό, σε σχέση με τον τουρκικό ισχυρισμό ότι η «Ασπίδα του Αχιλλέα» αποτελεί ένα επιθετικό σχέδιο που στοχεύει την Τουρκία θα πρέπει να επισημανθεί, ότι πρόκειται για ένα πολυεπίπεδο αμυντικό σύστημα αεράμυνας και αντιβαλλιστικής προστασίας και όχι για ένα επιθετικό σύστημα σχεδιασμένο για την προβολή στρατιωτικής ισχύος εναντίον τρίτων χωρών.Σε καμία περίπτωση, η αμυντική ενίσχυση μιας χώρας δεν μετατρέπεται σε επιθετική ενέργεια, επειδή προκαλεί ανησυχία στην απέναντι πλευρά.Αν ίσχυε αυτή η λογική, τότε κάθε αμυντική επένδυση ενός κράτους θα μπορούσε να χαρακτηρίζεται «επιθετική» από οποιονδήποτε τρίτο αισθάνεται, ότι περιορίζεται η σχετική του στρατιωτική υπεροχή.Το γεγονός ότι ένα αμυντικό σύστημα μπορεί να επηρεάζει τους στρατιωτικούς υπολογισμούς της Τουρκίας, δεν μεταβάλλει τον χαρακτήρα του.Αντιθέτως, ακριβώς αυτή η μεταβολή των υπολογισμών, αποτελεί βασικό στοιχείο της αποτρεπτικής λειτουργίας του.Η ουσία της αποτροπής είναι να καταστήσει σαφές στον δυνητικό αντίπαλο, ότι οποιαδήποτε απόπειρα χρήσης στρατιωτικής ισχύος θα αντιμετωπίσει αποτελεσματικές δυνατότητες άμυνας και συνεπώς, θα συνεπάγεται υψηλότερο κόστος.Υπό αυτή την έννοια, η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν αποτελεί μηχανισμό επιθετικής προβολής ισχύος, αλλά μηχανισμό ενίσχυσης της αποτρεπτικής ικανότητας της Ελλάδας απέναντι σε μια πιθανή επίθεση.Δεν δημιουργεί από μόνη της μια νέα επιθετική δυνατότητα της Ελλάδας, αλλά ενισχύει την ικανότητά της να προστατεύει τον εναέριο χώρο, τις Ένοπλες Δυνάμεις, τις κρίσιμες υποδομές και τον πληθυσμό της.Επομένως, ο τουρκικός ισχυρισμός επιχειρεί να συγχέει δύο διαφορετικές έννοιες: την αμυντική ικανότητα και την επιθετική πρόθεση.Το ότι η Τουρκία αντιλαμβάνεται την ενίσχυση της ελληνικής αεράμυνας ως παράγοντα που επηρεάζει τους δικούς της στρατιωτικούς σχεδιασμούς, δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα αποκτά επιθετικές προθέσεις.Σημαίνει ότι η Ελλάδα αποκτά μεγαλύτερη ικανότητα να αποτρέπει ή να αντιμετωπίζει μια πιθανή επίθεση.Και εδώ βρίσκεται η πραγματική ουσία της «Ασπίδας του Αχιλλέα».Δεν είναι μια ασπίδα εναντίον της Τουρκίας, αλλά μια ασπίδα υπέρ της Ελλάδας.Η διαφορά δεν είναι επικοινωνιακή, αλλά στρατηγική.Γιατί ένα κράτος που ενισχύει την αμυντική του ικανότητα δεν δημιουργεί κατ’ ανάγκη αστάθεια.Μπορεί αντίθετα, να συμβάλλει στη σταθερότητα, όταν η ενίσχυση αυτή καθιστά λιγότερο ελκυστική την επιλογή της στρατιωτικής πίεσης ή απειλής του αντιπάλου και αυξάνει την πιθανότητα μιας κρίσης να παραμείνει υπό έλεγχο.Επομένως, η Ελλάδα δεν χρειάζεται να απολογηθεί για το γεγονός, ότι ενισχύει την άμυνά της.