Απόψεις|21.09.2026 13:33

Οι «Happy Warriors» της νέας Αριστεράς

Λευτέρης Αρβανίτης

Το Βερολίνο έδωσε  ενδιαφέροντα μαθήματα.  Πρώτα απ’ όλα ότι η ακροδεξιά δεν έχει το μονοπώλιο της δυσαρέσκειας. Αυτό που γίνεται όλο και πιο ξεκάθαρο είναι ότι όταν η αριστερά υποδεικνύει συγκεκριμένα προβλήματα, προσφέρει σαφείς απαντήσεις και μιλά για τις υλικές συνθήκες ζωής, μπορεί επίσης να διοχετεύσει τον θυμό.

Απέναντι στο ρόλο του κόμματος ως «φωτισμένου καθοδηγητή», μια νέα Αριστερά αναδύεται που παρακολουθεί, ανησυχεί, καταθέτει την εμπειρία της και αυτό αποτελεί μια πιο απαιτητική θέση. Στη μεγάλη εικόνα η συγκέντρωση πλούτου, η περιβαλλοντική καταστροφή, ο έλεγχος της τεχνολογίας από λίγους και η υποχώρηση της δημοκρατίας και των ελευθεριών καθιστούν ανέφικτη την ιδέα ενός αξιοπρεπούς μέλλοντος. Στην πρακτική πολιτική οφείλεις όμως να αποδείξεις γιατί θα είσαι χρήσιμος και όχι να παριστάνεις τον προφήτη, περιγράφοντας πόσο άσχημη θα γίνει η ζωή.

Η ψήφος είναι νεανική, αλλά όχι μόνο

Το πρώτο πράγμα που έκαναν και οι δύο ήταν να ξεκαθαρίσουν ποιους εκπροσωπούν και να τους φέρουν στην κάλπη. Είδαν πού υπάρχει κοινό, πού υπάρχει καύσιμη ύλη, και κατάλαβαν ότι αυτό το κοινό είναι δυνητικά πλειοψηφικό. Το θέμα δεν ήταν πλέον να πείσουν όσους ψηφίζουν άλλους, αλλά να κινητοποιήσουν όσους δεν ψήφιζαν καθόλου. Έτσι επικεντρώθηκαν στις μικρότερες και μεσαίες παραγωγικές ηλικίες, και αντίστοιχα στα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα.

Η πλειονότητα των κερδών του Die Linke προέρχεται από μη ψηφοφόρους και νεαρές ηλικίες, η ίδια τάση όπως στη Νέα Υόρκη με τον Mamdani και την αριστερά στη Σουηδία. Το 48% των ατόμων ηλικίας 25-34 ετών επέλεξε το Die Linke στο Βερολίνο. Κάτι ανάλογο συνέβη και στη Νέα Υόρκη. Στις εκλογές του 2025, η συμμετοχή των ψηφοφόρων 18-29 ετών εκτινάχθηκε στο 41,9%, σχεδόν τετραπλάσια από το 11,1% του 2021, και μέσα σε αυτό το ενισχυμένο νεανικό εκλογικό σώμα ο Zohran Mamdani συγκέντρωσε περίπου 70% των ψήφων στις ηλικίες 18-44, 78% στους 18-29 και 66% στους 30-44, ενώ πήρε επίσης 66% μεταξύ όσων ψήφισαν για πρώτη φορά σε εκλογή δημάρχου της Νέας Υόρκης, ανεξαρτήτως ηλικίας, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα πρώτη ψήφο στη ζωή τους.

Στην Ελλάδα η αναλογία είναι η ίδια. Η Ν.Δ. θα ήταν κάτι παραπάνω από αυτοδύναμη αν ψήφιζαν μόνο οι ψηφοφόροι ηλικίας άνω των 65 ετών, που την προτιμούν σε ποσοστό 42%. Αντίθετα, στις ηλικίες 17-44 το ποσοστό της πέφτει κάτω από το 20%, δείχνοντας πως δεν επικοινωνεί με τα πιο νεανικά και παραγωγικά κοινά.

Τα τελευταία χρόνια έχουν χαθεί περίπου 1,5 εκατομμύριο ψηφοφόροι παραγωγικών ηλικιών, κυρίως άνθρωποι με χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, εργαζόμενοι, νέοι επαγγελματίες και οικογένειες που αντιμετωπίζουν το υψηλό κόστος στέγασης, την ακρίβεια, την επισφάλεια και την υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών. Πρόκειται σε μεγάλο βαθμό για πολίτες με προοδευτικές καταβολές, οι οποίοι μπορεί να μην έχουν τα ίδια δημογραφικά ή μεταναστευτικά χαρακτηριστικά με τις κοινότητες της Νέας Υόρκης και του Βερολίνου, αντιμετωπίζουν όμως παρόμοια καθημερινά προβλήματα: ακριβή κατοικία, περιορισμένη πρόσβαση σε δημόσια αγαθά, εργασιακή ανασφάλεια και αίσθηση πολιτικής εγκατάλειψης.

