Άμφισσα: Στα Ταμπάκικα της Χάρμαινας ανταμώνουν το πνεύμα του Παπαλουκά και το στοιχειό του Κωνσταντή
Χριστίνα ΤσαμουράΥπόγεια νερά, πλατάνια, μια πλακοστρωμένη πλατεία και μια ολόκληρη γειτονιά, όπου πάγωσε ο χρόνος, ξεπροβάλλουν στη στροφή του δρόμου, λίγο πριν μπεις στην Άμφισσα. Είναι η Χάρμαινα, η «μικρή πολιτεία» των ταμπάκηδων, των βυρσοδεψών δηλαδή, που για αιώνες κατεργάζονταν εδώ τα δέρματα των ζώων και διέθεταν τα προϊόντα τους εντός και εκτός Ελλάδας. Το σπάνιο οικιστικό σύνολο περιλαμβάνει 42 διατηρητέα πλινθόκτιστα εργαστήρια με πιο επιβλητικό, το λεγόμενο «Τουλασίδι», που μαζί με την κοντινή του κρήνη του, έχει χαρακτηριστεί ιστορικό μνημείο από το υπουργείο Πολιτισμού.
Η πρώτη εντύπωση είναι σχεδόν κινηματογραφική. Περπατάς στα καλντερίμια, ανάμεσα στα «σπιτάκια» με τις κεραμιδένιες στέγες, τους πλίνθινους τοίχους, τις καμάρες και τα ξύλινα κουφώματα και θαρρείς πως τρύπωσες στο σκηνικό κάποιας ταινίας εποχής. Η Χάρμαινα, όμως, είναι κάτι περισσότερο από ένα γραφικό κομμάτι της πόλης: εδώ συναντιούνται αιώνες ανθρώπινου μόχθου και εμπορίου με τις λαϊκές παραδόσεις, τους αστικούς θρύλους και την τέχνη.
Στα χνάρια των ταμπάκηδων
Πριν γίνει προορισμός για περιπάτους και αφορμή για καφεδάκια με πολιτιστικές αναζητήσεις, η Χάρμαινα ήταν μια συνοικία που δούλευε ασταμάτητα στους ρυθμούς μιας δύσκολης και λερής δουλειάς. Τα ταμπάκικα, όπως ονομάζονταν τα βυρσοδεψεία, αποτελούσαν επί αιώνες βασικό κομμάτι της οικονομικής ζωής της Άμφισσας. Η κατεργασία των δερμάτων απαιτούσε χώρο, χρόνο, έντονη χειρωνακτική εργασία και άφθονο νερό σχεδόν σε όλες τις φάσεις της. Η πηγή της περιοχής και τα τρεχούμενα νερά που διοχετεύονταν στα αυλάκια εξυπηρετούσαν ακριβώς αυτή την ανάγκη.
Για να καταλάβεις πώς λειτουργούσε αυτός ο κόσμος, αξίζει να ακούσεις κάποιον που τον γνώρισε από μέσα. Ο Δημήτρης Καλλίας, γιος και εγγονός βυρσοδεψών, μεγάλωσε με τις ιστορίες και τις εικόνες μιας δουλειάς που κράτησε την οικογένειά του δεμένη με τη συνοικία επί γενιές. «Ο παππούς μου και ο πατέρας μου και όλο μου το σόι ήταν ταμπάκηδες», λέει.
Στις διηγήσεις του, τα παλιά εργαστήρια παύουν να είναι ερειπωμένα κτίρια και ξαναγίνονται τόποι δουλειάς, γεμάτοι ανθρώπους, φωνές, κίνηση, αλλά και οι αναπόφευκτες διαμάχες, αφού οι βυρσοδέψες δεν ανήκαν σε κάποιον κοινό συνεταιρισμό. «Περίπου 80 εργαστήρια λειτουργούσαν στη Χάρμαινα. Κάθε ένα απασχολούσε το λιγότερο 15 άτομα», αναφέρει ο ίδιος, θυμίζοντας πως στις εποχές της ακμής της υπήρχαν ακόμη ταπητουργεία και σχοινοποιεία. «Τίποτα δεν πήγαινε χαμένο: ακόμη και οι τρίχες που αφαιρούνταν από τα δέρματα έφευγαν για Αγγλία, όπου γίνονταν ανάρπαστες», καταλήγει.
