Θέατρο|27.01.2026 15:00

Άρης Μπαλής στο ethnos.gr: «Η τέχνη σήμερα βρίσκεται σε μια περίοδο αλλαγής, κάτι νέο θα γεννηθεί»

Άγγελος Γεραιουδάκης

Ο Άρης Μπαλής γεννήθηκε στην Πάτρα και αποφοίτησε από τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, ωστόσο η ιδέα ν' ασχοληθεί με την υποκριτική δεν ήταν κάτι που υπήρχε εξαρχής στη ζωή του. Πριν περπατήσει πάνω στη σκηνή, βρέθηκε στα αμφιθέατρα της Αρχιτεκτονικής. Σπούδαζε στην Πάτρα και είχε φτάσει σχεδόν στο τέλος των σπουδών του, όταν αποφάσισε να δώσει εξετάσεις για τη δραματική σχολή. «Δεν ήξερα τίποτα, δεν είχα καμία πληροφορία, ούτε κάποιον γνωστό», θυμάται. Ήταν περισσότερο μια παρότρυνση φίλων παρά ένα οργανωμένο σχέδιο. Κι όμως, αυτή η απόφαση αποδείχθηκε καθοριστική.

Σήμερα, η αφορμή για τη συζήτησή μας είναι η συμμετοχή του σε δύο παραστάσεις με έντονο καλλιτεχνικό και πολιτικό αποτύπωμα. Από τη μία, το «Μπεν και Ίμο», η πρώτη παραγωγή της Εναλλακτικής Σκηνής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής για το 2026, που φέρνει στην Ελλάδα το έργο του Μαρκ Ρέιβενχιλ για τη σύνθετη σχέση του Μπέντζαμιν Μπρίττεν με την Ίμοτζεν Χολστ. Από την άλλη, «Η Συναρπαστική Εξέγερση του Χούλιο Τόγκα» στο θέατρο Προσκήνιο, μια παράσταση που ακουμπά με τόλμη τα διλήμματα της σύγχρονης καλλιτεχνικής ελευθερίας, της αντίδρασης και του κόστους της.

Δύο έργα διαφορετικά μεταξύ τους, που όμως συνομιλούν ουσιαστικά για την τέχνη, την ευθύνη του δημιουργού και την ανάγκη να σταθεί κανείς καθαρός και συνειδητός απέναντι στην εποχή του. Σε αυτή ακριβώς τη διασταύρωση μοιάζει να συναντά κανείς και τον ίδιο τον Άρη Μπαλή, έναν ηθοποιό και σκηνοθέτη που παρατηρεί, σκέφτεται και επιλέγει με επίγνωση.

Έχετε εντοπίσει κοινά χαρακτηριστικά με τον Μπέντζαμιν Μπρίττεν;

Νομίζω ότι ένα βασικό κομμάτι της καλλιτεχνικής διαδικασίας είναι η αμφιβολία. Το να αναρωτιέσαι συνέχεια τι κάνεις, πώς το κάνεις και αν τελικά θα τα καταφέρεις. Σε αυτό το κομμάτι, νιώθω μεγάλη ταύτιση με τον τρόπο που συνθέτει ο Μπέντζαμιν Μπρίττεν, γιατί όταν σκηνοθετώ ή παίζω έναν ρόλο πάνω στη σκηνή, υπάρχει πάντα αυτή η αμφιβολία μέσα στη διαδικασία. Και πιστεύω ότι είναι κάτι που είναι σχεδόν σύμφυτο με κάθε καλλιτεχνική πράξη.

Από εκεί και πέρα, φυσικά, υπάρχουν πράγματα στον Μπεν με τα οποία δεν ταυτίζομαι. Ο τρόπος που διαχειρίζεται την αμφιβολία του —και κυρίως πώς την δείχνει στους γύρω του— είναι πολλές φορές δύστροπος, ακόμα και συγκρουσιακός. Προσωπικά, προσπαθώ να λειτουργώ αλλιώς. Να κρατάω ψυχραιμία και να λαμβάνω πάντα υπόψη μου τους ανθρώπους που βρίσκονται δίπλα μου.

