Κωνσταντίνος Ασπιώτης στο ethnos.gr: «Ο Σόλνες έχει συστατικά τραγικού ήρωα και φτωχού λαϊκού ανθρώπου»
Άγγελος ΓεραιουδάκηςO «Αρχιμάστορας Σόλνες», ένα από τα πιο διεισδυτικά έργα της ώριμης δραματουργίας του μεγάλου Νορβηγού συγγραφέα Χένρικ Ίψεν, ετοιμάζεται να κάνει πρεμιέρα, την Πέμπτη 16 Απριλίου, στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης, σε σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Ασπιώτη, στην πρώτη του συνεργασία με το ιστορικό θέατρο, και πρωτότυπη μουσική του Στάμου Σέμση.
Τον ομώνυμο ρόλο ερμηνεύει ο Θόδωρος Γράμψας και την Αλίνα Σόλνες, η Κάτια Δανδουλάκη, η οποία επιστρέφει μετά από χρόνια στο Θέατρο Τέχνης, από όπου ξεκίνησε. Μαζί τους επί σκηνής ο Δημήτρης Δεγαΐτης, η Ισιδώρα Δωροπούλου, η Άνια Λεμπεντένκο και ο Θράσος Σταθόπουλος, ερμηνεύουν τους ήρωες ενός κόσμου όπου η φιλοδοξία συγκρούεται με την ενοχή και ο πόθος για δημιουργία συναντά τον φόβο της φθοράς.
Στον πυρήνα του έργου βρίσκεται ο επιτυχημένος αρχιμάστορας Χάρβαρντ Σόλνες, ο οποίος, μαζί με τη σύζυγό του Αλίνα, ζει μια καλοδομημένη, πλουσιοπάροχη ζωή, η οποία όμως δεν μοιάζει καθόλου ευτυχισμένη. Έχει επιλέξει να σταματήσει να κατασκευάζει κτήρια με ψηλούς πύργους που προσπαθούν να φτάσουν τον Θεό και έχει αφοσιωθεί στο να κατασκευάζει «…σπίτια για ανθρώπους». Ανάμεσα στον φόβο και την επιθυμία, την ενοχή και την ανάγκη για υπέρβαση, ο Σόλνες, καλείται να αντιμετωπίσει το παρελθόν του και τη μαγνητική δύναμη της Χίλντα, μιας νεαρής γυναίκας που τον προκαλεί να κοιτάξει ξανά προς τον ουρανό χτίζοντας «…κάστρα στον αέρα».
Η αναπάντεχη άφιξη της Χίλντα, θα φέρει στην επιφάνεια το ανεκπλήρωτο όνειρο, την επιθυμία για ανύψωση και την τραγική μοίρα του ανθρώπου που θέλει να «χτίζει ψηλά» χωρίς να φοβάται την πτώση. Ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης προσεγγίζει το έργο φωτίζοντας τον υπαρξιακό πυρήνα του κειμένου και αναδεικνύοντας τη διαχρονική του δύναμη. Μια σκληρή και, ταυτόχρονα, τρυφερή ιστορία για την ανάγκη του ανθρώπου να ξεπερνά τον εαυτό του, ακόμη κι όταν γνωρίζει ότι κάθε άνοδος εμπεριέχει τον κίνδυνο της συντριβής.
Σε τι βαθμό νιώθετε ότι το έργο «Αρχιμάστορα Σόλνες» συνομιλεί με το σήμερα, πέρα από τη «διαχρονικότητα» που συχνά αποδίδεται στον Χένρικ Ίψεν;
Μα ακριβώς αυτό είναι το θέμα με τη «διαχρονικότητα», δεν υπάρχει κάτι πέρα από αυτό. Συνομιλεί απόλυτα με το σήμερα γιατί πραγματεύεται τα βαθιά συναιώνια θέματα που απασχολούν τους ανθρώπους. Η συνεκτική γραμμή τους, ενώνει την εποχή της αρχαιότητας και των μεγάλων τραγικών και συνδέεται με την εποχή μας. Γι’ αυτό έχει αξία να παίζεται ο Ίψεν. Προσωπικά, με συγκινεί το έργο, βλέπω τον εαυτό μου στις υπαρξιακές αναζητήσεις του. Και πιστεύω πως και οι θεατές θα νιώσουν το ίδιο. Μία βάση για σκέψη και συζήτηση πιθανά.
Πιστεύετε ότι ο Σόλνες είναι τελικά ένας τραγικός ήρωας ή ένας βαθιά εγωκεντρικός άνθρωπος που πληρώνει το τίμημα των επιλογών του;
Είναι ένας άνθρωπος, όπως όλοι μας. Που στη δική του ζωή, έχει τα αντίστοιχα προβλήματα. Ο άνθρωπος ο φθαρτός που από παρεξήγηση σε στιγμές πιστεύει ότι είναι αθάνατος. Ο άνθρωπος που ονειρεύεται, πονάει, έχει ενοχές, ερωτεύεται… Ποιος δεν τα νιώθει αυτά; Ο Σόλνες, έχει συστατικά τραγικού ήρωα και φτωχού λαϊκού ανθρώπου με ταλέντο που τα κατάφερε – όπως λένε – στη ζωή του. Τα κατάφερε όμως; Να ένα υπαρξιακό ερώτημα που τίθεται εδώ.
