Θέατρο|02.05.2026 12:04

Νάντια Κοντογεώργη στο ethnos.gr: «Οι influencers είναι οι νέοι σταρ και αυτό λέει πολλά για την εποχή μας»

Άγγελος Γεραιουδάκης

Η Νάντια Κοντογεώργη είναι από εκείνους τους ανθρώπους που δεν περνούν ποτέ απαρατήρητοι. Ίσως γιατί, από την πρώτη στιγμή που τη γνωρίσαμε ως τη σπινθηροβόλα Βίβιαν στο «Κάτω Παρτάλι», έφερε μαζί της κάτι σπάνιο. Φως, χιούμορ και μια αβίαστη ζεστασιά που σε κάνει να νιώθεις πως τη γνωρίζεις από πάντα. Με την ίδια φυσικότητα που προκαλεί το γέλιο, μπορεί να συγκινήσει, να σε παρασύρει στον κόσμο της. Γιατί η Νάντια δεν είναι απλώς μια ταλαντούχα ηθοποιός, αλλά είναι μια καλλιτέχνιδα με ψυχή, αμεσότητα και εκείνη τη σπάνια ικανότητα να δημιουργεί αληθινή επικοινωνία με το κοινό της.

Η ίδια αντιμετωπίζει την αγάπη του κόσμου σαν ευλογία, και ίσως γι’ αυτό η σχέση της με το κοινό παραμένει τόσο ζεστή και ουσιαστική. Μεγαλωμένη σ' ένα περιβάλλον που αναγνώρισε νωρίς τις κλίσεις της, εξελίχθηκε σε μια προσωπικότητα εξωστρεφή, ομαδική, γεμάτη θεατρικότητα και χαρά για τη ζωή. Αυτή η χαρά διαπερνά κάθε της εμφάνιση, είτε πάνω στη σκηνή είτε μπροστά στην κάμερα.

Και αυτή την περίοδο, η δημιουργική της ενέργεια μοιάζει πιο αστείρευτη από ποτέ. Ολοκληρώνει έναν sold out κύκλο παραστάσεων με το «Το Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι» στο Θέατρο Πορεία, όπου ενσαρκώνει καθηλωτικά 26 διαφορετικούς ρόλους επί σκηνής, μια επιτυχία που θα συνεχιστεί και τον Οκτώβριο. Την ίδια στιγμή, έχουν ήδη ξεκινήσει τα γυρίσματα για τη νέα σειρά «Κάμπινγκ» στο MEGA, ετοιμάζεται να παρουσιάσει τη «Γαλάζια Κυριακή» στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και σύντομα θα πρωταγωνιστήσει στην αιχμηρή κωμωδία «Κατάδικός μου» στην Κύπρο. Πολυσχιδής, ακούραστη, γεμάτη πάθος, η Νάντια Κοντογεώργη συνεχίζει να εξελίσσεται, να δοκιμάζεται και να μας υπενθυμίζει πως οι πιο ενδιαφέροντες άνθρωποι είναι εκείνοι που δεν σταματούν ποτέ να ανακαλύπτουν νέες πλευρές του εαυτού τους.

Η παράσταση «Το Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι» είναι ένα εξαιρετικά απαιτητικό εγχείρημα, το οποίο εσείς η ίδια προτείνατε. Τι ήταν αυτό που σας τράβηξε αρχικά και ποιες ήταν οι πρώτες σας σκέψεις;

Είχα διαβάσει για αυτό το εγχείρημα και μου είχε κινήσει αμέσως την περιέργεια, γιατί παρουσιαζόταν σαν μια καινούργια αφηγηματική γλώσσα. Άρχισα να το ψάχνω πιο σοβαρά και, όταν είδα πόσο μεγάλη επιτυχία είχε στο Broadway, με βραβεία και εξαιρετικές κριτικές, κατάλαβα ότι πρόκειται για κάτι πολύ ιδιαίτερο, ακόμη κι αν δεν το είχα δει από κοντά. Αυτό που με ενθουσίασε περισσότερο ήταν που ένας ηθοποιός ενσαρκώνει όλους τους ρόλους και «συνομιλεί» με τις διαφορετικές εκδοχές του εαυτού του. Για αυτή την ιστορία, μου φάνηκε πραγματικά ιδιοφυές και απόλυτα ταιριαστό.