Τι είναι αυτό που ενώνει τον Μπεν με την Ιμο;

Η γνωριμία τους ξεκινάει με τη Γκλοριάνα, την όπερα που γράφτηκε για τη στέψη της βασίλισσας Ελισάβετ. Από εκεί και πέρα, αυτό το έργο γίνεται ο κοινός τους τόπος, ο άξονας γύρω από τον οποίο κυλάει η καθημερινότητά τους. Με τον καιρό, όμως, η σχέση τους γίνεται πολύ πιο βαθιά. Έχει πολλές όψεις. Είναι ταυτόχρονα γονεϊκή και ερωτική, συντροφική και συζυγική, φιλική και συνεργατική. Μέσα σε όλη αυτή την πολυπλοκότητα αναπτύσσονται πολλοί χώροι ταύτισης. Αλληλοσυμπληρώνονται και φαίνεται να καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλον με έναν τρόπο σχεδόν ενστικτώδη.

Ποια είναι αυτά τα χαρακτηριστικά της Ιμο που κάνουν τον Μπεν ν' αφεθεί σ' εκείνη;

Πέρα από τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τη μουσική —που για εκείνη είναι κάτι πολύ χειροποίητο και πάντα υπό διαρκή εξερεύνηση— η Ίμο ξεχωρίζει και για το ότι θέλει η μουσική να συνδέεται με την κοινωνία και τις τοπικές κοινότητες. Και αυτά δεν είναι τυχαία, γιατί μιλάμε για πραγματικά, ιστορικά πρόσωπα, και ο Μαρκ Ρέιβενχιλ στηρίχτηκε σε πραγματικά δεδομένα για να χτίσει το έργο του.

Αυτή η στάση την κάνει πολύ ελκυστική για τον Μπρίττεν, που κι αυτός έχει μια αντίληψη για τον ενεργό και κοινωνικά παρεμβατικό ρόλο του καλλιτέχνη. Θαυμάζει τον τρόπο που η Ίμο προσεγγίζει τη μουσική και ταυτόχρονα το πλούσιο γνωστικό της υπόβαθρο είναι για εκείνον πραγματικά πολύτιμο.

Και πέρα από όλα αυτά, υπάρχει και ένα βαθύτερο ψυχικό επίπεδο. Η Ίμο φαίνεται να έχει βρει τον τρόπο να «κρατάει» τον Μπέντζαμιν, να διαχειρίζεται τις ανασφάλειες και τις σκοτεινές πλευρές του, τις εσωτερικές του συγκρούσεις. Εκεί ακριβώς είναι που ο Μπεν μπορεί ν’ αφεθεί σε εκείνη, χάρη στην σπάνια ανεκτικότητα και την ουσιαστική κατανόηση που δείχνει για τον άλλον.

Ο Μπρίττεν ζει σε μια περίοδο έντονα συντηρητική, κάτι που αποτυπώνεται καθαρά τόσο στη ζωή όσο και στις επιλογές του. Θεωρείτε ότι έχει υπάρξει πραγματική πρόοδος από τότε μέχρι σήμερα; Ή ισχύει αυτό που λέμε συχνά, ότι η Ιστορία επαναλαμβάνεται;

Αν ξεκινήσουμε από την προσωπική του ζωή, ο Μπεν ήταν ομοφυλόφιλος σε μια Αγγλία όπου η ομοφυλοφιλία δεν ήταν απλώς κοινωνικά ανεπιθύμητη, αλλά και νομικά ποινικοποιημένη. Κι όμως, μέσα σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο κατάφερε να φτιάξει έναν δικό του χώρο ελευθερίας. Έζησε σε μια μικρή κοινότητα που τον αποδεχόταν και μοιράστηκε τη ζωή του με τον σύντροφό του σε ένα σταθερό, κοινό σπίτι. Με αυτόν τον τρόπο δημιούργησε έναν προστατευμένο μικρόκοσμο, παρά το εχθρικό κοινωνικό και νομικό περιβάλλον.

Σίγουρα έχει γίνει πρόοδος από τότε. Σήμερα, τουλάχιστον στον δυτικό κόσμο, η ποινικοποίηση της ομοφυλοφιλίας μοιάζει αδιανόητη. Ταυτόχρονα, όμως, βλέπουμε κοινωνικά δικαιώματα που κατακτήθηκαν με αγώνες να αμφισβητούνται ξανά. Ζητήματα όπως οι αμβλώσεις ή ο σεξουαλικός αυτοπροσδιορισμός ξαναμπαίνουν στο προσκήνιο με τρόπους που ανησυχούν. Γι’ αυτό χρειάζεται μεγάλη επαγρύπνηση, για να μην χαθεί ό,τι προοδευτικό έχει κερδηθεί με κόπο και αίμα.

