Θέατρο|14.02.2026 13:25

Barry McStay αποκλειστικά στο ethnos.gr: «Μια οικογένεια μπορεί να δημιουργηθεί με πολλούς διαφορετικούς τρόπους»

Άγγελος Γεραιουδάκης

Στο Studio Μαυρομιχάλη παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα η «Αναπαραγωγή» (Breeding), το πολυσυζητημένο έργο του Ιρλανδού συγγραφέα και ηθοποιού Barry McStay, σε μετάφραση και σκηνοθεσία του Μενέλαου Καραντζά. Ένα έργο που, όπως έχει δηλώσει ο δημιουργός του, γεννήθηκε από την ανάγκη να ειπωθούν ιστορίες queer γονεϊκότητας που σπάνια βλέπουμε στη σκηνή. Ιστορίες που δεν αφορούν μόνο τη διαφορετικότητα, αλλά τη βαθιά ανθρώπινη ανάγκη για αγάπη, αποδοχή και το δικαίωμα να δημιουργήσεις τη δική σου οικογένεια.

Η «Αναπαραγωγή» παρακολουθεί τη διαδρομή ενός ομόφυλου ζευγαριού προς την πατρότητα, καθώς έρχονται αντιμέτωποι με μια εξαντλητική διαδικασία αξιολόγησης, γεμάτη ερωτήσεις, αμφιβολίες και αόρατα όρια. Μέσα από έναν ζωντανό, ευφυή και συχνά απρόσμενα τρυφερό διάλογο, ο McStay ισορροπεί με μαεστρία ανάμεσα στο χιούμορ και τη συγκίνηση, φωτίζοντας όχι μόνο τα κοινωνικά εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι χαρακτήρες, αλλά και τις εσωτερικές τους ρωγμές: τους φόβους, τις ανασφάλειες και τις αλήθειες που αποκαλύπτονται όταν η αγάπη δοκιμάζεται.

Το έργο, που πρωτοπαρουσιάστηκε με μεγάλη επιτυχία το 2023 στο King’s Head Theatre στο Λονδίνο και επέστρεψε το 2024 με νέα παραγωγή, απέσπασε εξαιρετικές κριτικές για τους «ηλεκτρισμένους διαλόγους» και τη μοναδική του ικανότητα να συνδυάζει το χιούμορ με τη βαθιά συγκίνηση. Με αφορμή την ελληνική πρεμιέρα του έργου στην Αθήνα, ο Barry McStay μιλά αποκλειστικά στο ethnos.gr για τη ζωή του ως Ιρλανδός καλλιτέχνης στο Λονδίνο, τη διαδρομή του ως ηθοποιός και συγγραφέας και το πώς η «Αναπαραγωγή» εξελίχθηκε μαζί του, αποτυπώνοντας τις πιο βαθιές του σκέψεις για την ταυτότητα, την ευαλωτότητα και την ανάγκη για αποδοχή.

Από πού γεννήθηκε η ανάγκη να γράψετε την «Αναπαραγωγή»; Ποια σκέψη, εμπειρία ή ερώτημα ήταν η αφετηρία αυτού του έργου;

Ξεκίνησα να γράφω το κείμενο, το οποίο αργότερα έγινε το «Breeding» (αρχικός τίτλος: Zeb And Eoin), το 2016. Γνώριζα ανθρώπους που είχαν περάσει τη διαδικασία της υιοθεσίας και με είχε εντυπωσιάσει το πόσο παρεμβατική ήταν. Έθετε δύσκολες και προσωπικές ερωτήσεις στους υποψήφιους γονείς, ενώ όσοι αποκτούσαν παιδιά με φυσική σύλληψη δεν υποβάλλονταν ποτέ στην ίδια εξέταση ή αμφισβήτηση. Σ' εκείνο το στάδιο, η ιστορία ήταν γραμμένη για δύο μόνο χαρακτήρες —η Μπεθ εμφανίστηκε αργότερα— και περιλάμβανε μια απλή αφηγηματική φωνή που έκανε τις ερωτήσεις, ενώ βλέπαμε σκηνές από τη ζωή του ζευγαριού να εκτυλίσσονται. Ήταν περισσότερο μια άμεση σάτιρα της γραφειοκρατίας, σε συνδυασμό με μια εξερεύνηση της αβεβαιότητας ενός ζευγαριού που βρισκόταν στο κατώφλι της γονεϊκότητας.

