Απόψεις|18.10.2026 06:30

Επτά χρόνια ανάπτυξης χωρίς σύγκλιση: Το οικονομικό έλλειμμα της κυβέρνησης Μητσοτάκη

Φάνης Τσουλουχάς

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει οικοδομήσει το οικονομικό της αφήγημα πάνω σε τέσσερις λέξεις: ανάπτυξη, επενδύσεις, σταθερότητα, μεταρρυθμίσεις. Οι αριθμοί επιβεβαιώνουν ένα μέρος αυτής της εικόνας, αλλά έπειτα από επτά χρόνια διακυβέρνησης, αυτό δεν είναι πλέον αρκετό.

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι εάν η Ελλάδα αναπτύχθηκε. Είναι τι είδους ανάπτυξη πέτυχε, ποιος την αισθάνθηκε, πόσο άλλαξε την παραγωγική βάση της χώρας και πόσο μας έφερε πιο κοντά στην Ευρώπη. Και εκεί η εικόνα είναι πολύ λιγότερο κολακευτική.

Ανάπτυξη υπάρχει, αλλά σύγκλιση δεν υπάρχει

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή το διατυπώνει σχεδόν ωμά: η οικονομική δραστηριότητα επιταχύνθηκε, αλλά όχι αρκετά ώστε να επιτύχει γρήγορη σύγκλιση. Το ελληνικό κατά κεφαλήν εισόδημα σε όρους αγοραστικής δύναμης ήταν το 2025 μόλις 68,4% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ η μακροχρόνια πραγματική ανάπτυξη εκτιμάται περίπου στο 1,5%. Αυτό είναι το οικονομικό αποτέλεσμα που πρέπει να μας ενδιαφέρει περισσότερο.

Μια χώρα που ξεκίνησε πολύ πίσω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο δεν αρκεί να μεγαλώνει. Πρέπει να μεγαλώνει ταχύτερα και παραγωγικότερα για αρκετά χρόνια ώστε να καλύπτει την απόσταση. Αυτό δεν συνέβη.

Η Ελλάδα είχε ταυτόχρονα στη διάθεσή της μία εξαιρετικά ευνοϊκή συγκυρία: δεκάδες δισεκατομμύρια ευρωπαϊκών πόρων, Ταμείο Ανάκαμψης, ΕΣΠΑ, τουριστική έκρηξη, αύξηση επενδύσεων και σημαντική δημοσιονομική υπεραπόδοση. Αν ύστερα από όλα αυτά εξακολουθούμε να βρισκόμαστε περίπου στα δύο τρίτα του μέσου κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προσαρμοσμένου για τις διαφορές αγοραστικής δύναμης, το ερώτημα δεν είναι αν η κυβέρνηση διαχειρίστηκε την οικονομία καλύτερα από την περίοδο της χρεοκοπίας. Το ερώτημα είναι αν αξιοποίησε μια ιστορική ευκαιρία για να αλλάξει το οικονομικό μοντέλο της χώρας.

Το μεγάλο χαμένο στοίχημα είναι η παραγωγικότητα

Η απάντηση φαίνεται στον σημαντικότερο ίσως οικονομικό δείκτη. Η παραγωγικότητα εργασίας στην Ελλάδα βρίσκεται στο 54,6% του μέσου όρου της ΕΕ. Την ίδια στιγμή, οι Έλληνες εργάζονται τις περισσότερες ώρες ανά εργαζόμενο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Δεν δουλεύουμε λίγο. Παράγουμε λίγη αξία ανά ώρα εργασίας. Αυτό είναι ένα πρόβλημα που δεν διορθώνεται με ένα ακόμη επίδομα, με μια προεκλογική φοροελάφρυνση ή με διοικητικές αυξήσεις μισθών. Απαιτεί μεγαλύτερες επιχειρήσεις, τεχνολογία, έρευνα, καλύτερο management, σύγχρονες δεξιότητες, πραγματικό ανταγωνισμό, παραγωγικές επενδύσεις και εξωστρέφεια.

Και εδώ ακριβώς αποκαλύπτεται η ανεπάρκεια των διαρθρωτικών αλλαγών της επταετίας. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι η οικονομία παραμένει εξαρτημένη από κλάδους σχετικά χαμηλής προστιθέμενης αξίας, όπως ο τουρισμός και η γεωργία, και από μικρές επιχειρήσεις χωρίς επαρκείς οικονομίες κλίμακας και διεθνή έκθεση. Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών ήταν ακόμη

5,7% του ΑΕΠ το 2025. Με απλά λόγια: αυξήσαμε τη ζήτηση γρηγορότερα από όσο αυξήσαμε την ικανότητά μας να παράγουμε όσα καταναλώνουμε και επενδύουμε. Αυτό δεν είναι ολοκληρωμένος παραγωγικός μετασχηματισμός.