Και εδώ βρίσκω κάτι πολύ ουσιαστικό στη σχέση των δύο πρωταγωνιστών του έργου. Μέσα στο μεταπολεμικό σκοτάδι, η Ιμο υπενθυμίζει στον Μπεν ότι ακριβώς στις πιο σκοτεινές εποχές είναι που πρέπει να δημιουργούμε. Αν το σκοτάδι απειλεί να επιστρέψει, τότε η ανάγκη για τέχνη γίνεται πιο επιτακτική από ποτέ.

Θεωρείτε ότι η τέχνη σήμερα μπορεί να λειτουργήσει υποστηρικτικά απέναντι σε όσα βιώνουμε ή κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα είδος πολυτελείας;

Θα έλεγα πως η τέχνη οφείλει να βοηθάει. Παρ’ όλα αυτά, έχω την αίσθηση ότι περνάμε μια μεταβατική περίοδο, όπου κάτι καινούργιο προσπαθεί να γεννηθεί. Αυτή τη στιγμή η τέχνη ψάχνει να βρει ξανά τον κοινωνικό της ρόλο. Δεν είναι όπως ήταν πριν είκοσι ή σαράντα χρόνια. Κάτι έχει αλλάξει ριζικά, αλλά ακόμα δεν έχει σταθεροποιηθεί, δεν έχει βρει τα πατήματά της. Και έτσι, πολλές φορές δεν επιτελεί τον ρόλο που θα μπορούσε ή θα έπρεπε να έχει. Το χειρότερο είναι ότι η «τέχνη» συχνά συγχέεται με τη μαζική κουλτούρα, κι αυτό τη φέρνει σε μια κατάσταση που την αποδυναμώνει.

Τι σημαίνει για σας τέχνη;

Για μένα, η τέχνη είναι οι ρωγμές δημιουργικότητας μέσα στην κανονικότητα. Είναι ένα άνοιγμα στη φαντασία, ένας εναλλακτικός τρόπος να δεις τη ζωή και την ίδια σου την ύπαρξη. Και αυτό το άνοιγμα συνοδεύεται πάντα από ερωτήματα, ποτέ από βεβαιότητες.

Τι σας έχει μάθει η τέχνη για τον εαυτό σας; 

Νομίζω πως, μέσα από την τέχνη, συνειδητοποιώ ότι είμαστε πολύ περισσότερα πράγματα απ’ όσα νομίζουμε. Δεν είμαστε μία ενιαία ταυτότητα, αλλά πολλαπλές, ταυτόχρονες εκδοχές του εαυτού μας. Δυσκολεύομαι να το κατονομάσω με ακρίβεια, γιατί πρόκειται για λεπτές, ιδιάζουσες ψυχικές περιοχές. Αυτό που καταλαβαίνω, όμως, είναι πως πλέον μπορώ να βλέπω τον εαυτό μου με μεγαλύτερη πολυπλοκότητα απ’ ό,τι στο παρελθόν.

Θεωρείτε ότι δημόσιοι θεσμοί, όπως το Εθνικό Θέατρο ή η Λυρική, προσφέρουν μεγαλύτερη ασφάλεια στον καλλιτέχνη σε σχέση με το ελεύθερο θέατρο;

Ναι, αναμφίβολα προσφέρουν ένα πιο σταθερό και προστατευμένο πλαίσιο, το οποίο επιτρέπει μεγαλύτερη ελευθερία στους σκηνοθέτες — και κατ’ επέκταση στους ηθοποιούς — να πειραματιστούν. Στο ελεύθερο θέατρο, που λειτουργεί κυρίως με όρους αγοράς, η εμπορική επιτυχία είναι συχνά αναγκαιότητα. Διαφορετικά, μια παράσταση κινδυνεύει να διακοπεί πρόωρα, κάτι που δημιουργεί μία μόνιμη ανασφάλεια. Αντίθετα, στους δημόσιους οργανισμούς αυτό το άγχος είναι περιορισμένο. Όχι μόνο λόγω της συγκεκριμένης διάρκειας των παραστάσεων, αλλά κυρίως επειδή το επίκεντρο δεν βρίσκεται αποκλειστικά στο εμπορικό αποτέλεσμα, αλλά σ' έναν ευρύτερο καλλιτεχνικό και θεσμικό στόχο. Επίσης, οι δημόσιοι θεσμοί, όπως η Λυρική Σκηνή για παράδειγμα, προσφέρει ένα εργασιακό περιβάλλον που σε μεγάλο βαθμό απουσιάζει από το ελεύθερο θέατρο. Και μόνο το να το βιώσεις και να το γνωρίσεις αυτό, έχει από μόνο του ενδιαφέρον και αξία.