Φυσικά, υπήρχε ένα μεγάλο ερωτηματικό. Αν μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο στην Ελλάδα, γιατί είναι μια πολύ απαιτητική παραγωγή και χρειάζεται συγκεκριμένη τεχνογνωσία. Γι’ αυτό απευθύνθηκα στον Δημήτρη Μπογδάνο, που εκτιμώ πολύ, και στον Γιώργο Λυκιαρδόπουλο, γιατί ήξερα ότι μπορεί να το στηρίξει ως παραγωγή. Παραδόξως, αυτό που με απασχόλησε λιγότερο ήταν οι 26 ρόλοι. Το είδα περισσότερο σαν μια πρόκληση και μια μεγάλη δημιουργική ελευθερία.

Υπήρξε στιγμή στις πρόβες που σκεφτήκατε ότι αυτό το εγχείρημα ίσως είναι αδύνατο να πραγματοποιηθεί;

Εκείνο που με απασχολούσε πραγματικά ήταν το άγνωστο. Πώς θα προσεγγίσουμε κάτι για το οποίο κανείς μας δεν είχε έτοιμες απαντήσεις. Ήταν μια διαδικασία ανακάλυψης, που απαιτούσε εμπιστοσύνη και συνεργασία. Κατά τη διάρκεια των προβών, πράγματι υπήρξαν στιγμές που δεν είχαμε λύσεις. Θέταμε ερωτήματα ο ένας στον άλλον και συχνά κοιταζόμασταν χωρίς να ξέρουμε τι να πούμε. Όμως οι απαντήσεις προέκυπταν μέσα από την πράξη, μέσα από τη δοκιμή.

Για παράδειγμα, περάσαμε περίπου ενάμιση μήνα μόνο προετοιμάζοντας την προμαγνητοσκόπηση. Επρεπε να αποφασίσουμε πώς θα είναι οι περισσότεροι χαρακτήρες. Η εμφάνισή τους, η φωνή τους, οι λεπτομέρειες του κάθε ρόλου. Και αυτό ήταν μόνο το ένα κομμάτι. Στη συνέχεια έπρεπε να χτίσουμε το υπόλοιπο μισό της παράστασης, το ζωντανό κομμάτι, που είναι εξίσου —αν όχι περισσότερο— απαιτητικό. Ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα, αλλά ταυτόχρονα πολύ ενδιαφέρον. Αισθάνομαι ότι, με έναν τρόπο, όλη μου η πορεία αυτά τα είκοσι χρόνια με προετοίμαζε για κάτι τέτοιο. Είναι μια παράσταση που δεν θα μπορούσα να έχω κάνει δέκα χρόνια νωρίτερα.

Τι ήταν αυτό που σας δυσκόλεψε περισσότερο στην παράσταση;

Η μεγαλύτερη πρόκληση για μένα προέκυψε τη στιγμή που συνειδητοποίησα ότι θα πρέπει να συνδιαλέγομαι επί σκηνής με μια οθόνη, διατηρώντας ταυτόχρονα τον ζωντανό παλμό της παράστασης. Ευτυχώς, η εμπειρία που έχω στο μουσικό θέατρο με βοήθησε πολύ σε αυτό το κομμάτι. Εκεί έχεις μάθει να λειτουργείς με ακρίβεια, να «κρατάς» την παρτιτούρα και να συγχρονίζεσαι απόλυτα με την ορχήστρα και τους συναδέλφους σου.