Αφού εντοπίσεις το κοινό σου και μελετήσεις τις πραγματικές του ανάγκες, το επόμενο βήμα είναι να μιλήσεις συγκεκριμένα για τα ζητήματα που καθορίζουν την ψήφο του και να διαμορφώσεις ένα πρόγραμμα γύρω από αυτά. Όταν δεν υπάρχουν ισχυρές διαιρετικές τομές   -όπως εκείνες που γνωρίσαμε στην Ελλάδα την εποχή του Μνημονίου, πριν από περίπου δεκαπέντε χρόνια- η πολιτική δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο σε γενικές ιδεολογικές αναφορές ή σε ταυτοτικές αντιπαραθέσεις. Πλειοψηφικά ρεύματα δημιουργούνται όταν μια πολιτική δύναμη προσεγγίζει τη βάση των πραγματικών αναγκών των ανθρώπων, μετατρέπει την καθημερινή τους εμπειρία σε συγκεκριμένες προτάσεις και τους πείθει ότι το πρόγραμμά της μπορεί να βελτιώσει ουσιαστικά τη ζωή τους. Αυτό ακριβώς επιχείρησαν η Ελίφ Εράλπ και ο Zohran Mamdani, οργανώνοντας τις καμπάνιες τους γύρω από τα ζητήματα που απασχολούν περισσότερο το κοινό στο οποίο απευθύνονταν.

Απλές, επαγγελματικές, αριστερές καμπάνιες 

Οι καμπάνιες της Ελίφ Εράλπ στο Βερολίνο και του Zohran Mamdani στη Νέα Υόρκη μοιράζονται έναν κοινό πυρήνα: μια ατζέντα οικονομικής προσιτότητας που στοχεύει στην ακρίβεια των μεγαλουπόλεων, με φόντο την άνοδο ακροδεξιών δυνάμεων.

Το κεντρικό θέμα και στις δύο περιπτώσεις είναι η στεγαστική κρίση. Η Εράλπ έχτισε την πλατφόρμα της γύρω από έλεγχο ενοικίων και κοινωνικοποίηση μεγάλων εταιρειών ακινήτων, ενώ ο Mamdani έκανε την οικονομική προσιτότητα στέγασης πυρήνα της δικής του καμπάνιας στη Νέα Υόρκη.

Και οι δύο δίνουν έμφαση στις φτηνές δημόσιες συγκοινωνίες. Η Εράλπ υπόσχεται πάγωμα των τιμών εισιτηρίων και επαναφορά φθηνού κοινωνικού εισιτηρίου, ενώ ο Mamdani έχτισε τη δική του καμπάνια γύρω από δωρεάν λεωφορεία, με κοινή λογική ότι η μετακίνηση δεν πρέπει να είναι οικονομικό εμπόδιο.

Στο ζήτημα της φορολόγησης, και οι δύο προτείνουν αναδιανομή πλούτου. Η Εράλπ ζητά φόρο περιουσίας, φόρο πολυτελών κατοικιών και υψηλότερο φόρο μεταβίβασης ακινήτων, ενώ ο Mamdani προωθεί φορολόγηση πλουσιότερων κατοίκων και επιχειρήσεων για χρηματοδότηση κοινωνικών προγραμμάτων.

Οι δύο καμπάνιες μοιράζονται επίσης έμφαση σε πρακτικά, καθημερινά ζητήματα της πόλης αντί για αφηρημένες θέσεις. Η Εράλπ προτείνει δωρεάν ημέρα αποκομιδής ογκωδών απορριμμάτων, μια στρατηγική μετατροπής απτών προβλημάτων σε μετρήσιμες υποσχέσεις, αντίστοιχη με τη λογική συγκεκριμένων παρεμβάσεων του Mamdani.

Ένα ακόμη κοινό σημείο είναι η προώθηση δωρεάν δημόσιων αγαθών. Η Εράλπ υπόσχεται δωρεάν είσοδο σε μουσεία, δωρεάν πρόσβαση ανηλίκων σε πισίνες και επέκταση σχολείων κοινότητας, αντανακλώντας τη φιλοσοφία δωρεάν δημόσιων υπηρεσιών που υιοθέτησε και ο Mamdani, όπως στην παιδική φροντίδα.

Και οι δύο στοχοποιούν ανοιχτά μεγάλα οικονομικά συμφέροντα ως αντίπαλο. Η Εράλπ μιλά για ειδική ομάδα κατά της αισχροκέρδειας ενοικίων και κοινωνικοποίηση εταιρειών με χιλιάδες διαμερίσματα, ενώ ο Mamdani στρέφεται ρητορικά εναντίον μεγάλων ιδιοκτητών και επενδυτικών εταιρειών ακινήτων.

Και οι δύο καμπάνιες εκτυλίσσονται ως απάντηση στην άνοδο της Ακροδεξιάς. Στο Βερολίνο η ισχυρή επίδοση της Εράλπ ερμηνεύεται ως τρόπος να ανακοπεί η δυναμική της AfD, ενώ η εκλογή Mamdani ερμηνεύτηκε ως αντίβαρο στη ρητορική της αμερικανικής Δεξιάς. Η κοινή αφήγηση και στις δύο περιπτώσεις είναι η απάντηση στην ακρίβεια που πλήττει εργατική και μεσαία τάξη, παρουσιαζόμενη ως εναλλακτική στον ακροδεξιό λαϊκισμό.