Παράλληλα, πρωταγωνιστείτε στην παράσταση «Η Συναρπαστική Εξέγερση του Χούλιο Τόγκα», κάθε Δευτέρα και Τρίτη. Υπάρχει κάποια από τις πλευρές του πρωταγωνιστή που καταλαβαίνετε περισσότερο; 

Νομίζω πως αυτό που καταλαβαίνω περισσότερο είναι η έντονη του διάθεση για εξέγερση. Τη βλέπω, βέβαια, και μέσα από τον ρόλο που υποδύομαι εγώ, τον Οράσιο, ο οποίος είναι ο καρδιακός του φίλο. Ο Χούλιο είναι μια προσωπικότητα που εμπνέει, κοινωνικά, πολιτικά, αλλά και καλλιτεχνικά. Κι αυτή η δύναμη έμπνευσης είναι βαθιά γοητευτική για τους ανθρώπους που βρίσκονται γύρω του και τον ακολουθούν.

Νιώθετε ότι είναι ένας άνθρωπος που θέλει ν' αλλάξει τον κόσμο ή κυρίως να σώσει τον εαυτό του;

Αυτό ακριβώς είναι και το κεντρικό ερώτημα της παράστασης. Τον συναντάμε σε μια ηλικιακή καμπή, σε μια στιγμή αυτοαμφισβήτησης, όπου αναρωτιέται ποιος είναι και ποιος είναι τελικά ο ρόλος του, τόσο καλλιτεχνικά όσο και κοινωνικά. Το έργο προσπαθεί να φωτίσει αυτή την αμφισημία. Ο Χούλιο είνα μια προσωπικότητα με έντονο ναρκισσισμό και εγωκεντρισμό. Και αυτό είναι κάτι που το έργο του Βασίλη Μαγουλιώτη δεν αποσιωπά. Αντίθετα, το εξερευνά χωρίς να τον αγιοποιεί ή να τον ηρωοποιεί, παρότι του αποδίδει στοιχεία που εκ πρώτης όψεως είναι γοητευτικά και ελκυστικά. Αυτή η αντίφαση είναι, νομίζω, και ο πυρήνας του χαρακτήρα του.

Σε συνδυασμό με τις δύο παραστάσεις, ποιο είναι το τίμημα μιας αποτυχίας στην πορεία ενός καλλιτέχνη;

Πιστεύω πως η έννοια της αποτυχίας είναι βαθιά σχετική και σε καμία περίπτωση δεν θα έπρεπε να ορίζεται κοινωνικά. Ειδικά όταν μιλάμε για καλλιτεχνική διαδικασία. Σε μια ευρύτερη κλίμακα, έξω από τον ίδιο τον εαυτό μας, δεν υπάρχει ούτε επιτυχία ούτε αποτυχία στην τέχνη. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς τις ορίζουμε εμείς οι ίδιοι. Ακόμη κι αν βιωθεί κάτι ως αποτυχία, θεωρώ πως για έναν καλλιτέχνη το ζητούμενο είναι η αποδοχή και το επόμενο βήμα. Αυτές οι μεταπτώσεις είναι αναπόσπαστο μέρος της διαδρομής και καλώς είναι. Άλλωστε, η τέχνη δεν είναι μια διαδικασία όπου διακυβεύονται ζωές. Αν κάτι δεν πάει καλά, δεν πεθαίνει κανείς. Και αυτό, κατά έναν τρόπο, είναι βαθιά ανακουφιστικό. Υπό αυτό το πρίσμα, το μέγεθος τόσο της αποτυχίας όσο και της επιτυχίας μικραίνει. Τα αγκαλιάζεις, μαθαίνεις από αυτά και συνεχίζεις.