Ο κ. Καλλίας περιγράφει τα στάδια της απαιτητικής δουλειάς: από την άφιξη των τομαριών που συλλέγονταν στα Βαλκάνια μέχρι την κατεργασία τους με φυσικές μεθόδους και την τελική διάθεση των προϊόντων στις αγορές του κόσμου. Οι δραστηριότητα με τις βαθιές ρίζες στον χρόνο άρχισε να φθίνει σταδιακά, καθώς οι νεότερες γενιές σπούδαζαν και αναζητούσαν το μέλλον τους αλλού. Οι τελευταίοι γόνοι από τις παλιές οικογένειες τεχνιτών εγκατέλειψαν τη συνοικία πριν από μερικές δεκαετίες και τα βυρσοδεψεία έσβησαν.
Σήμερα, μετά το σεργιάνι στα καλντερίμια, αξίζει να κάνεις δύο στάσεις: στον Πολυχώρο Χάρμαινα, για καφέ, ποτό ή κάποιο μεζεδάκι, και στη Δημοτική Πινακοθήκη «Σπύρου Παπαλουκά». Εκεί θα ανακαλύψεις το νήμα που συνδέει τον σπουδαίο ζωγράφο, που θεωρείται πρόδρομος της γενιάς του ’30, με την Άμφισσα και ειδικότερα με τη Μητρόπολή της.
Τα «ανθίβολα» του Σπύρου Παπαλουκά και η Μητρόπολη της Άμφισσας
Μπαίνοντας στο ανακαινισμένο διατηρητέο κτίριο της Δημοτικής Πινακοθήκης, περνάς από τον κόσμο των βυρσοδεψών στο κατώφλι της τέχνης. Εδώ εκτίθενται τα εντυπωσιακά «ανθίβολα» του Σπύρου Παπαλουκά (1892-1957): τα προσχέδια με απλά λόγια σε φυσικό μέγεθος που δημιούργησε ο καλλιτέχνης για την αγιογράφηση της Μητρόπολης της Άμφισσας, μέρος ευρύτερης συλλογής που δώρισε στον Δήμο η κόρη του, Μίνα.
Σε αυτά τα μεγάλα φύλλα χαρτιού, τα «πατρόν» του κατά κάποιον τρόπο, ο ζωγράφος σχεδίαζε τις μορφές και τα μοτίβα του με κάρβουνο, στη συνέχεια τρυπούσε το περίγραμμά τους και μετέφερε τις παραστάσεις σε τοίχους και επιφάνειες με τη βοήθεια καρβουνόσκονης. Εντυπωσιακά σε μέγεθος και καθηλωτικά, τα πολύτιμα αυτά ανθίβολα αποκαλύπτουν τη δουλειά που κρύβεται πίσω από τις τοιχογραφίες, αλλά και τη βαθιά προσωπική εικαστική γλώσσα του Παπαλουκά, που επιχείρησε να συνδυάσει τη βυζαντινή παράδοση με τις σύγχρονες αναζητήσεις της ζωγραφικής της εποχής του.
Εγχείρημα που δεν εξελίχθηκε πολύ ομαλά. Αν επισκεφτείς τον Μητροπολιτικό Ναό –το προτείνω εμφατικά καθώς δεν απέχει ούτε ένα χιλιόμετρο– θα καταλάβεις το γιατί. Εκεί θα δεις την πρωτοποριακή δουλειά του καλλιτέχνη από τα χάρτινα προσχέδια στην ολοκληρωμένη εκδοχή της. Ή, για την ακρίβεια, στη σχεδόν ολοκληρωμένη, εκδοχή της, αφού ο ζωγράφος σταμάτησε την τοιχογράφηση πριν την τελειώσει. Και ιδού ο λόγος: Ο Παπαλουκάς ξεκίνησε την αγιογράφηση της Ευαγγελίστριας το 1927, έπειτα από πανελλήνιο καλλιτεχνικό διαγωνισμό, με κριτές, μεταξύ άλλων, τον Πικιώνη και τον Παρθένη. Φυτικά μοτίβα, πρωτότυπες διακοσμητικές συνθέσεις, τολμηρότερα χρώματα και μια ελεύθερη ανάπτυξη της ζωγραφικής στον χώρο διαφοροποιούσαν τις δημιουργίες του από την καθιερωμένη εκκλησιαστική εικονογραφία και τα «πρωτόκολλά» της.