Με τον καιρό, το έργο εξελίχθηκε. Η Μπεθ έγινε ένας πλήρως ανεπτυγμένος χαρακτήρας, η ιστορία απέκτησε μεγαλύτερο συναισθηματικό βάθος και μια πιο σύνθετη, ανατρεπτική αφήγηση. Και έτσι έγινε ένα καλύτερο έργο. Κατάλαβα ότι αυτό που πραγματικά χρειαζόταν να είναι — και αυτό που εγώ ήθελα — ήταν ένα έργο για την οικογενειακή ζωή, που αφηγείται μια παραδοσιακή ιστορία μ' έναν μη παραδοσιακό τρόπο.

Γιατί επιλέξατε ένα ομόφυλο ζευγάρι ως κεντρικούς ήρωες της ιστορίας;

Εγώ ο ίδιος είμαι γκέι, όπως και τα ζευγάρια που γνώριζα και είχαν υιοθετήσει παιδιά. Προσπαθώ στη γραφή μου να φέρνω στο προσκήνιο queer ιστορίες, καθώς υπάρχουν ήδη πάρα πολλά έργα που μιλούν για την ετεροφυλόφιλη γονεϊκότητα. Ένιωσα ότι είχε αξία να εξερευνήσω τη διαδρομή προς τη γονεϊκότητα — έναν χώρο που ιστορικά θεωρούνταν ετεροφυλόφιλος — μέσα από μια queer οπτική. Αυτό επιτρέπει στο κοινό να δει μια πολύ παλιά ιστορία μέσα από ένα σύγχρονο πρίσμα, να κατανοήσει ότι μια οικογένεια μπορεί να δημιουργηθεί με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους, αλλά και ν' αναγνωρίσει τις κοινές εμπειρίες που μοιράζονται όλοι οι γονείς, ανεξάρτητα από το ποιοι είναι.

Παράλληλα, το έργο επιδιώκει ν' αναδείξει και τη μεταχείριση «ίδιοι αλλά διαφορετικοί» που συχνά βιώνουν τα queer άτομα. Σ' έναν κόσμο που μιλά για «ισότητα», οι βασικοί χαρακτήρες έχουν δικαιώματα, αλλά εξακολουθούν ν' αντιμετωπίζονται ως διαφορετικοί. Δεν μπορούν πάντα ν' ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο που οι περισσότεροι θεωρούν δεδομένο. Τα εμπόδια που συναντούν τους υπενθυμίζουν αυτή τη διαφορά. Αυτό είναι που μ' ενδιαφέρει και ως συγγραφέα. Ν' αναδεικνύω τις ομοιότητες, αλλά και να θέτω το ερώτημα πού και γιατί εξακολουθούν να υπάρχουν διαφορές.

Ανάμεσα στον Όουιν και τον Ζεμπ, υπάρχει κάποιος χαρακτήρας με τον οποίο νιώθετε πιο κοντά ή ταυτίζεστε περισσότερο; 

Έγραψα τον ρόλο του Eoin (η ιρλανδική γραφή του Owen) για τον εαυτό μου και τον υποδύθηκα στην πρώτη βρετανική παραγωγή του «Breeding» το 2023, και ξανά το 2024, όταν το έργο ανέβηκε εκ νέου. Και τις δύο φορές στο Kings Head Theatre στο Λονδίνο. Ως ηθοποιός που γράφει, ήθελα να είμαι σίγουρος ότι αισθάνομαι αρκετά ώριμος συγγραφικά πριν επιχειρήσω να φορέσω και τα δύο «καπέλα» ταυτόχρονα — του ηθοποιού και του συγγραφέα — στην ίδια παραγωγή. Το «Breeding» είναι το τέταρτο έργο μου που ανέβηκε στη σκηνή και ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα: «Εντάξει, τώρα ξέρω τι κάνω ως συγγραφέας, θέλω να παίξω κιόλας σε αυτό».

Ο Όουιν είναι γκέι, αλλά και Ιρλανδός που ζει στο Λονδίνο. Αυτή η θέση μπορεί να είναι παράξενη, καθώς είναι «ξένος μέσα στους ξένους». Ήδη διαφορετικός λόγω της σεξουαλικότητάς του, κι ύστερα, ακόμη και μέσα στην ίδια την κοινότητα, ελαφρώς παράταιρος, επειδή έρχεται από άλλη χώρα. Κι όμως, ως Ιρλανδός στο Λονδίνο, δεν θεωρείσαι πάντα «ξένος» με τον τρόπο που αντιμετωπίζονται άλλοι μετανάστες. Παρ’ όλα αυτά, εγώ νιώθω αυτή τη διαφορά βαθιά. Μπορεί να είναι μια μοναχική συνθήκη. Οπότε, αν είσαι γκέι, Ιρλανδός, υπεραναλυτικός, με μια φυσική τάση να συμμορφώνεσαι και καμιά φορά εγωκεντρικός εις βάρος των άλλων — αν δεν μπορώ να παίξω τον Όουιν, τότε τι κάνω προσπαθώντας να γίνω ηθοποιός; Επιπλέον, το δεύτερό μου όνομα είναι Eoghan (μια παλαιότερη γραφή του Eoin), οπότε απόλαυσα ιδιαίτερα τη σκηνή όπου ο Ζεμπ και ο Όουιν γνωρίζονται και δένονται εξαιτίας των «περίεργων ονομάτων» τους!