Τρεις το λάδι, τρεις το ξύδι

Μαμντάνι και Εράλπ διέθεταν σοβαρά επιτελεία και επεξεργασμένες προτάσεις. Ήταν όμως κοστολογημένες; Όχι, δεν ήταν και για τους δύο πλήρως κοστολογημένα. Υπήρχαν εκτιμήσεις κόστους και προτεινόμενες πηγές χρηματοδότησης, αλλά όχι σε όλες τις περιπτώσεις ολοκληρωμένα, ανεξάρτητα και θεσμικά δεσμευτικά οικονομικά σχέδια.

Οι προτάσεις της Εράλπ δεν παρουσιάστηκαν ως πλήρως κοστολογημένο πρόγραμμα. Υπήρχαν συγκεκριμένες κατευθύνσεις και γενικές προτάσεις χρηματοδότησης, αλλά όχι αναλυτικός υπολογισμός για κάθε μέτρο, ιδιαίτερα για την κοινωνικοποίηση μεγάλων εταιρειών ακινήτων. Ο Mamdani παρουσίασε περισσότερες αριθμητικές εκτιμήσεις για μέτρα όπως η δωρεάν παιδική φροντίδα και τα δωρεάν λεωφορεία, προτείνοντας να χρηματοδοτηθούν μέσω υψηλότερης φορολόγησης των πλουσιότερων κατοίκων και επιχειρήσεων. Ωστόσο, ανεξάρτητες αναλύσεις αμφισβήτησαν μέρος της κοστολόγησης και εντόπισαν πιθανά χρηματοδοτικά κενά.

Οι προτάσεις και των δύο δέχτηκαν κριτική για το κόστος και τη χρηματοδότησή τους. Ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν μετέφεραν οι ίδιοι την ατζέντα από την ουσία των μέτρων στην κοστολόγηση. Αντίθετα, επέμειναν στο πολιτικό τους περιεχόμενο: στη φορολόγηση των ισχυρότερων και στην ανακατανομή των πόρων προς τη στέγαση, τις μεταφορές, την παιδική φροντίδα και τις δημόσιες υπηρεσίες.

Δεν είναι θυμωμένα γραφικά «τέρατα»

Μου έλεγε ένας φίλος που παρακολούθησε μια εκδήλωση αριστερού κόμματος πριν λίγο καιρό πως «από 20 χρονών μέχρι 65, όσοι βρέθηκαν εκεί ήταν τέρατα». Και για να προλάβω τα τυχόν σχόλια, δεν εννοούσε ότι ήταν άσχημοι οι άνθρωποι, αλλά πως συμπεριφέρονταν αλλόκοτα για τα δεδομένα μιας κανονικής ζωής. Επιθετικά, θυμωμένα, οργισμένα, αγενώς, δίχως τα παραπάνω συναισθήματα να ανταποκρίνονται στο φινάλε στην ταξική τους θέση και τα ζητήματα που αντιμετωπίζουν στις ζωές τους. Μια εικόνα που έχει κυριαρχήσει και στις καμπάνιες της Αριστεράς και κεντροαριστεράς στα σόσιαλ, όπου ανάλογα με τον φορέα εναλλάσσονται η παράταιρη οργή με το βλαχομπαρόκ παραγοντιλίκι. Είναι συλλογικές κουλτούρες μιας άλλης εποχής, που δεν επιτρέπουν ταυτίσεις και κυρίως δεν επιτρέπουν να σε πάρει κάποιος στα σοβαρά.

Αντίθετα τόσο στο Βερολίνο, όσο και στη Νέα Υόρκη είδαμε χαμογελαστούς, κανονικούς ανθρώπους που σε κάνουν να τους συμπαθήσεις, με θετική, ζεστή καμπάνια χωρίς φτήνια ή κραυγές. Ταυτόχρονα όμως είναι σκληροί ταξικά, χωρίς να το κρύβουν. Δηλώνουν ξεκάθαρα ποιους εκπροσωπούν και ποιους όχι, κατονομάζοντας ανοιχτά τους αντιπάλους τους, ως εμπόδιο στους ανθρώπους που θέλουν να υπερασπιστούν. Δεν προσπαθούν να μιλήσουν σε όλους. Επιλέγουν ξεκάθαρη πλευρά και τη διεκδικούν με σαφήνεια, συνδυάζοντας το χαμόγελο με σκληρές πολιτικές γωνίες.

Όλα αυτά πέτυχαν σε δύο περιπτώσεις με ομοιότητες και διαφορές. Και στις δύο περιπτώσεις, όταν ξεκινούσαν τη διαδρομή, οι πρωταγωνιστές της ιστορίας  δεν πίστευαν πως θα κερδίσουν. Πίστευαν όμως στη δύναμη όσων λειτουργούν με αξιοπρέπεια, χωρίς να έχουν την εξουσία.

Ζοράν ΜαμντάνιDie LinkeΓερμανίααριστεράΒερολίνοειδήσεις τώρα