Στην πρωτοτυπία αυτή αντέδρασαν έντονα ο δεσπότης και οι προύχοντες της πόλης με αποτέλεσμα να διακοπούν οι εργασίες και ο ζωγράφος να αφήσει το έργο του ημιτελές. Περιττό να σημειώσει κανείς πως σήμερα ο ναός είναι πόλος έλξης αμέτρητων επισκεπτών που θέλουν να θαυμάσουν τον ιδιαίτερο διάκοσμο και τις ολοκληρωμένες αγιογραφίες του σημαντικού ζωγράφου, αλλά και μισοτελειωμένες παραστάσεις, όπως ο «Ασπασμός της Ελισσάβετ», δείγμα της σύγκρουσης ανάμεσα στην παράδοση και τη νεωτερικότητα.
Ο θρύλος του Κωνσταντή και η «Νύχτα των Στοιχειών»
Μια ιστορία αγάπης και απώλειας, που πέρασε από γενιά σε γενιά, και εξακολουθεί να τροφοδοτεί τη συλλογική φαντασία και την εθιμοτυπία της Άμφισσας έχει τις ρίζες της στα Ταμπάκικα: είναι ο θρύλος του Κωνσταντή, που, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, έγινε το Στοιχειό της Χάρμαινας και ο προστάτης των βυρσοδεψών, θρύλος που ζωντανεύει μέσα από ένα ξεχωριστό αποκριάτικο έθιμο. Λέγεται, λοιπόν, πως ο Κωνσταντής και η Λενιώ ήταν δύο νέοι ερωτευμένοι, που ζούσαν στη Χάρμαινα, μέχρι τη μέρα, που η Λενιώ πήγε στην κρήνη για νερό, χτυπήθηκε από κεραυνό και έχασε τη ζωή της. Απαρηγόρητος ο Κωνσταντής με τον απρόσμενο θάνατο της αγαπημένης του έπεσε από το Κάστρο της Άμφισσας. Μα η ψυχή του δεν βρήκε ανάπαυση, παρά μεταμορφώθηκε στο Στοιχειό της Χάρμαινας, που οι ταμπάκηδες έκτοτε θεώρησαν προστάτη τους. Ο θρύλος αναβιώνει κάθε χρόνο στην «Νύχτα των Στοιχειών», ένα από τα πιο ατμοσφαιρικά αποκριάτικα δρώμενα της χώρας. Το τελευταίο Σαββατοκύριακο της Αποκριάς, το Στοιχειό και οι μεταμφιεσμένοι συνοδοί του καταλαμβάνουν τους δρόμους της Άμφισσας, σε ένα έθιμο που από το 2022, έχει ενταχθεί στο Εθνικό Ευρετήριο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς.
- Τι θα γίνει με τις ενεργειακές συμφωνίες στην Ελλάδα μετά την αποπομπή της Γκίλφοϊλ
- Εικοσιτετράωρη απεργία στα ΚΤΕΛ στις 3 Νοεμβρίου - «Παγωμένοι» μισθοί από το 2009 και αδιέξοδο στις συλλογικές συμβάσεις
- Το «βαθύ λαρύγγι» στην υπόθεση Κίμπερλι, οι δύο Ρουμάνοι υπουργοί με Έλληνα επιχειρηματία και το deal για τα Goody's
- Ευρωπαϊκό Συμβούλιο: Το διπλό μήνυμα Μητσοτάκη και η δύσκολη συζήτηση για την ενεργειακή κρίση - Ποια άλλα θέματα είναι στο «μενού»