Η ακρίβεια βρήκε μια οικονομία με χαμηλή παραγωγικότητα και αδύναμο ανταγωνισμό

Η διεθνής ενεργειακή κρίση δεν προκλήθηκε από την ελληνική κυβέρνηση. Το ίδιο ισχύει για μεγάλο μέρος του διεθνούς πληθωρισμού. Αλλά η δουλειά μιας οικονομικής πολιτικής δεν είναι να εμποδίζει τις διεθνείς κρίσεις. Είναι να κάνει την οικονομία λιγότερο ευάλωτη όταν αυτές έρχονται. Και εκεί η Ελλάδα αποδείχθηκε εξαιρετικά ευάλωτη. Η χαμηλή παραγωγικότητα, η εξάρτηση από εισαγωγές, το υψηλό ενεργειακό κόστος, η συγκέντρωση σε κρίσιμες αγορές και η αργή αύξηση της προσφοράς κατοικίας μεγέθυναν την πίεση στα νοικοκυριά.

Η στεγαστική εικόνα είναι ενδεικτική. Το 2024, το 28,9% του πληθυσμού ζούσε σε νοικοκυριά όπου το κόστος στέγασης υπερέβαινε το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος — μακράν το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ. Το 43% ζούσε σε νοικοκυριά με καθυστερήσεις σε στεγαστικό δάνειο, ενοίκιο ή λογαριασμούς κοινής ωφέλειας. Και οι τιμές των διαμερισμάτων συνέχιζαν να αυξάνονται κατά 5,7% ετησίως ακόμη και στο πρώτο τρίμηνο του 2026. Αυτή είναι η πραγματικότητα πίσω από τους μέσους μακροοικονομικούς δείκτες.

Το μοντέλο «εισπράττω και επιστρέφω ένα μέρος ως επίδομα»

Υπάρχει εδώ και μία ακόμη αντίφαση στην κυβερνητική πολιτική. Η κυβέρνηση πράγματι μείωσε συγκεκριμένους φορολογικούς συντελεστές και ασφαλιστικές εισφορές. Δεν θα ήταν ακριβές να υποστηρίξει κανείς ότι αύξησε οριζόντια όλους τους φόρους. Όμως το ελληνικό κράτος εξακολουθεί να αντλεί ένα ιδιαίτερα μεγάλο μέρος των εσόδων του από την κατανάλωση. Οι φόροι κατανάλωσης αντιπροσωπεύουν 37,8% των φορολογικών εσόδων στην Ελλάδα έναντι 26,8% στην ΕΕ.

Και αυτό δημιουργεί ένα παράδοξο: όταν αυξάνονται οι τιμές, αυξάνεται και η ονομαστική βάση πάνω στην οποία επιβάλλονται ΦΠΑ και άλλοι έμμεσοι φόροι. Στη συνέχεια, ένα μέρος των αυξημένων κρατικών εσόδων επιστρέφει στους πολίτες με τη μορφή Fuel Pass, Market Pass, επιδοτήσεων και έκτακτων βοηθημάτων. Αυτό μπορεί να είναι αναγκαίο σε μια έκτακτη κρίση. Δεν είναι όμως οικονομική στρατηγική. Τα επιδόματα είναι εργαλείο έκτακτης προστασίας, όχι θεραπεία της ακρίβειας.

Όταν οι μεταβιβάσεις μέσω επιδομάτων είναι γενικευμένες και δεν συνοδεύονται από αύξηση της προσφοράς, παραγωγικότητας και ανταγωνισμού, μπορούν να συντηρούν τη ζήτηση σε αγορές με περιορισμένη προσφορά. Και κάθε μόνιμη παροχή πρέπει τελικά να χρηματοδοτηθεί με μόνιμα έσοδα ή με περικοπή κάποιας άλλης δαπάνης.