Η Μπεθ είναι ένας από τους πιο αμφίσημους χαρακτήρες του έργου. Άλλοτε μοιάζει να στέκεται στο πλευρό του ζευγαριού κι άλλοτε απέναντί τους. Πώς θα τη περιγράφατε εσείς;

Η Μπεθ είναι συμαντική για την ιστορία, καθώς είναι εκείνη που τη θέτει σε εξέλιξη. Αν ο Ζεμπ και ο Όουιν είναι οι δείκτες, εκείνη είναι ο μηχανισμός του ρολογιού. Στην αρχική εκδοχή του έργου, όταν υπήρχε μόνο ως μια φωνή, εκπροσωπούσε απλώς την εξουσία και την κρίση. Τώρα, ως κοινωνική λειτουργός που οφείλει να αξιολογήσει τον Ζεμπ και τον Όουιν, και ως μια γυναίκα που βιώνει τη δική της διαδρομή προς τη γονεϊκότητα, δεν μπορεί να περιοριστεί στο να κρίνει μόνο, αλλά συμπονά. Κατανοεί τους δύο άντρες περισσότερο απ’ όσο εκείνοι αρχικά της αναγνωρίζουν.

Η Μπεθ δεν υπάρχει απλώς για να εξυπηρετεί τη δική τους ιστορία — κάτι που ήταν αδυναμία των πρώτων εκδοχών του έργου — αλλά επειδή αυτή είναι και δική της ιστορία. Βρίσκεται και η ίδια σε μια αδύναμη θέση. Είναι μια δημόσια λειτουργός, αλλά παραμένει άνθρωπος, και πρέπει να παλέψει με τις πολυπλοκότητες της υπόθεσης που έχει μπροστά της. Η δουλειά της είναι να μετατρέπει ανθρώπους σε λέξεις πάνω σε μια σελίδα, σε στοιχεία μέσα σε έναν φάκελο, σε «τικ» μέσα σε ένα κουτάκι. Όμως το έργο ζητά από το κοινό να θυμάται ότι πρόκειται για ανθρώπους με όλες τις αδυναμίες και τις ευαισθησίες που μας καθορίζουν. Και η Μπεθ είναι άνθρωπος. Κάνει λάθη, έχει παρορμήσεις, ελπίδες και όνειρα, ενώ ταυτόχρονα κουβαλά τις ελπίδες των υποψήφιων γονιών και την ασφάλεια των μελλοντικών τους παιδιών. Είναι τεράστιο βάρος για έναν άνθρωπο. Είναι εργατική, αποφασιστική, συμπονετική, με χιούμορ. Πραγματικά απόλαυσα να γράφω τον ρόλο της.

Πιστεύετε ότι υπάρχει πραγματικά ένας αντικειμενικός τρόπος να κριθεί αν κάποιος είναι «κατάλληλος» να γίνει γονιός;

Όχι. Και θέλω να πω ότι κατανοώ απόλυτα ΓΙΑΤΙ η υιοθεσία είναι μια τόσο αυστηρή και απαιτητική διαδικασία. Τα παιδιά πρέπει να προστατεύονται και οι αξιολογήσεις των υποψήφιων γονέων γίνονται συνήθως με τις καλύτερες προθέσεις. Όμως οι γονείς που αποκτούν παιδιά με φυσική σύλληψη δεν αξιολογούνται με τον ίδιο τρόπο, ούτε μπορείς να προβλέψεις αν κάποιος θα είναι καλός γονιός με βάση το επάγγελμά του, το πιστωτικό του σκορ ή το αν είναι παντρεμένος. Μπορείς απλώς να κάνεις ό,τι καλύτερο μπορείς κατά την αξιολόγηση, όπως και ως γονιός μπορείς μόνο να προσπαθείς όσο καλύτερα γίνεται. Όλοι θα έχουν κακές μέρες. Το ζητούμενο είναι να υπάρχουν περισσότερες καλές παρά κακές.

