Απόψεις|20.09.2026 06:10

Η ευημερία μιας χώρας κρίνεται στην ποιότητα ζωής των πολιτών της

Φάνης Τσουλουχάς

Η ανάπτυξη αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο όταν το εισόδημα επαρκεί για τις ανάγκες μιας οικογένειας, όταν η κατοικία είναι οικονομικά προσιτή και όταν ο ασθενής μπορεί να εξεταστεί εγκαίρως. Με αυτό το μέτρο, η απόσταση που χωρίζει την Ελλάδα από την ευρωπαϊκή κανονικότητα παραμένει μεγάλη.

Η έκθεση της Eurostat «Key figures on European living conditions», έκδοση 2026, παρουσιάζει κυρίως στοιχεία του 2025. Η εικόνα της Ελλάδας είναι σύνθετη: καταγράφεται εισοδηματική πρόοδος, αλλά παραμένουν εκτεταμένες στερήσεις και σοβαρά εμπόδια στην κάλυψη βασικών αναγκών. Αυτή η συνύπαρξη αξίζει να βρίσκεται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης.

Το διάμεσο ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα στην Ελλάδα ανέρχεται σε 13.612 μονάδες αγοραστικής δύναμης, έναντι 22.630 στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι το τρίτο χαμηλότερο μεταξύ των 27 κρατών, πάνω μόνο από την Ουγγαρία και τη Ρουμανία. Αντιστοιχεί περίπου στο 60% του ευρωπαϊκού επιπέδου.

Πρόκειται για εισόδημα προσαρμοσμένο στη σύνθεση του νοικοκυριού και στις διαφορές τιμών μεταξύ χωρών. Επομένως, το επιχείρημα ότι ορισμένα αγαθά και υπηρεσίες είναι φθηνότερα στην Ελλάδα έχει ήδη συνυπολογιστεί. Παρ’ όλα αυτά, η απόσταση παραμένει σχεδόν 40%. Ο συγκεκριμένος δείκτης αφορά το διαθέσιμο εισόδημα των ανθρώπων και διαφέρει από το κατά κεφαλήν ΑΕΠ.

Η μακροχρόνια εξέλιξη αποτυπώνει το βάθος του προβλήματος. Μεταξύ των ερευνών του 2010 και του 2025, το πραγματικό διάμεσο διαθέσιμο εισόδημα στην Ελλάδα μειώθηκε κατά 22,3%, ενώ στην ΕΕ αυξήθηκε κατά 25,4%. Η σύγκριση περιλαμβάνει τη βαθιά ελληνική κρίση και δεν επιτρέπει να αποδοθεί ολόκληρη η απώλεια σε μία κυβέρνηση. Επιβάλλει, όμως, να αξιολογούμε την ανάκαμψη με βάση το πόσο αποκαθιστά την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.

Παρά την εισοδηματική βελτίωση που αποτυπώνεται σε σχέση με την προηγούμενη έκδοση, η σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση φτάνει το 14,9%, έναντι 6,3% στην ΕΕ. Η Ελλάδα έχει το τρίτο υψηλότερο ποσοστό, μετά τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία. Ο δείκτης καταγράφει οικονομική αδυναμία κάλυψης συγκεκριμένων αναγκών απαραίτητων για αξιοπρεπή διαβίωση. Η εξέλιξή του υπενθυμίζει ότι η βελτίωση ενός εισοδηματικού μεγέθους δεν εξασφαλίζει αυτομάτως ανακούφιση για όλους.

Ακόμη ευρύτερη είναι η καθημερινή οικονομική πίεση. Το 87,1% του πληθυσμού στην Ελλάδα ζει σε νοικοκυριά που δηλώνουν τουλάχιστον κάποια δυσκολία να τα βγάλουν πέρα, έναντι 42,5% στην ΕΕ. Αυτό δεν σημαίνει ότι σχεδόν εννέα στους δέκα είναι εισοδηματικά φτωχοί. Σημαίνει ότι η στενότητα περιορίζει την ασφάλεια, τις επιλογές και τον προγραμματισμό μεγάλου μέρους της κοινωνίας.

Στη στέγαση, η πίεση αποκτά ιδιαίτερη ένταση. Το 26,4% του πληθυσμού ζει σε νοικοκυριά όπου το κόστος στέγασης υπερβαίνει το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος, σύμφωνα με τον ορισμό της Eurostat. Στην ΕΕ το αντίστοιχο ποσοστό είναι 7,7%. Η Ελλάδα καταγράφει την υψηλότερη επιβάρυνση: περισσότεροι από ένας στους τέσσερις βρίσκονται σε αυτή την κατάσταση.

Παράλληλα, το 18,1% αδυνατεί να διατηρήσει την κατοικία του επαρκώς ζεστή. Παρότι το ποσοστό μειώθηκε έναντι του προηγούμενου έτους, παραμένει το υψηλότερο στην ΕΕ. Στη Φινλανδία βρίσκεται μόλις στο 2,6%. Το κλίμα δεν αρκεί ως εξήγηση. Καθοριστική σημασία έχουν τα εισοδήματα, το ενεργειακό κόστος και η ποιότητα των κατοικιών.

Στην υγεία, η έκθεση αναφέρει ότι και οι 13 ελληνικές περιφέρειες εμφανίζουν μεγαλύτερα ποσοστά ανικανοποίητων αναγκών ιατρικής εξέτασης από κάθε άλλη περιφέρεια στη σύγκριση που παρουσιάζει. Οι ελληνικές τιμές κυμαίνονται από 9,1% έως 13,4%, έναντι 2,4% στην ΕΕ. Κόστος, απόσταση και αναμονές εμποδίζουν την πρόσβαση. Το εύρημα αφορά την πραγματική δυνατότητα του πολίτη να λάβει την εξέταση που χρειάζεται.

Η απάντηση απαιτεί παραγωγικές επενδύσεις που αυξάνουν την παραγωγικότητα και μεταφράζονται σε καλύτερα πραγματικά εισοδήματα. Απαιτεί αποτελεσματικό ανταγωνισμό, μεγαλύτερη προσφορά προσιτής κατοικίας, ενεργειακή αναβάθμιση για όσους αδυνατούν να τη χρηματοδοτήσουν και δημόσια υγεία με μετρήσιμη μείωση των εμποδίων πρόσβασης.

Κάθε παρέμβαση χρειάζεται κοστολόγηση, σταθερή χρηματοδότηση και αξιολόγηση αποτελεσμάτων. Οι πολίτες δικαιούνται να γνωρίζουν πόσο αυξήθηκε η αγοραστική τους δύναμη, πόσοι βγήκαν από τη στέρηση και πόσοι απέκτησαν έγκαιρη περίθαλψη. Εκεί φαίνεται αν η ανάπτυξη φτάνει στην κοινωνία. Και εκεί πρέπει να κρίνεται η επιτυχία κάθε κυβέρνησης.

* Αυτό το άρθρο περιέχει αυστηρά προσωπικές απόψεις που δεν αντιπροσωπεύουν το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας.

Eurostatεισόδημαεισοδήματαειδήσεις τώραανάπτυξη