Εδώ, όμως, η συνθήκη ήταν διαφορετική. Έπρεπε να συνομιλώ με μια προμαγνητοσκοπημένη εκδοχή του εαυτού μου, σε άλλον ρόλο, ενώ ταυτόχρονα υπήρχε και προηχογραφημένος λόγος που όριζε τον ρυθμό της σκηνής. Όλο αυτό έπρεπε να λειτουργεί σαν να συμβαίνει εκείνη τη στιγμή, χωρίς να μοιάζει στατικό ή «παρελθοντικό». Η δυσκολία ήταν πώς κρατάς το ενδιαφέρον του θεατή σε κάτι που εξελίσσεται ζωντανά, ενώ ένα μέρος του έχει ήδη συμβεί; Είναι μια πρωτόγνωρη συνθήκη.

Θυμάμαι την πρώτη φορά που είδα τον εαυτό μου να «παίζει» με την οθόνη και αναρωτήθηκα αν μπορεί να δημιουργηθεί πραγματική ενέργεια ανάμεσα σε έναν ηθοποιό και μια εικόνα. Ήταν ένα μεγάλο στοίχημα. Ευτυχώς, λειτούργησε και αυτό με γεμίζει χαρά και ευγνωμοσύνη. Παρ’ όλα αυτά, μέχρι την πρεμιέρα δεν είχα καμία βεβαιότητα. Ήταν κάτι που έπρεπε να δοκιμαστεί μπροστά στο κοινό για να αποδειχθεί ότι όλα λειτουργούν άψογα.

Η παράσταση συνδυάζει ζωντανό θέαμα και πρωτοποριακά οπτικοακουστικά μέσα. Σας έκανε αυτή η εμπειρία να δείτε διαφορετικά τις δυνατότητες του θεάτρου σήμερα;

Αναμφίβολα, ναι. Πρόσφατα, μάλιστα, είχε ανοίξει και μια συζήτηση με αφορμή τον Τιμοτέ Σαλαμέ, ο οποίος εξέφρασε την άποψη ότι μορφές τέχνης όπως η όπερα και το μπαλέτο έχουν, κατά κάποιον τρόπο, «πεθάνει». Αυτό με έβαλε σε σκέψεις σχετικά με το πώς εξελίσσονται οι τέχνες μέσα στα χρόνια. Τι είναι αυτό που αλλάζει και τι είναι αυτό που τελικά παραμένει; Πιστεύω ότι οι τρόποι αφήγησης στο θέατρο θα αλλάζουν διαρκώς και είναι φυσικό. Θα ενσωματωθούν νέες τεχνολογίες, οθόνες, τεχνητή νοημοσύνη, ίσως και μέσα που ακόμα δεν μπορούμε να φανταστούμε. Όλα αυτά θα επηρεάσουν τη μορφή.

Ωστόσο, η ουσία του θεάτρου δεν αλλάζει. Ο άνθρωπος θα έχει πάντα την ανάγκη να μοιράζεται μια ζωντανή, σχεδόν μυστικιστική εμπειρία με άλλους ανθρώπους. Να βλέπει τον εαυτό του να καθρεφτίζεται μέσα στις ιστορίες, να συγκινείται, να ενεργοποιεί τη φαντασία και την αισθητική του. Άρα ναι, οι δυνατότητες διευρύνονται και θα συνεχίσουν να αλλάζουν, ίσως με τρόπους που ακόμα δεν γνωρίζουμε. Όμως αυτή η εξέλιξη δεν γίνεται μονομερώς. Διαμορφώνεται μέσα από μια ζωντανή σχέση ανάμεσα στους καλλιτέχνες και το κοινό. Αν κάτι δεν λειτουργεί, το κοινό το απορρίπτει σταδιακά.

Και βέβαια, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ότι ο θεατής σήμερα έχει διαφορετικές απαιτήσεις. Η καθημερινή του επαφή με την εικόνα έχει αυξήσει τις προσδοκίες του. Αυτό, με τη σειρά του, επηρεάζει και τον τρόπο με τον οποίο το θέατρο καλείται να επικοινωνήσει μαζί του.

