Αργύρης Μπακιρτζής στο ethnos.gr: Η «Δημοπρασία» είναι ένας αποχαιρετισμός προς τον Σταύρο Τσιώλη
Άγγελος ΓεραιουδάκηςΟ Αργύρης Μπακιρτζής παρουσιάζεται ως μια από εκείνες τις σπάνιες μορφές της σύγχρονης ελληνικής μουσικής που μοιάζουν να αντιστέκονται στη φθορά του χρόνου. Άφθαρτος, με μια εσωτερική γαλήνη και μια απλότητα που εκπέμπει ειλικρίνεια, κινείται εδώ και δεκαετίες στο καλλιτεχνικό τοπίο χωρίς να διεκδικεί την προσοχή, αφήνοντας όμως βαθιά και διακριτά ίχνη.
Πολυσχιδής προσωπικότητα, αρχιτέκτονας με σημαντικό έργο στις βυζαντινές αρχαιότητες της Βόρειας Ελλάδας, ερασιτέχνης μουσικός με σαράντα πέντε χρόνια εμπειρίας, συλλέκτης μιας από τις μεγαλύτερες συλλογές ρεμπέτικων δίσκων στη χώρα, στιχουργός εμβληματικών τραγουδιών, ηθοποιός, αφηγητής παράξενων ιστοριών και τραγουδιστής των Χειμερινών Κολυμβητών, παραμένει πάνω απ’ όλα ένας ακούραστος αναζητητής της σημειολογίας των ανθρώπων, των τόπων και των φυλών.
Με το ανέβασμα της «Δημοπρασίας» στο Baumstrasse από τις 22 Ιανουαρίου ως τις 8 Φεβρουαρίου, κάθε Πέμπτη ως Κυριακή στις 21:00, ο Αργύρης Μπακιρτζής εκπλήρωσε –έστω και πέντε χρόνια μετά τον θάνατο του Σταύρου Τσιώλη– μια παλιά προτροπή και επιθυμία του σκηνοθέτη. Όπως ο ίδιος εξηγεί, η πρώτη επαφή με το έργο υπήρξε καθοριστική, «γιατί όταν ο Σταύρος μου έστειλε το έργο και το διάβασα, του απάντησα ότι μου άρεσε πάρα πολύ, αισθάνθηκα πως με αφορούσε άμεσα, ταυτίστηκα αμέσως με τον ήρωα, όπως μου συνέβαινε με όλους τους χαρακτήρες σε όλα τα έργα του».
Ωστόσο, οι συνθήκες της ζωής, η απόσταση, οι συγκυρίες και η επιδείνωση της υγείας του Τσιώλη δεν επέτρεψαν τότε την υλοποίηση του σχεδίου. Τα χρόνια πέρασαν, μέχρι που το έργο επανήλθε επίμονα στη σκέψη του. «Πέρασαν τα χρόνια, σχέδια υλοποιούνται, σχέδια εγκαταλείπονται, νέα εμφανίζονται. Χωρίς να το καταλάβω, "Η Δημοπρασία" επανήλθε στη σκέψη μου, κυρίως προσπαθώντας να κοιμηθώ ή περπατώντας στις λεωφόρους του μπαϊπάς, που ευτυχώς ακόμη δεν χρειάστηκε να κάνω. Είχε έρθει η ώρα της».
Έτσι πήρε την απόφαση να το τολμήσει, βλέποντας την παράσταση και ως έναν ακόμη αποχαιρετισμό στον κόσμο του Τσιώλη. «Eίπα, ας το κάνω τώρα που νομίζω πως είμαι έτοιμος. Στις ταινίες του έχουμε διαδοχικούς αποχαιρετισμούς και σαν τέτοιον βλέπω το ανέβασμα της Δημοπρασίας». Μιλώντας στο ethnos.gr για τη διαχρονικότητα του έργου, ο Αργύρης Μπακιρτζής εξηγεί ότι η απήχηση στο σήμερα δεν είναι τυχαία, καθώς, «είναι κείμενο του Τσιώλη, πάντα επίκαιρου, που πείθει καθώς αντιλαμβάνεται την ομορφιά σαν ψέμα και την αλήθεια σαν ομορφιά. Θα τον κατέτασσα στους, ενστικτωδώς, αναζητητές της αλήθειας».
Αναφερόμενος στον κουρασμένο τηλεπαρουσιαστή που υποδύεται στην παράσταση, επισημαίνει ότι δεν πρόκειται για έναν συγκεκριμένο ήρωα, αλλά για έναν καθρέφτη συλλογικό και προσωπικό μαζί, λέγοντας πως «τολμώ να πω ότι είναι ο καθένας μας ή καλύτερα ένα κομμάτι του εαυτού μας. Όπως η "θλιβερή πρώην Σταρ Ελλάς" Φωτεινίτσα του Αναγνωστάκη ή ο "Αχ που ‘σαι νιότη που ‘δειχνες πως θα γινόμουν άλλος" του Βάρναλη στους "Σκλάβους Πολιορκημένους"».