Χρειάζεται να εξηγήσει με σαφήνεια γιατί το κάνει και ποιον σκοπό υπηρετεί.Ο σκοπός είναι η προστασία, η λογική είναι η αποτροπή και το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα είναι η ειρήνη μέσω μιας αξιόπιστης αποτρεπτικής ισχύος.Όσον αφορά τον τουρκικό ισχυρισμό, ότι η ελληνοϊσραηλινή αμυντική συνεργασία δημιουργεί έναν «εχθρικό άξονα» εναντίον της Τουρκίας, θα πρέπει να τονιστεί ότι η στρατηγική συνεργασία Ελλάδας και Ισραήλ δεν δημιουργήθηκε για να περικυκλώσει την Τουρκία.Αντιθέτως, έχει αναπτυχθεί σταδιακά εδώ και μια δεκαετία και περιλαμβάνει την άμυνα, την ενέργεια, την τεχνολογία, την πολιτική προστασία, την οικονομία και ευρύτερα ζητήματα περιφερειακής ασφάλειας.Η Ελλάδα δεν συμμετέχει και δεν χρειάζεται να συμμετάσχει σε κανένα «αντιτουρκικό άξονα».Χρειάζεται και οικοδομεί δίκτυα στρατηγικών συνεργασιών που ενισχύουν την ασφάλεια, τη σταθερότητα και τη στρατηγική της αυτονομία.Η διαφορά είναι ουσιώδης. Ένας άξονας συγκροτείται εναντίον κάποιου, ενώ ένα δίκτυο συνεργασιών συγκροτείται για την επίτευξη κοινών συμφερόντων.Η προσπάθεια της Άγκυρας να αντιστρέψει την πραγματικότητα και να παρουσιάσει κάθε ελληνική στρατηγική συνεργασία ως μέρος ενός σχεδίου «περικύκλωσης της Τουρκίας» αποκαλύπτει περισσότερο τον τρόπο με τον οποίο η ίδια αντιλαμβάνεται το περιφερειακό περιβάλλον, παρά τον πραγματικό χαρακτήρα των ελληνικών επιλογών.Τέλος, σε σχέση με τον τουρκικό ισχυρισμό ότι η Ελλάδα, μέσω της συνεργασίας της με το Ισραήλ και της ενίσχυσης της αμυντικής της ικανότητας, μετατρέπεται σε μέρος μιας ευρύτερης γεωπολιτικής αντιπαράθεσης με την Τουρκία και κατ’ επέκταση, επιλέγει μια στρατηγική έντασης απέναντί της, η ελληνική απάντηση θα πρέπει να είναι εξίσου σαφής.Η Ελλάδα δεν έχει επιλέξει και δεν επιθυμεί να επιλέξει τη στρατηγική της έντασης.Αντιθέτως, τα τελευταία χρόνια έχει διαμορφώσει ένα μοντέλο διαχείρισης των ελληνοτουρκικών σχέσεων που συνδυάζει τον ενεργό διάλογο, τους ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας, την ανάληψη διπλωματικών πρωτοβουλιών και τη συνεχή ενίσχυση της αποτρεπτικής της ικανότητας.Πρόκειται για μια -όπως έχω αναφέρει σε παλαιότερο άρθρο μου- «Στρατηγική Ευθύνης» σύμφωνα με την οποία ο διάλογος δεν αντιμετωπίζεται ως ένδειξη αδυναμίας ή υποχώρησης, αλλά ως εργαλείο διαχείρισης κρίσεων, περιορισμού της έντασης και δημιουργίας συνθηκών σταθερότητας, χωρίς να εγκαταλείπεται η ανάγκη διατήρησης ισχυρής και αξιόπιστης αποτροπής.Ειδικότερα, μέσω αυτής της «Στρατηγικής Ευθύνης» η Ελλάδα επιδιώκει τη σταθερότητα μέσα από τον συνδυασμό διαλόγου και αποτρεπτικής ισχύος, αποφεύγοντας μια «Στρατηγική Έντασης», η οποία επενδύει στη ρητορική της αντιπαράθεσης και της σύγκρουσης και μπορεί να εγκλωβίσει τις δύο χώρες σε ένα φαύλο κύκλο κλιμάκωσης και αστάθειας.