Πώς βλέπετε την ιδέα ότι το κράτος μπορεί –ή και οφείλει– να «ξεγυμνώνει» την προσωπική ζωή των ανθρώπων στο όνομα της προστασίας ενός παιδιού;

Και πάλι, καταλαβαίνω γιατί το κράτος οφείλει να προστατεύει τα παιδιά. Είναι μια ευάλωτη περίοδος και μια λεπτή διαδικασία. Όμως είναι ευάλωτη και για τους υποψήφιους γονείς και δεν πρόκειται για δοκιμασίες από τις οποίες περνά κάθε γονιός. Αυτό που βρίσκω πιο έντονο είναι ότι τα queer άτομα μεγαλώνουν και ζουν με το αίσθημα ότι διαρκώς βρίσκονται υπό παρατήρηση: είτε «κάνουν coming out κάθε μέρα» όταν αναφέρουν έναν σύντροφο του ίδιου φύλου, είτε νιώθουν τα βλέμματα των περαστικών όταν κρατούν το χέρι του/της συζύγου τους στον δρόμο, είτε έρχονται αντιμέτωποι με την ομοφοβία στα μέσα ενημέρωσης και στην καθημερινότητα. Μια διαδικασία όπως η υιοθεσία αγγίζει διαφορετικά τους queer ανθρώπους, γιατί στο βάθος αιωρείται το ερώτημα «είστε κατάλληλοι;». Η ιστορία είναι γεμάτη παραδείγματα όπου τα queer άτομα εξισώθηκαν άδικα με κακοποιητές ή παιδόφιλους. Ακόμη κι αν αυτό δεν είναι η πρόθεση των αξιολογήσεων, είναι δύσκολο να μη νιώσεις αμηχανία και βάρος όταν βρίσκεσαι εσύ στο επίκεντρο αυτού του ελέγχου.

Τι μας αποκαλύπτει, τελικά, η γραφειοκρατία για το πώς ορίζουμε την κανονικότητα και το αποδεκτό;

Και πάλι, κατανοώ ότι το κράτος έχει ευθύνη να προστατεύει τα παιδιά. Πρόκειται για μια ευαίσθητη στιγμή και μια απαιτητική διαδικασία. Όμως το ίδιο ευαίσθητη είναι και για τους υποψήφιους γονείς, και δεν είναι μια εμπειρία που βιώνουν όλοι οι γονείς. Για τα queer άτομα, που συχνά αισθάνονται ότι κρίνονται σε όλη τη ζωή τους — από το καθημερινό «coming out» μέχρι τα βλέμματα στον δρόμο ή την ομοφοβία στον δημόσιο λόγο — η υιοθεσία φέρει ένα επιπλέον φορτίο. Το υπονοούμενο ερώτημα «είστε πράγματι κατάλληλοι;» κουβαλά ιστορικά βάρη και προκαταλήψεις. Κι έτσι, ακόμη κι αν οι προθέσεις είναι προστατευτικές, η εμπειρία του να μπαίνεις κάτω από αυτόν τον προβολέα παραμένει δύσκολη και συναισθηματικά απαιτητική.

Μέσα σ' έναν κόσμο που αλλάζει τόσο γρήγορα, τι πιστεύετε ότι έχει πραγματικά ανάγκη ένα παιδί; Σταθερότητα, αγάπη ή απλώς ανθρώπους που είναι παρόντες;

Ιδανικά, και τα τρία! Όταν υπάρχουν άνθρωποι που είναι πραγματικά παρόντες για σένα, αυτό από μόνο του είναι μια πράξη αγάπης — και αυτή η αγάπη σου δίνει σταθερότητα. Υπάρχει ένας σχετικά νέος όρος, «found family» ή «chosen family» («οικογένεια που βρίσκεις» ή «οικογένεια που επιλέγεις»), που εκφράζει ακριβώς αυτό. Είναι κάτι πολύ οικείο για πολλούς queer ανθρώπους, που ίσως δεν ένιωσαν την ίδια παρουσία, αγάπη ή αποδοχή από τη βιολογική τους οικογένεια όταν έκαναν coming out. Έτσι, βρίσκουν και επιλέγουν τη δική τους οικογένεια. Ανθρώπους που τους προσφέρουν τον σεβασμό και την αίσθηση ταυτότητας που τους αξίζει. Τι περισσότερο θα μπορούσε να ζητήσει κανείς;