Η Χίλντε λειτουργεί ως Ερινύα ή ως κινητήρια δύναμη απελευθέρωσης για τον Σόλνες;
Αν είχα να διαλέξω θα διάλεγα το δεύτερο. Η Χίλντα όμως είναι πολλά περισσότερα για τον Σόλνες (και όλους μας), αλλά αυτό θα αφήσω την ιστορία μας να το αφηγηθεί. Είναι σίγουρα όπως λέει και στο έργο «τα νιάτα, που φοβάται και που τα λαχταράει τόσο»!
Πόσο κοντά βρίσκεται ο Σόλνες σε έναν σύγχρονο καλλιτέχνη ή δημιουργό; Έχετε εντοπίσει κοινά σημεία μαζί του;
Ναι. Ένας καλλιτέχνης – όπως και οι περισσότεροι άνθρωποι – μπαίνει στη διαδικασία που μπαίνει ο Σόλνες; Αντέχω, μπορώ να ανέβω τόσο ψηλά όσο ψηλά χτίζω; Καριέρα ή οικογένεια; Άξιζαν οι θυσίες που έκανα για να φτιάξω ό,τι έφτιαξα; Είναι μερικά από τα ερωτήματα, που φυσικά, αγγίζουν κι εμένα!
Πράγματι, το έργο θέτει έντονα το ερώτημα «ποιοι είμαστε». Έχει υπάρξει περίοδος στη ζωή σας που νιώσατε εγκλωβισμένος από τις προσδοκίες των άλλων ή από το «τι θα πει ο κόσμος»;
Ειλικρινά όχι. Δεν είναι ότι δεν αναρωτιέμαι, αλλά ποτέ δεν έχω εγκλωβιστεί σε αυτή τη σκέψη. Δεν με αφορά. Αυτό που με νοιάζει είναι όταν έχω να πω κάτι να καταφέρνω να το λέω ευκρινώς. Με ενδιαφέρει το μοίρασμα.
Ποιο ήταν το βασικό σκηνοθετικό στοίχημα αυτής της παράστασης;
Είναι κάτι πολύ διαφορετικό που δοκιμάζω σε αυτήν την παράσταση. Είναι ξεχωριστή για μένα. Αλλά δεν θέλω να υπεισέλθω για να μην προιδεάσω. Το μόνο σίγουρο είναι ότι έχουμε φτιάξει μια παράσταση καθαρή, θεωρώ, που βασίζεται στους ηθοποιούς. Εξυπηρετούμε την αφήγηση χωρίς σκηνοθετικά «τερτίπια» νομίζω. Η υποκριτική είναι στο κέντρο. Πάνω σε αυτό δουλέψαμε, υπηρετώντας το έργο και μόνο.
Τι θεωρείτε ότι έχετε κερδίσει από τη συνεργασία σας με την Κάτια Δανδουλάκη;
Η κυρία Δανδουλάκη είναι από τα πιο γενναιόδωρα πλάσματα που έχω συναντήσει στο θέατρο. Και εξαιρετική καλλιτέχνιδα. Η παρουσία της στην παράσταση είναι ανεκτίμητη. Έχω κερδίσει σίγουρα πολλά περισσότερα απ’ όσα τώρα βλέπω και είμαι ευγνώμων που με εμπιστεύτηκε. Το ίδιο ισχύει και για τον Θόδωρο Γράμψα, από τον οποίο μου ήρθε και η πρόταση. Είναι σε ωραία, σε βαθιά καλλιτεχνική στιγμή του και αυτό που καταθέτει είναι μοναδικό.
Πώς διαχειρίζεστε την έννοια της απώλειας αυτές τις μέρες;
Προσπαθώ πάντα να είμαι ψύχραιμος και εμπιστεύομαι τον χρόνο και τον εαυτό μου.
Ποια είναι η πιο έντονη παιδική σας ανάμνηση από το Πάσχα;
Κέρκυρα. Επιτάφιοι στη χώρα. Αν δεν γνωρίζετε σε τι αναφέρομαι, αξίζει πραγματικά να το αναζητήσετε και να το ανακαλύψετε. Πρόκειται για μια μοναδική εμπειρία.
Σε μια εποχή γεμάτη πίεση, τι ρόλο παίζει η ελπίδα στη ζωή σας;
Σε μια εποχή γεμάτη πίεση και αβεβαιότητα, η ελπίδα παίζει καθοριστικό ρόλο στη ζωή μου. Είναι αυτό που μου δίνει δύναμη να συνεχίζω, ακόμα και όταν τα πράγματα δυσκολεύουν. Παρ’ όλα αυτά, πιστεύω πως η ελπίδα πρέπει να συνοδεύεται από ρεαλισμό, γιατί όταν γίνεται αυταπάτη, μπορεί να μας κρατά στάσιμους. Η ελπίδα είναι στενά συνδεδεμένη με τα όνειρα, είναι σαν να γεννιούνται μαζί. Μας εμπνέει να προχωράμε μπροστά, αλλά χρειάζεται και ισορροπία, ώστε να μη χάνουμε την επαφή με την πραγματικότητα.