Το ΔΝΤ και η ΕΚΤ έχουν ακριβώς γι' αυτό τον λόγο υπογραμμίσει ότι η στήριξη σε περιόδους ενεργειακής κρίσης πρέπει να είναι προσωρινή και στοχευμένη, με προτεραιότητα στα ευάλωτα νοικοκυριά και όχι σε ακριβές οριζόντιες επιδοτήσεις. Η σωστή πολιτική δεν είναι να φορολογείς ακριβά μια οικονομία και μετά να ζητάς από τον πολίτη να ευγνωμονεί επειδή του επιστρέφεις ένα μέρος των χρημάτων του. Είναι να μειώνεις μόνιμα το κόστος παραγωγής και ζωής.

Η χώρα χρειάζεται επενδύσεις που παράγουν, όχι απλώς κεφάλαια που εισρέουν

Η κυβέρνηση συχνά παρουσιάζει κάθε μεγάλη επένδυση ή ενεργειακό έργο περίπου ως αυτονόητη επιτυχία. Δεν είναι. Μια επένδυση πρέπει να αξιολογείται από την απόδοσή της, την ελληνική προστιθέμενη αξία, τις εξαγωγές, την τεχνογνωσία και τις θέσεις εργασίας που δημιουργεί.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Κάθετος Διάδρομος φυσικού αερίου. Έχει αναμφίβολη γεωπολιτική και ενεργειακή αξία ως εναλλακτική οδός προς τη Νοτιοανατολική και Ανατολική Ευρώπη. Δεν πρέπει όμως να συγχέεται η στρατηγική αξία με αποδεδειγμένη εμπορική απόδοση.

Τον Ιανουάριο του 2026, από σχεδόν 72 GWh προσφερόμενης δυναμικότητας στις σχετικές δημοπρασίες, οι κρατήσεις ήταν μόλις 48 MWh — πρακτικά αμελητέες. Μετά από σημαντικές μειώσεις των τελών διέλευσης, η εικόνα βελτιώθηκε και τον Ιούλιο κρατήθηκε πάνω από το 45% της προσφερόμενης δυναμικότητας των επόμενων τεσσάρων ετών. Άρα το έργο μπορεί να αποδειχθεί βιώσιμο. Αλλά η βιωσιμότητά του πρέπει να αποδειχθεί από την αγορά και τη μακροχρόνια χρήση του, όχι από κυβερνητικές ανακοινώσεις.

Ο ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι απλώς «σκάνδαλο», είναι οικονομική ζημία

Υπάρχει τέλος ένα σημείο που συνήθως αντιμετωπίζεται ως θέμα πολιτικής ηθικής, ενώ είναι εξίσου θέμα οικονομικής πολιτικής: η διαφθορά και η κακοδιαχείριση δημόσιων και ευρωπαϊκών πόρων. Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ είναι χαρακτηριστική.

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει απαγγείλει κατηγορίες σε 22 πρόσωπα, μεταξύ των οποίων τέσσερις εν ενεργεία βουλευτές, σε έρευνα που αφορά καταγγελλόμενο οργανωμένο σύστημα απάτης με αγροτικές επιδοτήσεις. Για άλλα πρόσωπα οι κατηγορίες απορρίφθηκαν λόγω ανεπαρκών στοιχείων, και όλοι οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι δικαστικής κρίσης. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επέβαλε το 2025 δημοσιονομική διόρθωση €415 εκατ. για αδυναμίες του συστήματος διαχείρισης και ελέγχου του ΟΠΕΚΕΠΕ την περίοδο 2015–2022 — περίοδο που καλύπτει περισσότερες από μία κυβερνήσεις.

Η μακροχρόνια ζημία τέτοιων φαινομένων είναι πολύ μεγαλύτερη από το άμεσο δημοσιονομικό ποσό. Πόροι που προορίζονται για πραγματικούς παραγωγούς δεν χρηματοδοτούν την παραγωγή. Οι συνεπείς αγρότες ανταγωνίζονται όσους εκμεταλλεύονται το σύστημα. Η χώρα εκτίθεται σε δημοσιονομικές διορθώσεις. Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί απαιτούν αυστηρότερους ελέγχους. Και η εμπιστοσύνη στον τρόπο με τον οποίο το κράτος κατανέμει δημόσιο χρήμα υπονομεύεται. Αυτό είναι αντιαναπτυξιακή πολιτική στην πράξη.

Η διαφθορά έχει οικονομικό κόστος

Ο ΟΠΕΚΕΠΕ δεν μπορεί να εξετάζεται απομονωμένα από το γενικότερο θεσμικό περιβάλλον. Στο Special Eurobarometer του 2026, 95% των ελληνικών επιχειρήσεων θεωρούν ότι η διαφθορά είναι διαδεδομένη και 79% ότι αποτελεί πρόβλημα για την επιχειρηματική δραστηριότητα, έναντι 65% και 37% αντίστοιχα στην ΕΕ. Η Επιτροπή σημειώνει επίσης ότι ο αριθμός διώξεων και τελεσίδικων αποφάσεων για υποθέσεις διαφθοράς, συμπεριλαμβανομένης της διαφθοράς υψηλού επιπέδου, παραμένει περιορισμένος.

