Βασίλης Μαυρογεωργίου στο ethnos.gr: «Όποιος κρατάει το όπλο, γράφει και τους κανόνες του παιχνιδιού»
Άγγελος ΓεραιουδάκηςEίχα πρωτοδεί τον Βασίλη Μαυρογεωργίου, το 2018, στο Μικρό Γκλόρια, στην παράσταση «Το Χελιδόνι», σε σκηνοθεσία Ελένη Γκασούκα, με τη Σοφία Σεϊρλή και τον ίδιο στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Ήταν από εκείνες τις θεατρικές στιγμές που δεν ξεχνιούνται εύκολα. Ήταν μια παράσταση που σε ακολουθεί και μετά την υπόκλιση, καθώς κάτι μέσα σου έχει ήδη μετακινηθεί.
Μερικά χρόνια αργότερα, η ανυπομονησία επιστρέφει με αφορμή τη μουσική παράσταση «ASTORIA», που θα κάνει πρεμιέρα την Πέμπτη 19 Μαρτίου, στο Θέατρο Παλλάς, σε πρωτότυπο κείμενο Κωνσταντίνου Σαμαρά και σκηνοθεσία του ίδιου του Μαυρογεωργίου. Μια παράσταση που μας μεταφέρει στη Νέα Υόρκη του Μεσοπολέμου, εκεί όπου μια μικρή Ελλάδα γεννιέται μέσα σε ένα καφενείο στην καρδιά της Αστόριας και το τραγούδι γίνεται φωνή, παρηγοριά και αντίσταση.
Ηθοποιός, σκηνοθέτης, θεατρικός συγγραφέας και καθηγητής υποκριτικής, ο Βασίλης Μαυρογεωργίου ανήκει σε εκείνη τη σπάνια κατηγορία καλλιτεχνών που μετακινούνται με άνεση από τον έναν ρόλο στον άλλον, χωρίς να χάνουν τη φλόγα και το πάθος που νιώθουν για τη σκηνή. Παρατηρητικός, ανήσυχος, με χιούμορ που ακροβατεί ανάμεσα στο τρυφερό και το αντισυμβατικό, μιλά για την τέχνη, τον φόβο της μοναξιάς, τη νοσταλγία μιας εποχής χωρίς κινητά, την ανάγκη για καλοσύνη, αλλά και για εκείνη την απόλυτη ευτυχία που, όπως λέει, χωρά σε μια γιορτή με όλους τους αγαπημένους του ανθρώπους.
Σ’ έναν κόσμο όπου συνυπάρχουν η βία και η αλαζονεία με την αθωότητα και τον αυθορμητισμό, η συζήτηση μαζί του μοιάζει με διαδρομή ανάμεσα στην ελπίδα και τη σκιά της εποχής. Και ίσως, τελικά, όπως υπαινίσσεται το αγαπημένο του απόφθεγμα, «τίποτα δεν είναι αληθινό, όλα επιτρέπονται», το ζητούμενο να μην είναι η απόλυτη βεβαιότητα, αλλά η τόλμη. Να συνεχίζουμε να δημιουργούμε, να ρισκάρουμε και, πάνω απ’ όλα, να… αναπνέουμε.
Τι ήταν αυτό που σας έκανε να αισθανθείτε ότι θέλετε –και πρέπει– να σκηνοθετήσετε μια παράσταση όπως η «ASTORIA»;
Με συγκλόνισε βαθιά η ίδια η ιστορία αυτών των ανθρώπων. Το μεγάλο μεταναστευτικό κύμα από την Ελλάδα προς την Αμερική, από τη δεκαετία του ’20 έως και το ’40, υπήρξε ένα ταξίδι ανάγκης και επιβίωσης. Άνθρωποι που άφησαν πίσω τους μια πατρίδα βυθισμένη σε οικονομικές δυσκολίες, για να αναζητήσουν μια ευκαιρία σε μια άγνωστη ήπειρο. Με γοήτευσε η εικόνα των αντρών που έφευγαν πρώτοι, με την ελπίδα να βρουν εργασία και να σταθούν στα πόδια τους, ώστε να ακολουθήσουν αργότερα πλοία γεμάτα νύφες. Γυναίκες που ταξίδευαν για να συναντήσουν έναν μέλλοντα σύζυγο που είχαν δει μόνο σε φωτογραφία. Με συγκίνησε, επίσης, ο σκληρός έλεγχος που γινόταν σε ανθρώπους που, έπειτα από ένα ταξίδι έως και δύο μηνών, κρίνονταν «ανεπιθύμητοι» — επειδή ήταν άρρωστοι ή επειδή θεωρούνταν πολιτικά επικίνδυνοι — και αναγκάζονταν να επιστρέψουν αμέσως πίσω.