Πώς σας βοήθησε η συνεργασία σας με τον Δημήτρη Μπογδάνο και τι ήταν αυτό που σας οδήγησε να τον επιλέξετε ως μέρος της ομάδας;

Με τον Δημήτρη είχαμε ήδη συνεργαστεί στο «Into the Woods», στην Εναλλακτική Σκηνή της ΕΛΣ, πριν από μερικά χρόνια. Από τότε είχα εκτιμήσει βαθιά τόσο την αισθητική του όσο και τον τρόπο με τον οποίο δουλεύει. Για μένα, ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία είναι ότι δίνει μεγάλη έμφαση στη δημιουργία ενός πλαισίου συναισθηματικής ασφάλειας για τον καλλιτέχνη, κάτι που δεν είναι καθόλου αυτονόητο και προσωπικά το θεωρώ βασικό ζητούμενο. Είναι σπάνιο να συνδυάζει κανείς την καλλιτεχνική του αξία με μια τέτοια φροντίδα για το περιβάλλον της πρόβας, ώστε να είναι ταυτόχρονα ασφαλές και δημιουργικά γόνιμο. Αυτός ο συνδυασμός —η εκτίμηση, ο σεβασμός, ο θαυμασμός, αλλά και μια βαθιά ηρεμία— ήταν που με οδήγησε στην επιλογή του. Και νιώθω ότι επιβεβαιώθηκα απόλυτα. Έχουμε χτίσει μια σχέση ουσιαστικής αλληλοεκτίμησης, και αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο θέλω να δουλεύω.

Το χειροκρότημα που εισπράττετε κάθε βράδυ σε αυτή την παράσταση έχει για σας διαφορετική βαρύτητα σε σχέση με παλαιότερες δουλειές σας;

Κάθε φορά ανεβαίνεις στη σκηνή με την πρόθεση να δώσεις τον καλύτερό σου εαυτό και με την ελπίδα αυτό να επικοινωνήσει με το κοινό, να νιώσουν οι θεατές ότι άξιζε ο χρόνος που αφιέρωσαν. Ανεξάρτητα από το αν αυτό που κάνω αρέσει ή όχι, ξέρω ότι έχω σεβαστεί τον εαυτό μου, την παράσταση και την ίδια την τέχνη. Αυτό είναι κάτι που με συνοδεύει πάντα. Ωστόσο, στη συγκεκριμένη δουλειά, επιλέξαμε συνειδητά ένα εγχείρημα που απαιτούσε να φτάσουμε στα όριά μας.

Όταν σου δίνεται μια τέτοια πρόκληση και καταφέρνεις να την πραγματώσεις, η ικανοποίηση είναι διαφορετική. Ο κόπος είναι μεγαλύτερος, αλλά και η αίσθηση ότι έχεις δώσει όλα σου τα «χρώματα» είναι πολύ πιο έντονη. Αυτή η πληρότητα δεν είναι κάτι που το συναντάς σε κάθε δουλειά και γι’ αυτό έχει ξεχωριστή αξία. 

Μετά από είκοσι χρόνια πορείας σε θέατρο, τηλεόραση και μουσικές σκηνές, θεωρείτε ότι στην Ελλάδα δίνονται πραγματικές ευκαιρίες;

Ναι, δίνονται αλλά έχει να κάνει πολύ με το τι αναζητά ο καθένας και πώς τοποθετεί τον εαυτό του μέσα σε αυτή τη διαδρομή. Προσωπικά, δεν μπορώ να μείνω στάσιμη σε αυτό που ήδη γνωρίζω. Έχω ανάγκη να εξελίσσομαι, να διευρύνομαι ως καλλιτέχνης και ως άνθρωπος. Αυτό σημαίνει ότι προσπαθώ διαρκώς να γίνομαι καλύτερη, να ανοίγω το ρεπερτόριό μου και να τολμώ πιο απαιτητικά πράγματα, ώστε όταν έρθει μια ευκαιρία να είμαι έτοιμη να την υποστηρίξω. Με έναν τρόπο —ίσως και σε ένα πιο «μεταφυσικό» επίπεδο— νιώθω ότι προετοιμάζω τον εαυτό μου για κάτι που μπορεί να μην ξέρω αν και πότε θα έρθει. Αλλά θέλω να είμαι έτοιμη.

