Η έκθεση του ΟΟΣΑ και η αλήθεια πίσω από τους πανηγυρισμούς
Φάνης ΤσουλουχάςΗ τελευταία έκθεση του ΟΟΣΑ για την Ελλάδα δεν είναι καταδικαστική. Αλλά δεν είναι και πανηγυρική. Είναι μια ψύχραιμη, τεχνοκρατική υπενθύμιση ότι η χώρα έχει αφήσει πίσω της τη βαθύτερη φάση της κρίσης, αλλά δεν έχει ακόμη λύσει τα διαρθρωτικά προβλήματα που την κρατούν μακριά από την πραγματική ευρωπαϊκή σύγκλιση.
Ο ΟΟΣΑ αναγνωρίζει ότι η ελληνική οικονομία άντεξε στις πρόσφατες κρίσεις και αναπτύχθηκε ταχύτερα από την Ευρωζώνη τα τελευταία χρόνια. Αναγνωρίζει επίσης ότι το χάσμα στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ άρχισε να περιορίζεται, χάρη στις επενδύσεις, την αύξηση της απασχόλησης και ορισμένες μεταρρυθμίσεις. Όμως η ίδια έκθεση προσθέτει την κρίσιμη φράση: η πρόοδος περιορίζεται από την αδύναμη παραγωγικότητα, το μεγάλο ακόμη επενδυτικό κενό και τη δυσκολία πολλών μικρότερων επιχειρήσεων να ψηφιοποιηθούν και να καινοτομήσουν.
Αυτή είναι η ουσία. Η Ελλάδα δεν πάσχει από έλλειψη κυβερνητικών αφηγημάτων. Πάσχει από έλλειψη παραγωγικού βάθους. Μπορεί να εμφανίζει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, αλλά αν η ανάπτυξη δεν μετατρέπεται σε παραγωγικότητα, καλύτερους μισθούς, τεχνολογική αναβάθμιση, εξαγωγική δύναμη και ουσιαστική στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, τότε παραμένει εύθραυστη.
Ο ΟΟΣΑ προβλέπει ανάπτυξη 1,9% το 2026 και 2,0% το 2027. Προβλέπει όμως και πληθωρισμό 4,2% το 2026, πριν αυτός υποχωρήσει στο 2,6% το 2027. Δηλαδή, η οικονομία αναπτύσσεται, αλλά η ακρίβεια εξακολουθεί να πιέζει νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική αν δει κανείς ότι οι καθαρές εισαγωγές ενέργειας, κυρίως πετρελαίου και φυσικού αερίου, αντιστοιχούσαν στο 93% της συνολικής ενεργειακής προσφοράς της χώρας. Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα παραμένει εξαιρετικά ευάλωτη σε διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις.
Στο δημοσιονομικό πεδίο, ο ΟΟΣΑ προβλέπει υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα: 2,6% του ΑΕΠ το 2026 και 2,7% το 2027, μετά από ιστορικά υψηλό πλεόνασμα 4,4% το 2025. Η συνετή δημοσιονομική πολιτική είναι αναγκαία. Όμως υπάρχει και ένα πολιτικό ερώτημα που δεν μπορεί να αγνοηθεί: όταν το κράτος υπεραποδίδει δημοσιονομικά σε περίοδο ακρίβειας, ποιος πληρώνει τελικά τον λογαριασμό; Αν η υπεραπόδοση βασίζεται σε υψηλά έσοδα από ΦΠΑ, ενέργεια και κατανάλωση, τότε η δημοσιονομική επιτυχία χτίζεται εν μέρει πάνω στην πίεση της καθημερινότητας.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η αναφορά του ΟΟΣΑ στα κόκκινα δάνεια. Η έκθεση λέει καθαρά ότι η υγεία των τραπεζών έχει βελτιωθεί, αλλά οι κίνδυνοι έχουν μεταφερθεί στους servicers. Υπάρχουν πολλών ειδών εμπόδια στην αναδιάρθρωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, ενώ οι οφειλέτες με ανεπίλυτα NPLs παραμένουν ουσιαστικά μη χρηματοδοτήσιμοι από το τραπεζικό σύστημα. Αυτό σημαίνει ότι οι τράπεζες καθάρισαν τους ισολογισμούς τους, αλλά η κοινωνία και η πραγματική οικονομία δεν καθάρισαν από το πρόβλημα του ιδιωτικού χρέους.