Πέρα όμως από τη δυσκολία και τον αγώνα για επιβίωση, υπάρχει και το θαύμα της δημιουργίας. Μέσα σε αυτή τη νέα γη γεννήθηκε μια ισχυρή ελληνική κοινότητα. Στη Νέα Υόρκη ιδρύθηκε δισκογραφική εταιρεία που ηχογραφούσε ελληνικά τραγούδια, μεταφέροντας τη μουσική παράδοση από την Ελλάδα και τη Μικρά Ασία. Το ρεμπέτικο άνθισε και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Τα Καφέ-αμάν και τα στέκια της εποχής έγιναν χώροι συνάντησης, πολιτισμού, διασκέδασης, ακόμα και παρανομίας την περίοδο της ποτοαπαγόρευσης. Αισθάνθηκα πως αυτή η διαδρομή — σκληρή αλλά και δημιουργική — έχει πολλά να αποκαλύψει. Η «ASTORIA» δεν αφηγείται μόνο μια ιστορία του παρελθόντος, αλλά συνομιλεί με το παρόν. Σε μια εποχή όπου τα σύνορα, οι μετακινήσεις πληθυσμών και η έννοια της πατρίδας επανέρχονται στο προσκήνιο, η μνήμη αυτών των ανθρώπων αποκτά ιδιαίτερο βάρος και σημασία.
Στην «ASTORIA» ο κόσμος κινείται μέσα σε οικονομική κρίση, ανασφάλεια και πολιτική ένταση. Πιστεύετε ότι, έναν αιώνα μετά, έχει αλλάξει ουσιαστικά κάτι για τον σύγχρονο άνθρωπο;
Αναμφίβολα, ο δυτικός άνθρωπος σήμερα απολαμβάνει έναν πιο ασφαλή και ποιοτικό τρόπο ζωής σε σύγκριση με τις αρχές του 20ού αιώνα. Οι παγκόσμιοι πόλεμοι μοιάζουν να ανήκουν στο παρελθόν και η αίσθηση σταθερότητας είναι εντονότερη. Ωστόσο, αυτή η ασφάλεια είναι εύθραυστη. Ζούμε σε μια λεπτή ισορροπία. Οι εξελίξεις των τελευταίων ετών — από τη Μέση Ανατολή έως την Ουκρανία — μας υπενθυμίζουν ότι οι συγκρούσεις δεν αποτελούν μακρινό σενάριο ούτε κινηματογραφική ταινία. Πολιτισμοί μπορούν να ξεριζωθούν, άνθρωποι να χάσουν τη γη τους και να βρεθούν ξανά στον δρόμο της προσφυγιάς μέσα σε ελάχιστο χρόνο.
Ίσως αυτό είναι που μας αγγίζει περισσότερο στην ιστορία εκείνων των μεταναστών. Ξεκινούσαν κυριολεκτικά με ένα μπόγο ρούχα, χωρίς βεβαιότητες, με μοναδικό εφόδιο την ελπίδα. Δεν θα έλεγα πως η ιστορία τους είναι «επίκαιρη» με τη στενή έννοια, έχει όμως μια διαχρονική δύναμη. Μας υπενθυμίζει πόσο εύκολα μπορούν να ανατραπούν οι ισορροπίες και πόσο βαθιά ριζωμένη είναι στον άνθρωπο η ανάγκη να επιβιώσει, να δημιουργήσει και να ξαναχτίσει την ταυτότητά του, όπου κι αν βρεθεί.