Οπότε, ναι, οι ευκαιρίες υπάρχουν αλλά συχνά έρχονται αφού έχει προηγηθεί η προετοιμασία για να τις υποδεχτείς. Και ακόμη κι αν σε μια δεδομένη στιγμή φαίνεται πως δεν υπάρχει χώρος, πιστεύω ότι, αν δουλέψεις ουσιαστικά, αυτό που είσαι θα βρει τελικά τη θέση του. Αυτό είναι κάτι που συζητώ συχνά και με τους νεότερους καλλιτέχνες, μέσα από τη δουλειά μου στο Ωδείο Athenaeum, όπου είμαι καλλιτεχνική υπεύθυνη και coach στο Τμήμα Μιούζικαλ. Τους λέω ότι, ακόμη κι όταν δεν διακρίνουν άμεσα προοπτική, αξίζει να επενδύσουν βαθιά στην εξέλιξή τους, γιατί έτσι δημιουργούν οι ίδιοι τον χώρο που θα τους χωρέσει. Ίσως τελικά έτσι λειτουργούν τα πράγματα, τουλάχιστον μέχρι τώρα, αυτό βλέπω να επιβεβαιώνεται στην πράξη.

Θεωρείτε τον εαυτό σας αισιόδοξο άνθρωπο;

Τις περισσότερες φορες ναι. Είναι ίσως ο πιο λειτουργικός τρόπος να αντιμετωπίζεις τα πράγματα. Δεν σημαίνει ότι αγνοείς τις δυσκολίες, αλλά ότι επιλέγεις μια στάση που σου επιτρέπει να προχωράς.

Γιατί πιστεύετε ότι η ιστορία του Ντόριαν Γκρέι εξακολουθεί να μας απασχολεί τόσο έντονα σήμερα;

Ζούμε σε μια εποχή όπου η εικόνα έχει σχεδόν ταυτιστεί με την αυτοπραγμάτωση. Υπάρχει η αντίληψη ότι, αν κάποιος κερδίσει αποδοχή μέσα από την εικόνα του, έχει ήδη «φτάσει» και από εκεί προκύπτουν όλα: υλικά αγαθά, κοινωνικό στάτους, αναγνώριση. Το γεγονός ότι οι influencers αποτελούν πλέον από τους μεγαλύτερους «σταρ» της εποχής είναι πολύ ενδεικτικό. Όπως και το ότι, συχνά, επενδύονται περισσότερα χρήματα στο μάρκετινγκ και την προβολή παρά στην ίδια την παραγωγή είτε μιλάμε για προϊόντα είτε για έργα τέχνης. Είναι παράδοξο, αλλά αληθινό. Πολλές φορές η επιτυχία εξαρτάται περισσότερο από το πώς προωθείς κάτι παρά από το ίδιο το περιεχόμενο.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η εικόνα γίνεται η βασική πυξίδα. Και τότε ο αυθεντικός εαυτός —ή αν θέλεις, η ψυχή, η συνείδηση— μετατοπίζεται στο περιθώριο. Στον Ντόριαν Γκρέι, αυτό αποτυπώνεται μέσα από το πορτρέτο, που λειτουργεί ως καθρέφτης της συνείδησης. Ίσως, τελικά, ζούμε σε μια κοινωνία που δυσκολεύεται να συνδεθεί ουσιαστικά με τον εαυτό της και με τους άλλους. Και έτσι καταφεύγει στην εικόνα, αναζητώντας αποδοχή από άλλες εικόνες. Είναι μια μετάβαση σε μια νέα, «μετα-κοινωνία», την οποία παρατηρώ με ενδιαφέρον, αλλά και μ' έναν φόβο.

Σε προσωπικό επίπεδο, σας έχει απασχολήσει η εικόνα σας και το πέρασμα του χρόνου; Ειδικά σε έναν χώρο, όπου όσο μεγαλώνει ηλικιακά μια γυναίκα, περιορίζονται οι ρόλοι που της προσφέρονται...