Αυτά είναι στοιχεία αντίληψης (perception) και όχι απόδειξη ότι το 95% των επιχειρήσεων έχει βιώσει προσωπικά περιστατικό διαφθοράς. Αλλά για την οικονομία η αντίληψη έχει πραγματικές συνέπειες. Η διαφθορά σημαίνει αβεβαιότητα για τον επενδυτή, στρεβλή κατανομή πόρων, αθέμιτο ανταγωνισμό, υψηλότερο κόστος συναλλαγών και χαμηλότερη εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Δεν μπορείς να οικοδομήσεις οικονομία υψηλής παραγωγικότητας πάνω σε χαμηλή εμπιστοσύνη στους κανόνες.

Επτά χρόνια μετά, το ερώτημα είναι διαφορετικό

Η κυβέρνηση μπορεί δικαιολογημένα να απαντήσει ότι μείωσε την ανεργία, έφερε επενδύσεις, αποκατέστησε την επενδυτική βαθμίδα και σταθεροποίησε τα δημόσια οικονομικά. Το πρόβλημα είναι ότι αυτά ήταν το πρώτο στάδιο, όχι ο τελικός προορισμός.

Επτά χρόνια μετά, η παραγωγικότητα παραμένει στο 54,6% της ΕΕ. Το κατά κεφαλήν εισόδημα στο 68,4%. Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών παραμένει υψηλό. Η στέγαση απορροφά δυσανάλογο μέρος του εισοδήματος. Η φορολογία εξακολουθεί να στηρίζεται υπερβολικά στην κατανάλωση. Η χώρα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα θεσμικής αξιοπιστίας.

Και είναι χαρακτηριστικό ότι αρκετές από τις πιο ενδιαφέρουσες παραγωγικές παρεμβάσεις —μείωση προκαταβολής φόρου, επιταχυνόμενες αποσβέσεις, περαιτέρω μείωση εισφορών, μεγαλύτερο ΠΔΕ και ενεργειακές υποδομές— εμφανίζονται τώρα ως σχέδιο για τα επόμενα χρόνια. Το ίδιο το αρχικό κείμενο αναγνωρίζει ότι πρόκειται για ουσιαστικά εργαλεία, αλλά ότι το κρίσιμο ερώτημα είναι πλέον εάν θα αυξήσουν μετρήσιμα παραγωγικότητα, εξαγωγές και πραγματικούς μισθούς.

Και τότε προκύπτει το δυσκολότερο ερώτημα για την κυβέρνηση: Αν αυτές είναι οι μεταρρυθμίσεις που χρειάζεται η χώρα για να αλλάξει παραγωγικό μοντέλο, γιατί χρειάστηκαν επτά χρόνια για να φτάσουν ακόμη στο στάδιο της επόμενης υπόσχεσης;

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλο έναν κύκλο υψηλής φορολογίας, έκτακτων επιδομάτων και πανηγυρισμών για κάθε αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ. Χρειάζεται παραγωγικότητα, ανταγωνισμό και εξαγωγές, χαμηλότερο πραγματικό κόστος ζωής, θεσμούς που λειτουργούν, και δημόσιο χρήμα που πηγαίνει εκεί όπου παράγει αποτέλεσμα.

Η σταθεροποίηση ήταν αναγκαία. Μετά από επτά χρόνια, όμως, δεν αρκεί πια να λες ότι δεν οδήγησες το καράβι στα βράχια. Πρέπει να αποδείξεις ότι είναι αξιόπλοο και στην ανοιχτή θάλασσα. Και αυτό είναι το σημείο στο οποίο ο οικονομικός απολογισμός της περιόδου παραμένει προβληματικός.

* Ο Φάνης Τσουλουχάς, είναι προσωρινός Συντονιστής του Τομέα Οικονομίας του Κινήματος «Ελπίδα για τη Δημοκρατία». Αυτό το άρθρο περιέχει αυστηρά προσωπικές απόψεις που δεν αντιπροσωπεύουν το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας.

κυβέρνησηΚυριάκος Μητσοτάκηςανάπτυξηειδήσεις τώρα