Τι οφείλει, κατά τη γνώμη σας, να προσφέρει μια πατρίδα στους ανθρώπους της;
Πέρα από σύνορα, θεσμούς, κοινές παραδόσεις και γλώσσα, η πατρίδα οφείλει να είναι πρωτίστως μια αγκαλιά. Ένας χώρος ασφάλειας και αναγνώρισης, όπου ο άνθρωπος να αισθάνεται ότι ανήκει κάπου. Στην Αστόρια διαμορφώθηκε μια από τις ισχυρότερες ελληνικές κοινότητες της διασποράς. Εκεί, ακόμη και σήμερα, όταν ένας Έλληνας αποφασίζει να μεταναστεύσει, βρίσκει ένα δίκτυο ανθρώπων που τον στηρίζει ουσιαστικά. Τον καθοδηγεί στα πρώτα του βήματα, τον βοηθά να βρει εργασία, να αποκτήσει τα απαραίτητα έγγραφα, να σταθεί στα πόδια του.
Στη Νέα Υόρκη λειτουργεί ελληνικό θέατρο, το οποίο επιχορηγείται από την Ελλάδα και ανεβάζει αποκλειστικά ελληνικά έργα, συγκεντρώνοντας το ενδιαφέρον της ομογένειας. Τέτοιες πρωτοβουλίες δεν προσφέρουν μόνο παρηγοριά και συγκίνηση, αλλά λειτουργούν ως θεμέλιο συνοχής και ταυτότητας. Ταυτόχρονα, η πατρίδα — ακόμη κι όταν μεταφέρεται σε μια νέα γη — μπορεί να γίνει εφαλτήριο δημιουργίας και προκοπής. Οι Έλληνες μετανάστες διακρίθηκαν για το επιχειρηματικό τους δαιμόνιο, υπήρξαν από τους πρώτους που ανέπτυξαν την ιδέα των diners, τα οποία στη συνέχεια κατέκλυσαν την αμερικανική καθημερινότητα. Ίσως, τελικά, οι κοινότητες που δημιουργούνται μέσα σε μια μεγάλη πόλη να λειτουργούν ως μικρές πατρίδες — τόποι όπου η συλλογικότητα μετατρέπεται σε δύναμη επιβίωσης και προόδου.
Οι μετανάστες που έμεναν στην Αστόρια δημιούργησαν «οικογένειες» για να αντέξουν. Σήμερα, πιστεύετε ότι γνωρίζουμε ακόμα πώς να χτίζουμε τέτοιους δεσμούς;
Είναι αλήθεια ότι σήμερα ζούμε πιο απομονωμένα. Ο σύγχρονος τρόπος ζωής και η τεχνολογία μάς δίνουν τη δυνατότητα να κινούμαστε αυτόνομα, να εργαζόμαστε και να επικοινωνούμε από απόσταση, να αισθανόμαστε πολίτες ενός παγκόσμιου χωριού. Δημιουργείται η αίσθηση μιας απόλυτης ελευθερίας, ότι μπορούμε να είμαστε παντού και πουθενά ταυτόχρονα. Ωστόσο, αυτή η ελευθερία συχνά αποδεικνύεται εύθραυστη. Όταν οι συνθήκες δυσκολεύουν, όταν η ανασφάλεια επιστρέφει, οι άνθρωποι στρέφονται ξανά στον πυρήνα που είναι η οικογένεια, οι στενοί φίλοι. Σε εκείνους που αποτελούν το αληθινό τους στήριγμα. Εκεί αποκαλύπτεται πως η δύναμη δεν βρίσκεται στην απομόνωση, αλλά στη σχέση.
Θεωρείτε ότι Ευρώπη και Αμερική παραμένουν δύο διαφορετικοί πολιτισμοί ή έχουμε πια σε μεγάλο βαθμό «αμερικανοποιηθεί»;
Προσωπικά, νιώθω βαθιά επηρεασμένος από την αμερικανική κουλτούρα. Μεγάλωσα με τον αμερικανικό κινηματογράφο και εξακολουθώ να τον θαυμάζω. Με έχει διαμορφώσει αισθητικά και αφηγηματικά. Ωστόσο, όσο κι αν υπάρχουν σημεία σύγκλισης, η Ευρώπη και η Αμερική παραμένουν δύο πολιτισμοί με διαφορετικές ρίζες και διαφορετική ιδεολογική συγκρότηση. Οι ιστορικές τους βάσεις, οι πολιτικές τους αφετηρίες και ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνονται την έννοια του κράτους και της κοινωνίας δεν ταυτίζονται.