Υπάρχουν δύο ειδών απαντήσεις σε αυτή την ερώτηση. Το ένα αφορά τη θέση της γυναίκας μέσα σε μια πατριαρχική κοινωνία. Το άλλο αφορά τον άνθρωπο συνολικά, και τη σχέση του με τη φθορά και τον φόβο του χρόνου. Ως γυναίκα, προσπαθώ συνειδητά να αναγνωρίζω τι είναι αυτό που πραγματικά με εκφράζει και τι είναι αυτό που μου έχει επιβληθεί ως «δεδομένο». Μεγαλώνοντας, αρχίζεις να τα ξεχωρίζεις πιο καθαρά. Και εκεί που νιώθω ότι κάτι δεν μου ταιριάζει —ότι «αντιστέκεται» το σώμα, η σκέψη ή η ψυχή μου— προσπαθώ να το επεξεργάζομαι και να μην το αποδέχομαι άκριτα. Στον χώρο μας, αυτό είναι ακόμη πιο έντονο, γιατί οι ηθοποιοί λειτουργούν ως καθρέφτης της κοινωνίας. Προσπαθώ, λοιπόν, να μην υπηρετώ ρόλους που μου επιβάλλονται κοινωνικά, αλλά να επιλέγω εκείνους που έχουν νόημα για μένα.

Ως άνθρωπος, βέβαια, δεν μπορώ να πω ότι δεν με απασχολεί η φθορά. Η σχέση μας με τον χρόνο είναι πολύπλοκη και, τελικά, η αλλαγή στο σώμα είναι αυτή που μας κάνει να τον αντιλαμβανόμαστε πιο έντονα. Αυτό εμπεριέχει και δώρα και φόβους. Ναι, υπάρχει και ο φόβος του τέλους. Ωστόσο, η εικόνα μου δεν υπήρξε ποτέ το πιο καθοριστικό στοιχείο της ταυτότητάς μου. Βρίσκομαι σε μια ηλικία —είμαι 42— όπου ακόμη παρατηρώ αυτή τη μετάβαση. Δεν ξέρω πώς θα τη βιώσω στα 50 ή στα 60. Ελπίζω, όμως, να φτάσω εκεί με υγεία και με μια πιο συμφιλιωμένη ματιά. Να μπορώ να βλέπω την ωριμότητα ως ομορφιά και όχι ως απώλεια.

Υπάρχει μια φράση στο έργο, μέσα από τον Λόρδο Χένρι, που λέει ότι «η τραγωδία των γηρατειών δεν είναι ότι κάποιος έγινε γέρος, αλλά ότι κάποτε υπήρξε νέος». Κι όμως, υπάρχει και η άλλη πλευρά, η ευλογία του να έχεις ζήσει. Να έχεις περάσει από διαφορετικές ηλικίες, να έχεις δει τη ζωή από πολλές οπτικές. Αυτό είναι μια βαθιά εμπειρία. Ως γυναίκα, με θλίβει το γεγονός ότι δεν απολαμβάνουμε την ίδια ελευθερία με έναν cis λευκό άντρα. Όμως βλέπω ότι τα πράγματα αλλάζουν. Αργά, αλλά αλλάζουν. Και αυτές οι αλλαγές χρειάζονται υπεράσπιση, απ' όλους μας, με όποιον τρόπο μπορεί ο καθένας. 

Με αυτή την παράσταση φαίνεται πως έχετε ανεβάσει πολύ ψηλά τον καλλιτεχνικό πήχη. Πώς φαντάζεστε το επόμενο βήμα;

Η αλήθεια είναι πως δεν το έχω σκεφτεί ακόμη, Άγγελε. Αυτή η παράσταση είναι κάτι που έχω αγαπήσει βαθιά. Νιώθω ότι με εκφράζει απόλυτα. Είναι πολύ «εγώ». Μέσα σε αυτήν αισθάνομαι ελευθερία, αλλά και μια πληρότητα, με την έννοια ότι προσφέρω κάτι στην τέχνη μου που είναι ολοκληρωμένο. Δεν μπαίνω στη διαδικασία να το κρίνω ως καλό ή κακό. Αυτό που ξέρω είναι ότι, τεχνικά και καλλιτεχνικά, έχω δώσει το μέγιστο που μπορώ. Και αυτό, από μόνο του, έχει μεγάλη αξία για μένα.