Θεωρείτε ότι η «Αναπαραγωγή» απευθύνεται κυρίως σε ένα LGBTQ+ κοινό ή πιστεύετε ότι αφορά όλους μας, ανεξαρτήτως ταυτότητας;

Ήθελα το έργο να εξερευνήσει το «τι έρχεται μετά;» στις LGBTQ+ ιστορίες. Έχουμε δει έργα για το coming out, έργα για το AIDS, και — όταν πρωτοήρθα στο Λονδίνο το 2010 — μια ολόκληρη σειρά έργων γύρω από το chemsex. Όμως έργα που εξερευνούν την καθημερινή, οικογενειακή ζωή των queer ανθρώπων στον 21ο αιώνα δεν ήταν τόσο συνηθισμένα, και αυτό ένιωσα ότι άξιζε να γράψω. Το «Breeding» είναι διακριτικά ριζοσπαστικό, γιατί παίρνει τον οικιακό κόσμο των ετεροφυλόφιλων ζευγαριών και τον επαναπροσδιορίζει μέσα από μια queer οπτική. Παίρνει την ιστορία της γονεϊκότητας και την αφηγείται ξανά από μια queer σκοπιά.

Και όμως, πάρα πολλοί ετεροφυλόφιλοι θεατές αγάπησαν το έργο. Ετεροφυλόφιλοι γονείς που είχαν περάσει τη διαδικασία της υιοθεσίας, άλλοι που αναγνώρισαν τους φόβους, ή άνθρωποι που συγκινήθηκαν από τις ιστορίες αγάπης στον πυρήνα του έργου και από την ανθρώπινη προσπάθεια να φροντίζουμε ο ένας τον άλλον όσο καλύτερα μπορούμε. Η αγάπη βρίσκεται στην καρδιά του «Breeding». Μέχρι πού θα έφτανες για να αποκτήσεις αυτό που πάντα ονειρευόσουν; Μέχρι πού μπορεί να σε οδηγήσει η αγάπη; Η αγάπη είναι κάτι πανανθρώπινο, και αυτό το έργο δεν ανήκει μόνο στους queer ανθρώπους. Είναι μια ιστορία για να τη μοιραζόμαστε όλοι.

Ένα στοιχείο που ξεχωρίζει στο έργο είναι η λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο χιούμορ και τη συγκίνηση. Πόσο δύσκολο ήταν να κρατηθεί αυτή η ισορροπία χωρίς να χαθεί η ένταση του θέματος;

Προσπαθώ πάντα να γράφω με αυτόν τον τρόπο. Πιστεύω ότι αν κάνεις το κοινό να γελάσει, τότε η επόμενη στιγμή σοκ ή βαθιάς συγκίνησης θα έχει ακόμη μεγαλύτερη δύναμη. Αντίστοιχα, όταν το κοινό βρίσκεται στα όρια της συγκίνησης, μια απλή προσπάθεια ενός χαρακτήρα να κάνει κάποιον άλλον να χαμογελάσει μπορεί να είναι αυτό που τελικά θα τους κάνει να ξεσπάσουν σε κλάματα. Όταν είμαστε στα πιο χαμηλά μας, συχνά προσπαθούμε να το κρύψουμε και είναι φυσικό οι χαρακτήρες στη σκηνή να κάνουν το ίδιο. Προσπαθώ επίσης να γράφω με φυσικό τρόπο. Ως ηθοποιός, επιδιώκω ο διάλογος να ακούγεται αληθινός, να μπορεί να παιχτεί με αμεσότητα και να έχει τον καθημερινό του ρυθμό. Κάτι που συχνά γίνεται και απρόσμενα αστείο όταν ζωντανεύει στη σκηνή. Δεν πιστεύω ότι αυτό αποδυναμώνει το έργο. Αντίθετα, το ενισχύει.

Υπάρχει μια σκηνή προς το τέλος του έργου, όπου ο Όουιν, ο Ζεμπ και η Μπεθ έχουν έναν έντονο καβγά και αποκαλύπτονται μεγάλες αλήθειες. Ο Όουιν και ο Ζεμπ βρίσκονται στο δυσκολότερο σημείο τους. Και τότε ο Όουιν προτείνει να φτιάξει στον Ζεμπ ένα chicken kiev. Κάθε βράδυ που παιζόταν αυτή η ατάκα, προκαλούσε ταυτόχρονα γέλια και δάκρυα. Ήταν κάτι τόσο απλό, τόσο καθημερινό και έδινε στο κοινό μια ανακούφιση μετά από όλη την ένταση που είχε προηγηθεί. Αυτή η ανακούφιση ερχόταν με δύο φαινομενικά αντίθετους τρόπους, αλλά και οι δύο ήταν απόλυτα ανθρώπινοι και κατανοητοί.