Για πολλά χρόνια υπήρχε η αίσθηση μιας στενής συγγένειας. Όμως οι πολιτικές εξελίξεις των τελευταίων ετών, ιδίως με την άνοδο του Donald Trump, ανέδειξαν ένα βαθύ ρήγμα μέσα στην ίδια την αμερικανική κοινωνία. Η στήριξη σημαντικού μέρους του πληθυσμού σε ακραίες και βαθιά συντηρητικές ιδέες προκάλεσε στην Ευρώπη αμηχανία, ακόμη και φόβο. Για πολλούς, έμοιαζε σαν μια ιστορική αναδρομή σε σκοτεινές εποχές που θεωρούσαμε πως είχαν παρέλθει.
Τελικά, αυτές οι αναταράξεις λειτουργούν ως υπενθύμιση ότι οι ισορροπίες στον κόσμο είναι εύθραυστες. Παρά τις διεθνείς συνθήκες, τις συμφωνίες και το θεσμικό πλαίσιο που υποτίθεται πως διασφαλίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και την αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών, η πραγματικότητα δείχνει ότι η ισχύς εξακολουθεί να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο. Ένα πολιτικό «τσουνάμι» μπορεί να ανατρέψει όσα θεωρούσαμε δεδομένα και να μας υπενθυμίσει ότι τους κανόνες του παιχνιδιού τους καθορίζει αυτός που κρατάει το όπλο.
Για τις ανάγκες της παράστασης συνεργάζεστε ξανά με τον Κωνσταντίνο Σαμαρά. Τι είναι αυτό που σας γοητεύει στον κοινό σας κώδικα και στη μεταξύ σας συνεργασία;
Με τον Κωνσταντίνο Σαμαρά επικοινωνούμε τέλεια σε όλα τα επίπεδα. Αυτό είναι ανεκτίμητο, ιδίως σε ό,τι αφορά τη δραματουργία, που αποτελεί ίσως το πιο απαιτητικό και λεπτό στάδιο στη δημιουργία μιας παράστασης. Στην παράσταση «Τα πήρες όλα και έφυγες», που βασίστηκε στη ζωή του Στράτος Διονυσίου, βρήκαμε έναν κοινό κώδικα που μας επέτρεψε να αφηγηθούμε μια έντονα συγκινητική ιστορία με ισορροπία και μέτρο. Το ίδιο συνέβη και στη νέα μας παράσταση.
Αυτό που με γοητεύει ιδιαίτερα στον Κώστα είναι η ικανότητά του να αποφεύγει τον εύκολο μελοδραματισμό. Ιστορίες που θα μπορούσαν να διολισθήσουν σε μονοδιάστατες αφηγήσεις, εκείνος τις μετατρέπει σε πολυεπίπεδες, ρεαλιστικές και ουσιαστικές. Ενσωματώνει χιούμορ, αποφορτίζει τις εντάσεις και δίνει στις δύσκολες ή ακόμη και αμήχανες στιγμές μια αλήθεια που τις καθιστά ανθρώπινες. Έχει έναν ιδιαίτερο τρόπο να ανακαλύπτει τον πυρήνα μιας ιστορίας και να τη φέρνει στο παρόν. Ακόμη κι όταν αναφέρεται σε γεγονότα που συνέβησαν πριν από είκοσι, τριάντα ή και εκατό χρόνια, καταφέρνει να τα μετατρέπει σε ζωντανά ερωτήματα που μας αφορούν άμεσα, εδώ και τώρα.
Τι σημαίνει για εσάς ο όρος «υπερπαραγωγή» στο θέατρο;
Η υπερπαραγωγή, για μένα, είναι πρωτίστως ένα εργαλείο ελευθερίας. Σου «λύνει τα χέρια». Σου δίνει τα μέσα να υλοποιήσεις το όραμά σου χωρίς εκπτώσεις, χωρίς να περιορίζεσαι από τεχνικά ή οικονομικά εμπόδια. Είναι η δυνατότητα να μετατρέψεις τη φαντασία σε απτή, σκηνική πραγματικότητα. Έχοντας δουλέψει επί χρόνια σε μικρούς, μεσαίους και μεγάλους χώρους, γνωρίζω καλά ότι οι περιορισμοί συχνά λειτουργούν δημιουργικά. Σε μια μικρή παραγωγή, αναγκάζεσαι να εφεύρεις λύσεις, να δουλέψεις με την ουσία. Αυτή η συνθήκη καλλιεργεί τη φαντασία και την ευρηματικότητα.