Επιστρέφετε στην τηλεόραση, με τη σειρά «Κάμπινγκ». Πώς βιώνετε αυτή την εμπειρία;

Την απολαμβάνω πολύ. Πρόκειται για μια καλογραμμένη κωμωδία, με εξαιρετικούς συνεργάτες και μια πολύ προσεγμένη παραγωγή. Υπάρχει μια κοινή διάθεση από όλους να δημιουργήσουμε κάτι που να έχει ποιότητα και ουσία. Φυσικά, κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πώς θα το υποδεχτεί το κοινό. Αυτό είναι πάντα ένα ανοιχτό στοίχημα. Όμως υπάρχει η αίσθηση ότι γίνεται μια καλή δουλειά και αυτό είναι που έχει σημασία στη διαδικασία.

 

Δεδομένης της εμπειρίας σας με το «Κάτω Παρτάλι» και τις δυσκολίες που προέκυψαν τότε, σας αγχώνει η αστάθεια του επαγγέλματος;

Η αλήθεια είναι πως οι ηθοποιοί είμαστε, με έναν τρόπο, εξοικειωμένοι με αυτή την αστάθεια. Δεν είναι ένα επάγγελμα που προσφέρει σταθερότητα και συχνά ούτε την αναγνώριση ή τη στήριξη που θα άξιζε. Πολλές φορές η ίδια η τέχνη δεν τυγχάνει της φροντίδας που χρειάζεται σε επίπεδο παραγωγής. Είναι μια πραγματικότητα δύσκολη, αλλά ταυτόχρονα είναι και κάτι με το οποίο μαθαίνεις να πορεύεσαι. Προσαρμόζεσαι και συνεχίζεις...

Στο παρελθόν παρουσιάζατε το «φλΕΡΤ» στην ΕΡΤ1. Θα σας ενδιέφερε να επιστρέψετε σε ρόλο παρουσιάστριας;

Δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα τι μπορεί να φέρει το μέλλον. Είναι, όμως, μια εμπειρία που κρατώ θετικά. Είχε ενδιαφέρον, κυρίως γιατί μου έδωσε έναν διαφορετικό, πιο άμεσο τρόπο επικοινωνίας με το κοινό. Το βλέπω σαν ένα ακόμη «κλαδί» αυτού του δέντρου που λέγεται ζωή. Για μένα το ζητούμενο παραμένει το ίδιο. Να συμμετέχω σε δουλειές που έχουν νόημα, να εξελίσσομαι μέσα από αυτές και να μπορώ κάθε φορά να προσφέρω κάτι ουσιαστικό. 

Η παρουσίαση ήταν κάτι αρκετά έξω από τα νερά σας. Τι σας άφησε αυτή η εμπειρία, κάνοντας έναν απολογισμό;

Ήταν μια εμπειρία που μου έδωσε πολλά. Πάνω απ’ όλα, μου έδωσε τη δυνατότητα να συναντήσω σημαντικούς ανθρώπους και να συνομιλήσω μαζί τους με έναν πολύ όμορφο τρόπο. Δεν με ενδιέφερε να κάνω «τυπικές» τηλεοπτικές συνεντεύξεις. Προσπαθούσα να κατευθύνω τη συζήτηση σε πράγματα που θεωρούσα ότι έχουν πραγματικό ενδιαφέρον, όχι μόνο για μένα, αλλά και για το κοινό. Το γεγονός ότι είχα την ευκαιρία να κάνω αυτές τις συζητήσεις —και μάλιστα δημόσια, να τις μοιραστώ με τον κόσμο— ήταν για μένα πολύτιμο.