Πώς νιώσατε όταν μάθατε ότι το έργο σας ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα; Τι σημαίνει αυτό για εσάς;

Χάρηκα πάρα πολύ! Ένα από τα έργα μου, το «Vespertilio», είχε παρουσιαστεί ξανά στην Αυστραλία το 2024, και είχα την ευκαιρία να επισκεφθώ τον θίασο στις πρόβες. Ήταν μια περίεργη εμπειρία να βλέπω το έργο μου να ζωντανεύει από μια εντελώς νέα ομάδα, για πρώτη φορά. Όμως το «Breeding» είναι η πρώτη φορά που έργο μου μεταφράζεται σε άλλη γλώσσα και όταν είδα τη μετάφραση, γραμμένη με το ελληνικό αλφάβητο, πραγματικά συγκινήθηκα βαθιά! Έχω και μια επιπλέον προσωπική σύνδεση με αυτό, αφού ήμουν ο πρώτος που υποδύθηκε τον χαρακτήρα του Eoin. Είναι συναρπαστικό να σκέφτομαι ότι αυτή η ιστορία, που τόσο αγάπησα να δημιουργώ, θα μοιραστεί τώρα με ακόμη περισσότερους ανθρώπους. Ως καλλιτέχνης, το όνειρό μου είναι να μοιράζομαι ιστορίες και να συνδέομαι με τους ανθρώπους μέσα από αυτές και είμαι πολύ περήφανος που το «Breeding» το κάνει τώρα αυτό στην Αθήνα.

Πιστεύετε ότι το ελληνικό κοινό θα «διαβάσει» την ιστορία με τον ίδιο τρόπο όπως το βρετανικό;

Ομολογώ ότι δεν γνωρίζω τόσα πολλά για την ελληνική κουλτούρα όσα θα ήθελα! Όμως έχω Έλληνες φίλους στο Λονδίνο και έχουν διαβάσει το κείμενο. Ένας από αυτούς παρακολούθησε το βίντεο της λονδρέζικης παράστασης του «Breeding», ενώ διάβαζε τη μετάφραση, ώστε να συγκρίνει τα δύο και να μου πει αν το κείμενο «λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο» όπως το αγγλικό πρωτότυπο. Του άρεσε πολύ! Μου είπε ότι οι Έλληνες συνήθως χρειάζονται λίγο περισσότερο χρόνο για να εκφραστούν σε σχέση με τους αγγλόφωνους, αλλά ότι το κείμενο εξακολουθεί να έχει ρυθμό και χιούμορ. Είναι αρκετά ευθύς και άμεσος άνθρωπος, και λέει ότι αυτό ισχύει γενικά και για τους Έλληνες. Οπότε ίσως το ελληνικό κοινό εκνευριστεί λίγο με το γεγονός ότι οι χαρακτήρες δεν λένε πάντα αυτό που πραγματικά σκέφτονται. Αλλά, τελικά, από εκεί γεννιέται μεγάλο μέρος της δραματικής έντασης!

Θα σας ενδιέφερε να δείτε την «Αναπαραγωγή» να μεταφέρεται στη μικρή ή τη μεγάλη οθόνη; Και αν ναι, πώς φαντάζεστε αυτή τη μετάβαση;

Περιέργως, λίγο μετά την παρουσίαση του «Breeding» στο Λονδίνο, προβλήθηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο μια πολύ επιτυχημένη τηλεοπτική σειρά, το «Lost Boys And Fairies», που επίσης αφορούσε ένα γκέι ζευγάρι που υιοθετεί ένα παιδί. Ειδικά το πρώτο επεισόδιο άγγιζε παρόμοια θέματα με το «Breeding». Αρκετοί με ρώτησαν αν είχα κάποια συμμετοχή στη δημιουργία της σειράς! Δεν είχα, αλλά ήταν ενδιαφέρον το πώς αυτό ανέδειξε το γεγονός ότι οι ιστορίες για queer γονείς είναι ακόμη κάτι σχετικά νέο για πολλούς ανθρώπους — τόσο νέο, που δεν είχαν φανταστεί ότι θα μπορούσε να υπάρξει και… δεύτερη! Πιστεύω ότι το έργο θα μπορούσε να λειτουργήσει και ως ταινία. Υπάρχουν σκηνές που μοιάζουν με μοντάζ, αναδρομές στο παρελθόν, διαφορετικοί χώροι και πολλά υπόγεια συναισθήματα. Είναι κάτι που ίσως εξερευνήσω στο μέλλον. Παρ’ όλα αυτά, το να βρίσκεσαι στο θέατρο και να ακούς το κοινό ν' αντιδρά σε πραγματικό χρόνο σε ό,τι συμβαίνει στη σκηνή είναι κάτι μαγικό. Γι’ αυτό αγαπώ το θέατρο και τη συγγραφή για τη σκηνή.