Ωστόσο, όταν έχεις στο πλευρό σου συνεργάτες όπως ο Μανώλης Παντελιδάκης — ένας καλλιτέχνης που δημιουργεί πραγματικά μαγικές εικόνες — τότε η υπερπαραγωγή γίνεται κάτι παραπάνω από πολυτέλεια. Γίνεται η άμεση ύλη των ονείρων σου. Είναι σαν να αποκτούν τα οράματα σώμα και υπόσταση μπροστά στα μάτια σου.
Μπορούν να συνυπάρξουν ποιότητα και εμπορικότητα;
Πιστεύω ότι δεν είναι έννοιες αντιφατικές. Η εμπορικότητα, είτε πρόκειται για μια μικρή είτε για μια μεγάλη παραγωγή, είναι αναπόφευκτο στοιχείο. Κάθε παράσταση χρειάζεται εισιτήρια για να επιβιώσει. Αυτό που αλλάζει είναι το μέγεθος της επένδυσης και, κατ’ επέκταση, το ρίσκο. Η ποιότητα αρχίζει να υποχωρεί όταν η εμπορική λογική καθορίζει αποκλειστικά τη δραματουργική επιλογή. Όταν δηλαδή το έργο επιλέγεται όχι επειδή υπάρχει ουσιαστική καλλιτεχνική ανάγκη, αλλά επειδή «θα πουλήσει». Εκεί είναι που τα χέρια του καλλιτέχνη δένονται. Αντίθετα, όταν το υλικό σε αφορά βαθιά, όταν πιστεύεις πραγματικά στην ιστορία που αφηγείσαι, τότε η ποιότητα γίνεται αναπόφευκτη. Και πολλές φορές, αυτή ακριβώς η αλήθεια είναι που συναντά τελικά και το κοινό.
Μπορεί σήμερα ένας σκηνοθέτης να βιοποριστεί εύκολα από το θέατρο, δεδομένου ότι δεν προσφέρει τις οικονομικές απολαβές της τηλεόρασης;
Η ζωή ενός σκηνοθέτη στο θέατρο μοιάζει με τον Ταρζάν που πηδά από κλαδί σε κλαδί. Πρέπει να έχεις πιάσει το επόμενο πριν αφήσεις το προηγούμενο. Η επιβίωση απαιτεί διαρκή εγρήγορση. Μόλις ολοκληρωθεί μια δουλειά, οφείλεις να έχεις ήδη δρομολογήσει την επόμενη. Και αυτό προϋποθέτει όχι μόνο σχέδιο, αλλά και ζήτηση. Κάτι που στις μέρες μας δεν είναι πάντα αυτονόητο. Οι οικονομικές διαφορές είναι μεγάλες. Άλλο να εργάζεσαι για μια μικρή παραγωγή και άλλο να δουλεύεις σ' ένα μεγάλο θέατρο όπως το Θέατρο Παλλάς, όπου τα δεδομένα — και οι αμοιβές — είναι εντελώς διαφορετικά. Είναι λογικό, λοιπόν, κάποιος να αποθαρρυνθεί.
Ωστόσο, η εικόνα των τελευταίων ετών δείχνει κάτι ενθαρρυντικό. Τα θέατρα της Αθήνας γεμίζουν, το κοινό αναζητά νέες προτάσεις, νέες θεατρικές γλώσσες. Υπάρχει διάθεση να επιβραβευτεί το ρίσκο και η φρέσκια ματιά. Δεν είναι τυχαίο ότι νέοι δημιουργοί, όπως ο Γιώργος Κουτλής ή ο Μάριο Μπανούσι, κατάφεραν με τολμηρές προτάσεις να κερδίσουν το κοινό. Η ανταπόκριση αυτή αποδεικνύει ότι τίποτα δεν είναι απόλυτα προβλέψιμο. Ο θεατής έχει ανάγκη από κάτι σύγχρονο, διαφορετικό και όταν το βρει, το στηρίζει. Άρα, ναι, η ανασφάλεια είναι υπαρκτή, αλλά το ίδιο υπαρκτή είναι και η δυνατότητα να δημιουργηθεί ένας ουσιαστικός κύκλος εμπιστοσύνης ανάμεσα στον καλλιτέχνη και το κοινό.