Η ίδια λογική ισχύει και για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Ο ΟΟΣΑ σημειώνει ότι η διάχυση ψηφιακών τεχνολογιών παραμένει αργή, ειδικά στις μικρές επιχειρήσεις, και ότι η χώρα υστερεί σε τεχνολογίες όπως cloud, τεχνητή νοημοσύνη και σύγχρονες διοικητικές δεξιότητες. Προτείνει εκπαίδευση στη διοίκηση μικρομεσαίων επιχειρήσεων, χρηματοοικονομική παιδεία και ανάπτυξη δικτύων υψηλής χωρητικότητας έως το 2030. Αυτά δεν είναι δευτερεύοντα ζητήματα. Είναι ο πυρήνας της παραγωγικής αναβάθμισης.
Η Ελλάδα χρειάζεται δεύτερη γενιά μεταρρυθμίσεων
Το συμπέρασμα είναι καθαρό: η Ελλάδα χρειάζεται δεύτερη γενιά μεταρρυθμίσεων. Όχι μεταρρυθμίσεις επικοινωνίας, αλλά μεταρρυθμίσεις παραγωγικότητας. Όχι απλώς ψηφιακές υπηρεσίες βιτρίνας, αλλά ψηφιακό μετασχηματισμό επιχειρήσεων. Όχι απλώς τραπεζική σταθερότητα, αλλά πραγματική χρηματοδότηση της οικονομίας. Όχι απλώς πλεονάσματα, αλλά δικαιότερη κατανομή των φορολογικών βαρών. Όχι απλώς τουρισμό και ακίνητα, αλλά βιομηχανία, αγροδιατροφή, τεχνολογία, εξαγωγές, ενέργεια και δεξιότητες.
Η έκθεση του ΟΟΣΑ είναι χρήσιμη ακριβώς επειδή διαλύει και τις δύο αυταπάτες: ούτε η Ελλάδα καταρρέει, ούτε όμως έχει πετύχει το αναπτυξιακό άλμα που υπόσχεται η κυβέρνηση. Η χώρα βρίσκεται σε ένα κρίσιμο ενδιάμεσο σημείο. Έχει σταθεροποιηθεί, αλλά δεν έχει μετασχηματιστεί.
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό πολιτικό διακύβευμα. Η επόμενη περίοδος δεν θα κριθεί από το αν θα συνεχίσουμε να παράγουμε θετικούς αριθμούς. Θα κριθεί από το αν αυτοί οι αριθμοί θα γίνουν καλύτερη ζωή για τους πολίτες: μισθοί που αντέχουν στην ακρίβεια, μικρομεσαίες επιχειρήσεις που μπορούν να επενδύσουν, νέοι που δεν φεύγουν, παραγωγή που εξάγει, δημόσιες δαπάνες που πιάνουν τόπο και ένα τραπεζικό σύστημα που υπηρετεί την οικονομία αντί να την αποκλείει.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλη διαχείριση της εικόνας. Χρειάζεται παραγωγικό σχέδιο, θεσμική σοβαρότητα και ανάπτυξη που μετριέται όχι μόνο στο ΑΕΠ, αλλά στην τσέπη, στη δουλειά και στην προοπτική των πολιτών.
- Το φθινοπωρινό σχέδιο Ανδρουλάκη: Η αντεπίθεση του ΠΑΣΟΚ από την κοινωνία έως τη ΔΕΘ
- Η παγίδα του Ορμούζ για τον Τραμπ και το επικίνδυνο στοίχημα της Τεχεράνης - Ποιος θα λυγίσει πρώτος
- Συναγερμός και σήμερα: Στο «κόκκινο» Αττική και 6 περιφέρειες λόγω καύσωνα - Αυξημένες περιπολίες και drones
- Νίκος Καλογερόπουλος: Μια ζωή γεμάτη θέατρο, σινεμά και ποίηση