Συνάντησα ανθρώπους που με σημάδεψαν. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον Παύλο Σάμιο. Είχαμε μια εξαιρετική κουβέντα, λίγο πριν φύγει από τη ζωή. Επίσης, την Ermonela Jaho, μια καλλιτέχνιδα που ήδη θαύμαζα και από κοντά ανακάλυψα μια εύθραυστη, αλλά ταυτόχρονα συγκλονιστικά δυνατή προσωπικότητα. Οι συνεντεύξεις περιστρέφονταν γύρω από τη ζωή, τη γυναίκα, την ευαλωτότητα, την ανάγκη προστασίας της ψυχής. Αυτά είναι θέματα που με αφορούν. Και το ότι μπόρεσα να τα αγγίξω, να ακούσω διαφορετικές οπτικές και να συνδιαλλαγώ με τόσο ουσιαστικούς ανθρώπους —μπροστά από μία κάμερα— ήταν ένα μεγάλο δώρο. Καθόλου αυτονόητο.

Αν σας γινόταν σήμερα μια πρόταση να επιστρέψετε στην παρουσίαση, τι είδους εκπομπή θα σας ενδιέφερε;

Δεν το έχω σκεφτεί. Συχνά, άλλωστε, οι προτάσεις που έρχονται είναι πιο ενδιαφέρουσες από ό,τι θα μπορούσα να φανταστώ μόνη μου. Λειτουργώ αρκετά ενστικτωδώς, αλλά ξέρω ότι θα μ' ενδιέφερε κάτι που έχει ουσία. Κάτι που να αισθάνομαι ότι αξίζει να ειπωθεί, ότι μπορεί να αφήσει ένα αποτύπωμα — έστω και μικρό — σε όποιον το παρακολουθήσει. Δεν θα μ' ενδιέφερε κάτι καθαρά ψυχαγωγικό, όπως ένα τηλεπαιχνίδι. Έχει κι αυτό τη θέση του, αλλά εγώ θα αναζητούσα κάτι που να μπορεί να μετακινήσει τον θεατή, να τον κάνει να σκεφτεί ή να αισθανθεί. 

Η συνεργασία σας με την ΕΡΤ αποτέλεσε για σας ένα ασφαλές ξεκίνημα σε αυτό το κομμάτι της πορείας σας;

Ναι. Ηταν κάτι που δεν είχα καθόλου προβλέψει. Δεν το είχα σκεφτεί ή φανταστεί, αλλά προέκυψε. Και γι’ αυτό το κατατάσσω στα «δώρα» που μου έχει φέρει η ζωή.

Πώς θα θέλατε να κλείσουμε αυτή την κουβέντα;

Νιώθω ότι είμαι σε μια φάση της ζωής μου όπου ακούω περισσότερο τον εαυτό μου. Έχω μία πιο όμορφη σχέση και με την τέχνη μου και με το κοινό. Και αυτό μου δίνει δύναμη, αλλά και χαρά. Με κάνει να νιώθω πιο ισορροπημένη δημιουργικά.

Πιστεύετε ότι μεγαλώνοντας συμφιλιωνόμαστε περισσότερο με τον εαυτό μας;

Θα έλεγα πως ναι, αλλά υπό προϋποθέσεις. Αν το θέλουμε και αν είμαστε διατεθειμένοι να δουλέψουμε γι’ αυτό. Δεν είναι μια εύκολη διαδικασία. Απαιτεί καθημερινή προσπάθεια και, πολλές φορές, είναι επώδυνη. Υπάρχουν πλευρές του εαυτού μας που δεν θέλουμε να δούμε ή να αποδεχτούμε, ούτε σε εμάς ούτε στους άλλους. Για να προχωρήσεις, όμως, χρειάζεται να αντιμετωπίσεις αλήθειες. Και αυτό δεν γίνεται πάντα γρήγορα. Μπορεί να «κάθεσαι» σε κάτι για χρόνια, μέχρι να είσαι έτοιμος να το ξεπεράσεις. Όσο αντέχεις, τόσο προχωράς. Για μένα, πάντως, αυτός είναι ένας ξεκάθαρος στόχος.

Συγχωρείτε πιο εύκολα τον εαυτό σας σήμερα σε σχέση με παλαιότερα;

Ναι… όσο μεγαλώνω, τόσο περισσότερο.

ΕΡΤ1MEGAσυνέντευξηΝάντια Κοντογεώργηηθοποιός