Βέβαια, λείπουν τα σύγχρονα ελληνικά έργα...
Η αλήθεια είναι πως η ανακύκλωση παλαιότερων έργων εξακολουθεί να έχει την πρωτοκαθεδρία. Το ποσοστό των νέων ελληνικών έργων δεν είναι τόσο μεγάλο όσο θα θέλαμε. Ωστόσο, παρατηρώ ότι ένα μέρος του κοινού είναι πλέον πρόθυμο να ρισκάρει, να δει κάτι καινούργιο, να δώσει χώρο σε νέες φωνές. Σίγουρα αυτό το ποσοστό θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερο. Όμως η διάθεση υπάρχει — και αυτό είναι ένα σημαντικό πρώτο βήμα.
Αν είχατε τη δυνατότητα να αλλάξετε ένα πράγμα στο ελληνικό θέατρο, ποιο θα ήταν αυτό;
Η πρώτη μου σκέψη είναι πως δεν θα άλλαζα τίποτα. Το ελληνικό θέατρο διαθέτει εξαιρετικούς δημιουργούς — σπουδαίους ηθοποιούς, σκηνοθέτες και συγγραφείς — και, παρά τις αντιξοότητες, έχει γεννήσει παραστάσεις υψηλού επιπέδου. Συχνά εμείς οι ίδιοι τις υποτιμούμε, θεωρώντας ότι στο εξωτερικό παράγεται κάτι ανώτερο. Ωστόσο, έχοντας παρακολουθήσει δουλειές και εκτός Ελλάδας, μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι η ποιότητα που επιτυγχάνεται εδώ, συχνά μέσα σε πιο δύσκολες συνθήκες, είναι εντυπωσιακή.
Αν, παρ’ όλα αυτά, μπορούσα να παρέμβω σε κάτι, θα ήταν στην οικονομική και θεσμική στήριξη της ελληνικής θεατρικής γραφής. Στον ισπανόφωνο χώρο, για παράδειγμα, η ενίσχυση της σύγχρονης δραματουργίας είναι πολύ πιο συστηματική. Στην Ελλάδα διαθέτουμε ισχυρές συγγραφικές φωνές, όμως πολλά αξιόλογα έργα μένουν στα συρτάρια, χωρίς να βρίσκουν τον δρόμο τους προς τη σκηνή. Και αυτό είναι κρίμα. Γιατί το θέατρο αποκτά ακόμη μεγαλύτερη ταυτότητα όταν αφηγείται ιστορίες γραμμένες από ανθρώπους που ζουν και αναπνέουν την ίδια κοινωνική πραγματικότητα. Ο Κωνσταντίνος Σαμαράς, για παράδειγμα, αποτελεί ένα χαρακτηριστικό δείγμα του πόσο επιδέξιοι και ουσιαστικοί μπορούν να είναι οι σύγχρονοι Έλληνες θεατρικοί συγγραφείς. Με περισσότερη στήριξη, τέτοιες φωνές θα μπορούσαν να διαμορφώσουν ακόμη πιο δυναμικά το παρόν και το μέλλον του ελληνικού θεάτρου.
Βρίσκεστε για δεύτερη χρονιά στην επιτυχημένη σειρά του MEGA «Έχω Παιδιά». Πώς βιώνετε αυτή τη συνέχεια;
Ειλικρινά, περίμενα ότι η επιστροφή θα έχει την αμηχανία μιας νέας αρχής. Κι όμως, όταν μπήκαμε ξανά στο στούντιο, ήταν σαν να επιστρέφαμε στο σπίτι μας. Μετά την καλοκαιρινή παύση, κουβαλούσαμε μέσα μας όσα είχαμε χτίσει την πρώτη σεζόν και αυτό φάνηκε αμέσως. Η αίσθηση της ομάδας έχει πλέον μετατραπεί σε οικογένεια. Οι σχέσεις έχουν ωριμάσει, οι αντιδράσεις είναι πιο αυθόρμητες, υπάρχει μια βαθιά οικειότητα. Με τον Λάμπρο Φισφή, για παράδειγμα, η χημεία έχει ξεπεράσει τα όρια της συνεργασίας. Νιώθω πως η φιλία που βλέπει ο θεατής στην οθόνη έχει αποκτήσει πραγματική υπόσταση και εκτός πλατό.