Στο ερώτημα τι είναι αυτό που κρατά τον ήρωα όρθιο ενώ όλα γύρω του καταρρέουν, ο ίδιος απαντά με μια φράση που συνοψίζει τη φιλοσοφία του ρόλου. «Με κάποιον τρόπο, μη έχοντας τίποτα τα έχει όλα, κλαίει, χαίρεται, παίζει, αντίθετα μ΄ αυτούς που φοβούνται μη χάσουν αυτά που έχουν αποκλεισμένοι από κάθε υποψία ευτυχίας». Όσο για το αν ο ήρωας είναι τραγικός ή κωμικός, ο Μπακιρτζής δεν βλέπει αντίφαση, υπογραμμίζοντας πως «Και τα δυο. Οι μεγάλοι κωμικοί του σινεμά, όπως ο Κήτον, ο Σαρλώ, δεν ήταν τραγικά πρόσωπα;»
Τι σας έδεσε τόσο βαθιά με τον Σταύρο Τσιώλη και πώς είναι να παίζετε ένα κείμενό του χωρίς εκείνον παρόντα;
Ως απών είναι περισσότερο παρών γιατί μου επιτρέπεται να διεισδύω όλο και περισσότερο στο κείμενό του. Μαζί του μ' έδεσε ο τρόπος που γράφει, έτσι που να αισθάνομαι ότι όλοι οι ρόλοι μοιάζουν να είναι γραμμένοι για μένα. Παρότι είχαμε πολύ καλή σχέση, η επικοινωνία θεμελιώθηκε μέσω του κειμένου,.
Νιώθετε τη «Δημοπρασία» σαν έναν αποχαιρετισμό;
Οπωσδήποτε. Οι ταινίες του είναι ένας συνεχής αποχαιρετισμός κι ενώ του είχα πει ότι το κείμενο είναι πολύ μεγάλο και δεν μπορώ να το μάθω, λίγα χρόνια μετά τον θάνατό του αισθάνθηκα πιεστική την ανάγκη ν' αποχαιρετίσω όσα είχαμε ζήσει μέσα κι έξω απ τις ταινίες που κάναμε μαζί.
Σας φοβίζει καθόλου η έκθεση ενός μονολόγου; Πόσο χώρο αφήνετε στον αυτοσχεδιασμό;
Θα μπορούσα να παρουσιάζω την παράσταση όσο μου επιτρέπει η φυσική μου κατάσταση. Δεν κάνω καμιά προσπάθεια ν' ακολουθήσω το κείμενο όμως αβίαστα είμαι πολύ πιστός σ’ αυτό. Κι ενώ τον πρώτο καιρό παρεμβάλλονταν δικοί μου αυτοσχεδιασμοί χωρίς να μπορεί να τους ξεχωρίσει παρά μόνο ένας καλός γνώστης του έργου του Τσιώλη, στη συνέχεια έψαξα να βρω τρόπους να τους διαφοροποιώ. Με βοήθησε τελευταία, αποτελεσματικά και ωραία, μια σιδεροκατασκευή - γλυκό κουδούνι αναγγελίας έναρξης θεατρικών παραστάσεων πριν 60-70 χρόνια.
Πιστεύετε ότι όλοι, κάποια στιγμή, βγαίνουμε σε μια προσωπική «δημοπρασία»;
Είναι πολύ δύσκολο, όμως όχι ακατόρθωτο, να το αποφύγουμε.
Είστε η γοητευτική φωνή των «Χειμερινών Κολυμβητών». Πώς αντέχει στον χρόνο ένα συγκρότημα χωρίς να αλλοιωθεί;
Όλοι είμαστε ενταγμένοι στο συγκρότημα μ' έναν πλάγιο τρόπο. Έχω ένα σλόγκαν, «υπάρχουμε γιατί δεν υπάρχουμε». Έτσι, δεν είμαστε αλληλουποχρεωμένοι και, ακόμη, ό,τι κερδίζουμε το ισομοιραζόμαστε..
Τι σας συγκινεί περισσότερο όταν βλέπετε νέους ανθρώπους να τραγουδούν τους στίχους σας;
Με εντυπωσιάζει, όμως με τα χρόνια άρχισα να το καταλαβαίνω γιατί τα τραγούδια προήλθαν από βιώματα, χωρίς εξυπνάδα, πρωτοτυπία και καλλιέπεια, οπότε ο ακροατής είναι ίσως εύκολο να ταυτιστεί μαζί τους.
Πόσο σας απασχολεί η έννοια του χρόνου σήμερα; Είναι σύμμαχος ή αντίπαλος του ανθρώπου;
Η ζωή είναι γλυκειά κι ο χρόνος τόσο σχετικός. Για μεγάλο διάστημα κάθε χρονιά έμοιαζε καλύτερη απ’ την προηγούμενη, μετά αρχίζει μια κατηφόρα, όμως χωρίς να λείπουν στάσεις αργόσυρτες και απολαυστικές, γιατί ο εγωισμός με τα χρόνια μοιάζει να υποχωρεί και μπορείς ν' απολαύσεις πράγματα καινούργια ή άλλα που παλιότερα περνούσες δίπλα τους αδιάφορα. Για παράδειγμα, στο σπίτι, τις μέρες των Χριστουγέννων, ήταν όλοι άρρωστοι με σκληρή γαστρεντερίτιδα, πλην αυτών που ανήκουν στις πιο ευάλωτες ομάδες, εμού και του σαράντα ημερών εγγονού μου Μάρκου. Μια νύχτα, στις τρεις η ώρα, που όλοι ξαγρυπνούσαμε με την αναστάτωση που προκαλούσε η αρρώστια, ο συνονόματός μου εγγονός, εικοσιδύο μηνών, απελπισμένος με τους συνεχείς εμετούς και κινούμενος ανάμεσα στις αγκαλιές της μάνας και της γιαγιάς του, με διέκρινε στο σκοτάδι του διαδρόμου και άπλωσε τα χέρια του αποζητώντας την αγκαλιά μου αρθρώνοντας αδύναμα και σπαραχτικά μαζί τη λέξη «παππού». Ε, αυτό που αισθάνθηκα δεν αγοράζεται με τίποτα, δεν το έχω ξανανιώσει.