Τι σημαίνει για εσάς σήμερα η έννοια της οικογένειας; Είναι κάτι σταθερό ή κάτι που επαναπροσδιορίζεται διαρκώς;

Ως έφηβος που δεν είχε ακόμη αποκαλύψει την ταυτότητά του, θα μου ήταν πολύ δύσκολο να αναγνωρίσω αυτό που σημαίνει «οικογένεια» σήμερα. Όταν γεννήθηκα στην Ιρλανδία το 1985, η ομοφυλοφιλία ήταν ακόμη παράνομη, το διαζύγιο ήταν επίσης παράνομο, η χώρα ήταν σε μεγάλο βαθμό εθνοτικά ομοιογενής και εξακολουθούσε να βρίσκεται υπό την ισχυρή επιρροή της Καθολικής Εκκλησίας. Η αντίληψή μου για την οικογένεια είναι σήμερα πολύ διαφορετική από ό,τι θα ήταν τότε. Δεν θα μπορούσα να φανταστώ έναν κόσμο όπου θα ήμουν παντρεμένος μ' έναν άντρα, όπου οι γκέι άνθρωποι θα ήταν γονείς ή όπου θα υπήρχαν πολυσυντροφικές σχέσεις. Δεν θα μπορούσα να κατανοήσω τους πολλούς και διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους μπορεί να δημιουργηθεί μια οικογένεια.

Πιστεύω ότι είναι θετικό να υπάρχει ευελιξία σε αυτό το ζήτημα, γιατί ορισμένες οικογένειες και σχέσεις μπορεί να είναι δυσλειτουργικές, ενώ μια μη παραδοσιακή μορφή οικογένειας μπορεί ν' αποδειχθεί η πιο ουσιαστική και ολοκληρωμένη σχέση στη ζωή κάποιου. Ζούμε σ' έναν κόσμο όπου κάποιοι θέλουν να ορίζουν τα πράγματα με άκαμπτο τρόπο και πολύ συχνά αυτό απλώς αποκλείει ανθρώπους και προκαλεί πόνο. Αντίθετα, όταν μπορούμε να συμπεριλαμβάνουμε και να στηρίζουμε ο ένας τον άλλον, αυτό είναι πάντα το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα.

Πώς θεωρείτε ότι τα social media έχουν επηρεάσει την έννοια της οικογένειας και των σχέσεων; Μας έφεραν πιο κοντά ή μας απομάκρυναν συναισθηματικά;

Θεέ μου! Είμαι σίγουρος ότι η δική μου οπτική για τα social media — όπως τα βιώνω μέσα σε μια αριστερή, καλλιτεχνική, queer «φούσκα» — διαφέρει αρκετά από άλλες. Όταν πρωτοπαρουσιάστηκε το «Breeding», είχα την τύχη να συνομιλήσω διαδικτυακά με queer γονείς και ομάδες γονεϊκότητας, που χάρηκαν πολύ βλέποντας τον εαυτό τους να εκπροσωπείται στην τέχνη. Νομίζω πως τα social media δίνουν τη δυνατότητα στους ανθρώπους να αναγνωρίζουν τον εαυτό τους στους άλλους, να βρίσκουν την κοινότητά τους, ακόμη κι αν δεν ήξεραν ότι υπάρχει.