Παράλληλα, σεναριακά η φετινή χρονιά ανοίγει νέους δρόμους. Δεν θα έλεγα απαραίτητα ότι τα κείμενα είναι «καλύτερα», αλλά σίγουρα είναι πιο τολμηρά. Ο Λάμπρος, ως δημιουργός, φαίνεται να ανακάλυψε καινούργια μοτίβα, νέες ανατροπές, πιο απρόβλεπτες καταστάσεις μέσα στην καθημερινότητα μιας οικογένειας. Και αυτό για εμάς, τους ηθοποιούς, είναι εξαιρετικά απολαυστικό. Κάθε επεισόδιο κρύβει μια καινούργια πρόκληση, ένα διαφορετικό παιχνίδι.
Δηλαδή τι θα δούμε στα επόμενα επεισόδια;
Πραγματικά, έχω την αίσθηση πως φέτος ο «μετρητής» του νόμου του Μέρφι έχει σπάσει κάθε ρεκόρ. Ό,τι μπορεί να πάει στραβά, πηγαίνει και μάλιστα με τον πιο απρόβλεπτο τρόπο. Τα παιδιά δεν κοιμούνται, το σπίτι μετατρέπεται σε πεδίο μάχης, η καθημερινότητα ξεφεύγει από κάθε έλεγχο. Θα ήθελα να πω περισσότερα, αλλά φοβάμαι τα spoilers. Το σημαντικότερο, όμως, δεν είναι μόνο οι κωμικές καταστάσεις. Είναι οι ανατροπές στις ίδιες τις σχέσεις των ηρώων. Νιώθω πως αυτή η σεζόν τους βγάζει από τη «ζώνη ασφάλειας» τους. Τους αποσυντονίζει, τους δοκιμάζει και τους φέρνει αντιμέτωπους με νέες συνθήκες. Εκεί που στην πρώτη χρονιά κολυμπούσαν σε πιο γνώριμα νερά, τώρα καλούνται να ισορροπήσουν σε συνθήκες αβεβαιότητας. Και αυτό αλλάζει ριζικά τις μεταξύ τους ισορροπίες.
Εχετε σκεφτεί το κομμάτι της πατρότητας;
Μπορώ να σου αποκαλύψω ότι ναι, το έχω σκεφτεί αρκετά. Και η εμπειρία της σειράς λειτούργησε ως ένα απρόσμενο τεστ. Παρατηρώντας τα δύο μικρά παιδιά στα γυρίσματα, αλλά και τη σχέση τους με τους γονείς τους, αντιλαμβάνεσαι πόσο απαιτητικό είναι να μεγαλώνεις ένα παιδί. Χρειάζεται τεράστια υπομονή, αντοχή και διαρκής εγρήγορση. Την ίδια στιγμή, όμως, βλέπεις από κοντά την τρυφερότητα και την ανιδιοτελή αγάπη που γεννιέται μέσα σε αυτή τη σχέση. Και εκεί είναι που η «ζυγαριά» μέσα μου γέρνει προς το ναι. Υπάρχουν στιγμές που σκέφτομαι πως θα ήθελα κι εγώ να έχω ένα τέτοιο πλάσμα στη ζωή μου, να μοιράζομαι την καθημερινότητα μαζί του.
Έχετε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό και πιεσμένο πρόγραμμα. Λειτουργείτε καλύτερα μέσα σε αυστηρή οργάνωση ή αφήνετε χώρο και για αυθορμητισμό;
Πιστεύω βαθιά στον αυθορμητισμό. Όμως ο αυθορμητισμός δεν είναι χάρισμα, είναι κατάκτηση. Για να μπορέσεις να λειτουργήσεις ενστικτωδώς, πρέπει να έχεις εμπιστοσύνη στον εαυτό σου, να γνωρίζεις τα εργαλεία σου και να είσαι παρών στη στιγμή. Να αφουγκράζεσαι το κείμενο, τον συμπρωταγωνιστή σου, την ενέργεια που γεννιέται μπροστά σου και να αφήνεσαι σε αυτήν. Ταυτόχρονα, όμως, χωρίς οργάνωση δεν υπάρχει πραγματική ελευθερία. Για να μπορέσεις να αυτοσχεδιάσεις, χρειάζεσαι μια στιβαρή προετοιμασία από πίσω. Διαφορετικά, κινδυνεύεις να χαθείς μέσα σε κάτι αόριστο και ασύνδετο.