Η Ελλάδα επενδύει στο διάλογο, αλλά ταυτόχρονα ενισχύει την αποτρεπτική ισχύ της.Συνομιλεί με την Τουρκία και ταυτόχρονα, αυξάνει το κόστος οποιασδήποτε επιθετικής επιλογής εναντίον της.Διατηρεί ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας, χωρίς να αποδέχεται τετελεσμένα και να εγκαταλείπει τις κόκκινες γραμμές και τα κυριαρχικά της δικαιώματα.Αυτό δεν είναι «Πολιτική Κατευνασμού», αλλά «Στρατηγική Ευθύνης».Όταν μια χώρα προμηθεύεται αεροπλάνα Rafale, εκσυγχρονίζει τα F16 σε επίπεδο Viper, προετοιμάζεται για την ένταξη των F-35 στον αμυντικό της σχεδιασμό, ενισχύει το Πολεμικό της Ναυτικό με νέες φρεγάτες Belharra και Bergamini και προχωρά στην ανάπτυξη της «Ασπίδας του Αχιλλέα», δεν ακολουθεί πολιτική Κατευνασμού.Οικοδομεί ισχυρή εθνική αποτροπή μέσα από μια συνεκτική «Στρατηγική Ευθύνης».Εν κατακλείδι, η έντονη τουρκική αντίδραση στη συμφωνία για την απόκτηση της «Ασπίδας του Αχιλλέα» αποτελεί ένα στοιχείο που πρέπει να αξιολογηθεί με στρατηγική ψυχραιμία.Υποδηλώνει, ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζεται από την Τουρκία ως μια ανίσχυρη και απομονωμένη χώρα, όπως συχνά επιχειρείται να παρουσιαστεί στον ελληνικό δημόσιο διάλογο, αλλά ως μια υπολογίσιμη δύναμη, η οποία ενισχύει τις αμυντικές της δυνατότητες, διευρύνει τις στρατηγικές της συνεργασίες και αυξάνει το κόστος οποιασδήποτε επιθετικής ή αναθεωρητικής επιλογής εναντίον της.Ταυτόχρονα, η προσπάθεια της Άγκυρας να παρουσιάσει την ελληνική αμυντική ενίσχυση ως επιθετική ενέργεια, επιβεβαιώνει την ανάγκη η Ελλάδα, να μην αφήνει τρίτους να καθορίζουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο αξιολογούνται οι εθνικές της επιλογές.Στο πλαίσιο αυτό, η Αθήνα οφείλει να συνεχίσει να διαμορφώνει και να προβάλλει με πειστικό τρόπο το δικό της στρατηγικό αφήγημα, ότι η ενίσχυση της εθνικής της άμυνας δηλαδή, δεν αποτελεί απειλή για κανέναν, αλλά προϋπόθεση ασφάλειας, σταθερότητας και αξιόπιστης αποτροπής.Τέλος, η έντονη αντίδραση της Τουρκίας στις εθνικές και αμυντικές στρατηγικές επιλογές της Ελλάδας καταδεικνύει με ιδιαίτερα σαφή τρόπο, ότι η εθνική ισχύς δεν κρίνεται από το ποιος εμφανίζεται πιο «πατριώτης» στο εσωτερικό της χώρας.Κρίνεται και αξιολογείται από τις πραγματικές δυνατότητες που διαθέτει η χώρα, από τις στρατηγικές συμμαχίες που οικοδομεί και κυρίως, από τον τρόπο με τον οποίο οι δυνατότητες αυτές γίνονται αντιληπτές από εκείνους που ενδέχεται να τις αμφισβητήσουν.Γιατί η πραγματική αποτροπή χτίζεται με έργα και όχι με εθνικιστικές κορώνες.