Από την άλλη, αυτό μπορεί και να τρομάζει κάποιους, και έτσι βλέπουμε αντιδράσεις και πισωγυρίσματα. Παρότι δεν ασχολούμαι ιδιαίτερα, γνωρίζω το φαινόμενο των «trad wives» στο διαδίκτυο, ανθρώπων που νοσταλγούν την επιστροφή στους παραδοσιακούς έμφυλους ρόλους και σε πιο συντηρητικές αξίες. Τα social media αντανακλούν κάθε είδους απόψεις και πολύ πιο ειδικοί από εμένα έχουν εξηγήσει πώς οι αλγόριθμοι συχνά ενισχύουν και παγιώνουν τις ήδη υπάρχουσες πεποιθήσεις μας, ωθώντας μας προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Προσωπικά, πιστεύω σε μια πιο ανοιχτή και πολυδιάστατη αντίληψη για την οικογένεια και τις σχέσεις, και με ανησυχεί ότι υπάρχουν δυνάμεις σήμερα που προσπαθούν να περιορίσουν και να συρρικνώσουν αυτούς τους ορισμούς, με τα social media ως ένα από τα βασικά τους εργαλεία. Ελπίζω το «Breeding» να βοηθά στο να αποκτούν πρόσωπο αυτές οι ιστορίες, να «ανθρωποποιεί» τους «άλλους» που κάποιοι θέλουν να αποκλείσουν. Τα δικαιώματα των queer ανθρώπων έχουν κατακτηθεί με κόπο και χρειάζονται διαρκή υπεράσπιση.

Κλείνοντας, τι θα θέλατε να γνωρίζει το ελληνικό κοινό για εσάς ως άνθρωπο;

Αχ, από πού να αρχίσω; Όπως ανέφερα, είμαι γκέι, Ιρλανδός, 40 ετών (αν και δείχνω μικρότερος — χάρη στα καλά γονίδια των γονιών μου!) και ζω στο Λονδίνο με τον Άγγλο σύζυγό μου, με τον οποίο είμαστε μαζί πάνω από δέκα χρόνια. Εργάζομαι ως ηθοποιός και συγγραφέας. Εκτός δουλειάς, αγαπώ τα επιτραπέζια παιχνίδια, τα κουίζ και παρακολουθώ φανατικά αθλητικά, ιδιαίτερα γκολφ. Στη γραφή μου, ως γκέι μετανάστης, έλκομαι συχνά από ιστορίες που εξερευνούν τι σημαίνει «σπίτι» και «ανήκειν» — είτε αυτό αφορά έναν τόπο είτε άλλους ανθρώπους — καθώς και τη λυτρωτική δύναμη της αγάπης. Προσπαθώ να βλέπω το καλό στους ανθρώπους. Ίσως αυτό είναι χρήσιμο για έναν θεατρικό συγγραφέα και ερμηνευτή. Χρειάζεται να μπορείς να δεις και τις δύο πλευρές, εκτός αν γράφεις καθαρά διδακτικά ή μονοδιάστατα. Είμαι από τη φύση μου αρκετά ντροπαλός και εσωστρεφής, οπότε εκφράζομαι κυρίως μέσα από τη δουλειά μου.

Το «Breeding» ωρίμασε όσο ωρίμαζα κι εγώ. Το ξεκίνησα το 2016, αλλά ανέβηκε στη σκηνή το 2023. Το 2020 πέρασα κι εγώ μια περίοδο ασθένειας, που επηρέασε βαθιά τα θέματα του έργου. Θέματα που υπήρχαν ήδη, αλλά η νέα μου οπτική τα ενίσχυσε και τα βάθυνε. Είχα επίσης την τεράστια τύχη να συνεργαστώ με εξαιρετικούς ανθρώπους σε όλες τις παραγωγές μου — σκηνοθέτες, δημιουργικούς συνεργάτες και ηθοποιούς. Παρότι κάποιοι συγγραφείς προτιμούν τη μοναχικότητα — κι εγώ, παρά τη ντροπαλότητά μου — αγαπώ να βρίσκομαι στην αίθουσα προβών, να ξαναγράφω, ν' ανταποκρίνομαι σε αυτό που γεννιέται εκείνη τη στιγμή και να δουλεύω το κείμενο μέχρι να φτάσει στην καλύτερη εκδοχή του. Το έργο δεν θα ήταν τόσο καλό χωρίς αυτούς.

Ελπίζω το ελληνικό κοινό να έρθει να το δει. Πιστεύω βαθιά στη συλλογική εμπειρία της τέχνης και στη μαγεία που δημιουργείται όταν μοιράζεσαι μια θεατρική στιγμή ανάμεσα σε καλλιτέχνη και θεατή. Και πέρα από όλα αυτά, μπορείτε να με ακολουθήσετε στο Instagram στο @barrymcstay για να μάθετε περισσότερα για εμένα και τη δουλειά μου. Και ελάτε να δείτε το «Breeding» στην Αθήνα. Ελπίζω να μπορέσω να το κάνω κι εγώ σύντομα. Δεν μιλάω ελληνικά, αλλά νομίζω πως θα καταλαβαίνω αρκετά καλά τι συμβαίνει…!

ζευγάριqueerΛονδίνοσυνέντευξηοικογένεια