Ως σκηνοθέτης, πρώτα χαρτογραφώ ολόκληρη την παράσταση στο μυαλό μου, χτίζω έναν σαφή αφηγηματικό άξονα. Έπειτα, μέσα στις πρόβες, αυτό το αρχικό σχέδιο συναντά τις προτάσεις των ηθοποιών. Από τη σύγκρουση — ή τη σύμπλευση — αυτών των δύο γεννιέται ένα τρίτο αποτέλεσμα, πιο ζωντανό και οργανικό. Χρειάζεται, λοιπόν, ένας «χάρτης» για να ξέρεις προς τα πού πηγαίνεις. Αλλά χρειάζεται και η ευελιξία να παρεκκλίνεις από αυτόν, αν η στιγμή το ζητήσει. Η ισορροπία ανάμεσα στη δομή και την ελευθερία είναι, τελικά, το κλειδί.
Μεγαλώνοντας, νιώθετε πιο έντονα την ανάγκη να κάνετε μικρούς προσωπικούς απολογισμούς;
Μεγαλώνοντας, το πρώτο που νιώθω — για να είμαι ειλικρινής — είναι… τους πόνους. Κάθε μέρα κάτι «πιάνεται». Ενα γόνατο, ένας μυς, η μέση. Μαθαίνεις σιγά - σιγά να συνυπάρχεις με το σώμα σου, να το ακούς περισσότερο. Είναι κι αυτό μια μορφή απολογισμού. Μια διαρκής υπενθύμιση του χρόνου που περνά. Παράλληλα, οι εσωτερικοί απολογισμοί γίνονται συχνότεροι. Κάθε καλοκαίρι, ειδικά, πιάνω τον εαυτό μου να σκέφτεται τι συνέβη, τι κατάφερα, τι αφήνω πίσω. Οι «στρογγυλές» επέτειοι — δέκα, είκοσι, τριάντα χρόνια από ένα γεγονός — αποκτούν ξαφνικά άλλο βάρος. Συνειδητοποιείς πως αυτές οι ημερομηνίες δεν είναι απλώς ιστορικά ορόσημα, είναι κομμάτια της δικής σου ζωής.
Ωστόσο, όσο μεγαλώνει κανείς, νομίζω πως γίνεται και πιο επιεικής με τον εαυτό του. Μαθαίνει να συγχωρεί τα λάθη του, να τα βλέπει όχι ως αστοχίες αλλά ως αναπόσπαστα στοιχεία του χαρακτήρα του. Πράγματα που κάποτε θα ήθελες να είχες κάνει διαφορετικά, τα αναγνωρίζεις πια ως βήματα που σε διαμόρφωσαν. Καμιά φορά σκέφτομαι πως, αν ζούσαμε απόλυτα «σωστά», αν αποφεύγαμε κάθε λάθος, ίσως να φτάναμε σε έναν προορισμό που δεν θα μας ταίριαζε. Οι παρεκκλίσεις, οι αδυναμίες, οι λανθασμένες επιλογές είναι αυτές που τελικά δίνουν σχήμα στη διαδρομή μας.
Κλείνοντας, τον αγαπάτε τον Βασίλη;
Κράτησες τη δύσκολη ερώτηση για το τέλος. Νομίζω πως ναι, τον αγαπώ, στο μέτρο που προσπαθώ να του φέρομαι με φροντίδα. Να του προσφέρω στιγμές χαράς, ανάπαυσης, μικρές απολαύσεις που τον γεμίζουν. Δεν ήταν πάντα έτσι. Παλαιότερα φοβόμουν την ξεκούραση, τη χαλάρωση, ακόμη και τη διασκέδαση. Σαν να έπρεπε διαρκώς να αποδεικνύω κάτι. Σήμερα αντιλαμβάνομαι πως όσο πιο συμφιλιωμένος και χαρούμενος είμαι, τόσο πιο δημιουργικός και αποτελεσματικός γίνομαι σε όλους τους τομείς της ζωής μου. Οπότε, αν η αγάπη προς τον εαυτό σημαίνει να του επιτρέπεις να αναπνέει, να ξεκουράζεται, να χαίρεται χωρίς ενοχές, τότε ναι, προσπαθώ να τον αγαπώ περισσότερο από παλιά.