Βασίλης Γκούμας: παιδικό του όνειρο ήταν να μην πεθάνει ποτέ! – Πώς μια κάλτσα στοίχειωσε τα χρόνια της δόξας του
Νίκος ΤζιανίδηςΤον Βασίλη Γκούμα τον γνώρισα στις αρχές της 10ετίας του ’80· ήταν ο άνθρωπος που με έκανε να αγαπήσω το μπάσκετ. Ενθουσιώδης, αυθόρμητος, αληθινός, με χιούμορ και αστική ευγένεια, με συστολή- όπου χρειαζόταν- και θράσος όπου απαιτούσαν οι περιστάσεις. Ήταν αξιαγάπητος και ως άνθρωπος και ως παίκτης.
Το 1992, μιλήσαμε με τον Βασίλη Γκούμα για τα παιδικά του χρόνια στο πλαίσιο ενός ενθέτου της εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ· ήταν απολαυστικός. Στο άκουσμα της σκοτεινής είδησης της εκδημίας του, αναζήτησα εκείνη τη σελίδα…Κιτρινισμένη, πια, αλλά, στο διηνεκές, λαμπερή από την παρουσία του Βασίλη…
«Χαμηλοτάβανος ο ουρανός για το μπόι του… ήρθε να μιλήσει για τα χρόνια του τα παιδικά ακόμα τις αναμνήσεις που χάραξαν βαθιά το νου του. Και όλοι εμείς που τον ακούγαμε ένα καταλάβαμε: ο Βασίλης Γκούμας δεν είχε μεγαλώσει ποτέ. Ο Βασίλης Γκούμας, με τα σκληρά αντρίκια χέρια, το γραμμένο από τα χρόνια μέτωπο και τη βαριά υποβλητική φωνή, είχε αφήσει την καρδιά του εκεί… στο Βόλο το 1950, στο Βόλο της μεταπολεμικής Ελλάδας, στη μουντή φτωχική συννεφιασμένη πόλη του Παγασητικού που τον χάιδεψε, τον κανάκεψε, του έδωσε τη γλυκιά αμόλυντη ανάσα της ζωής.
“Ήταν χρόνια σκληρά μα όμορφα, γεμάτα νιότη και αναζήτηση. Ήμουν τελευταίο παιδί οκταμελούς οικογένειας. Είχα έξι αδελφές. Κάθε πρωί έβλεπα στην απλώστρα μονάχα γυναικεία ρούχα… Σαν πήγα σχολείο ξεχώριζα ένα κεφάλι πάνω από όλους τους συμμαθητές μου. Δεν θυμάμαι ποτέ να κάθισα στο πρώτο θρανίο. Πάντα στο τέλος. Κολλητά στον τοίχο. Εκεί, σαν μεγάλωσα λίγο, έμαθα και το τσιγάρο. Στο τελευταίο θρανίο. Εκεί οργανώσαμε τις κοπάνες. Βάζαμε στην τσάντα το τάβλι, τα τσιγάρα και ο δρόμος μας ήταν γραμμή για τον Άναβρο δίπλα στην πόλη του Βόλου. Με Καζαντζίδη και Πεπίνο ντι Κάπρι, αραλίκι και όνειρα παιδικά”.
Ονειρευόταν να μην πεθάνει!
Και ένα από τα όνειρα του δεκαπεντάχρονου Γκούμα ήταν να μην πεθάνει ποτέ. “Ίσως το μοναδικό παιδικό μου όνειρο. Άλλοι έλεγαν ότι θα γίνουν αεροπόροι οι επιχειρηματίες. Εγώ ήθελα να ζήσω όσο πιο πολλά χρόνια μπορώ”.
Εκτός όμως από το τάβλι στην τσάντα του Βασίλη Γκούμα υπήρχε και το κόμικ της εποχής, ο Μικρός Ήρως.
“Μου άρεσε πολύ εκείνο το περιοδικάκι. Θυμάμαι λοιπόν πως στις σελίδες του είχα διαβάσει για τους αλιείς μαργαριταριών της Πολυνησίας, που βουτούσαν με μια πέτρα στη θάλασσα και με κίνδυνο της ζωής τους έβγαζαν τον θησαυρό. Αυτά όλα με μάγευαν και μου άρεσε να τα διηγούμαι. Το είχα πει και σε ένα φίλο μου και τόσο πολύ γοητεύτηκε από τη διήγησή μου, που άρπαξε ένα τσιμεντόλιθο και βούτηξε στο λιμάνι του Βόλου να βρει μαργαριτάρια. Τον βγάλαμε μισοπνιγμένο!”
Στα γήπεδα έστρωναν μαντηλάκι για να καθίσουν
Δεκαετία του 1960 και η Αθήνα ζει τις πιο όμορφες μέρες της!
“Ανθρώπινη πόλη τότε. Ήταν η πρωτεύουσα του κόσμου η Αθήνα. Όλα είχαν τη γοητεία τους. Στα γήπεδα οι κύριοι έστρωναν μαντηλάκι για να καθίσουν. Ο ελληνικός κινηματογράφος στις δόξες του. Λιώναμε σαν βλέπαμε τη Μπρουκ Σιλντς της εποχής μας, τη Σπεράντζα Βρανά. Τώρα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Τώρα ο Αθηναίος πετάει τα σκουπίδια από τον τρίτο όροφο και μετά, στον ίδιο τόπο, βγάζει βόλτα το παιδί του. Μία πολυπολιτισμική πολιτεία χωρίς αρχή και τέλος. Ένα χάος”.
Περισσότερο όμως από το χάος της Αθήνας τον είχε ταράξει η σοφία του 1961.
“Είχαμε πάει στη Βουλγαρία για ένα ματς της Εθνικής. Σαν βγήκαμε βόλτα στα δρομάκια της πόλης, μας πλησίασαν δεκάδες παιδιά ξυπόλυτα και με νοήματα μας ζητούσαν να τους δώσουμε κάλτσες. Αν είναι δυνατόν. Ζητιάνευαν μια κάλτσα! Πικράθηκα. Ποιος ήταν αυτός που στερούσε από έναν λαό το φθηνότερο πράγμα, μια κάλτσα!”
Και ο Βασίλης Γκούμας, ο λιγύμολπος αειδός του ελληνικού μπάσκετ, από χθες σιωπά· ταξιδεύει μόνος στα σύννεφα του επέκεινα. Ωραίος ως Έλλην, νέος όπως πάντα- σχεδόν έφηβος- στο κατώφλι των 80 χρόνων, ένας γίγαντας με ψυχή μικρού παιδιού, ένας εκφραστής μιας εποχής που πέθανε πολύ πριν αποχαιρετίσει ο Τελευταίος Αυτοκράτορας… Καληνύχτα Βασίλη!
- Τραμπ: Συνομιλούμε με ένα πιο λογικό καθεστώς στο Ιράν - Χωρίς συμφωνία, θα ανατινάξουμε τα πάντα
- Το Μονομελές Πρωτοδικείο ακύρωσε την καθαίρεση της Τυχεροπούλου από τον ΟΠΕΚΕΠΕ - «Δικαιώθηκε»
- Unabomber: Ο serial killer με IQ 167 που οδήγησε μόνος τις Αρχές μέχρι την πόρτα του
- Τι θα γίνει με το OnlyFans; Μια μητέρα τεσσάρων παιδιών αποφασίζει το μέλλον