Έχετε δηλώσει ότι η επιλογή να σπουδάσετε Αρχιτεκτονική ήταν για σας μια αποτυχία στη ζωή σας. Τι ήταν αυτό που σας έκανε να το πιστέψετε; 

Από μικρός ονειρευόμουν να γίνω αρχιτέκτονας. Όταν όμως βρέθηκα στη σχολή, ήρθα αντιμέτωπος με μια έντονη απογοήτευση. Ήταν, νομίζω, η σύγκρουση μιας φαντασίωσης με την αρχή της πραγματικότητας. Η εκπαίδευση ήταν ιδιαίτερα τεχνοκρατική και αφιέρωσα πολύ χρόνο σε πράγματα που δεν μ' εξέφραζαν ουσιαστικά. Επιπλέον, πρόκειται για μια σχολή που, σ' έναν βαθμό, προϋποθέτει και ένα συγκεκριμένο ταξικό υπόβαθρο, κάτι που δυσκόλεψε ακόμη περισσότερο τη σχέση μου με αυτό που συνέβαινε εκεί.

Από την άλλη, αυτή η περίοδος μου έδωσε τον χρόνο να στραφώ σε άλλα πεδία, να διαβάσω, ν' αναζητήσω, να γνωρίσω διαφορετικούς κόσμους παράλληλα με τις σπουδές μου. Κοιτάζοντας πίσω, νομίζω πως η επιλογή αυτή έγινε κάπως αυτοματοποιημένα. Στην Γ' λυκείου, τη στιγμή που καλείσαι ν' αποφασίσεις τι θα κάνεις στη ζωή σου, ακολούθησα μια πεπατημένη. Ημουν καλός μαθητής, μου άρεσε αυτό, άρα «έπρεπε» να το επιλέξω. Εκεί, ίσως, πίεσα τον εαυτό μου να χωρέσει σε μια διαδρομή που τελικά δεν του ταίριαζε.

Το επάγγελμα που έχετε επιλέξει εμπεριέχει αρκετό άγχος, ειδικά στα πρώτα βήματα. Κοιτάζοντας σήμερα πίσω την πορεία σας, νιώθετε ότι έχετε δικαιωθεί για την επιλογή σας;

Η απόφαση να αφήσω την αρχιτεκτονική και να έρθω στην Αθήνα για να σπουδάσω θέατρο στο Εθνικό ήταν μια καθοριστική τομή στη ζωή μου. Από τότε, νιώθω χαρούμενος και ευγνώμων, γιατί είχα την τύχη να συνεργαστώ με ανθρώπους, έργα και ρόλους που μου έδωσαν χώρο. Χώρο να εξελιχθώ, να αναρωτηθώ, να μπω σε μια ουσιαστική διαδικασία καλλιτεχνικής αναζήτησης. Όλα αυτά μου έχουν δώσει μεγάλη χαρά. Οπότε μπορώ να πω ότι νιώθω δικαιωμένος για την επιλογή μου και τυχερός που τα πράγματα εξελίχθηκαν έτσι, και ελπίζω να συνεχίσουν να εξελίσσονται κοντά σε όσα είχα φανταστεί.

Ο τρόπος που επαναστατούμε σήμερα έχει αλλάξει σε σχέση με το παρελθόν; 

Ναι, νομίζω ότι έχει αλλάξει. Οι αφηγήσεις του παρελθόντος γύρω από την επανάσταση ήταν πιο κεντρικές, βασισμένες σε μεγάλες πράξεις, συγκρούσεις ή επιθέσεις. Σήμερα, όμως, η ζωή είναι πολύ πιο σύνθετη και πολυεστιακή. Πράξεις που παλιά δεν θα τις έλεγες «επαναστατικές», τώρα αποκτούν έναν πιο εξεγερσιακό χαρακτήρα. Οι μικρές, καθημερινές ρήξεις απέναντι στην κανονικότητα συμβαίνουν πολύ πιο συχνά και ίσως γι’ αυτό μοιάζουν πιο αληθινές. Αυτές οι διάσπαρτες, σημειακές εξεγέρσεις δείχνουν καλύτερα πώς βιώνουμε σήμερα την πραγματικότητα.

Η ελευθερία έχει κόστος;

Φυσικά! Αν δεν έχει κόστος, δεν είναι ελευθερία. Αν δεν εμπεριέχει ρίσκο, απώλεια ή συνέπειες, τότε μιλάμε για κάτι άλλο. 

συνέντευξηεπανάστασηηθοποιόςΕθνική Λυρική Σκηνή