Κόσμος|16.01.2026 12:07

«Έζησα, αλλά πού διάολο πήγε η ζωή μου;» - Η ιστορία της Στέφανι που έμεινε 8 μέρες κλεισμένη στο φέρετρο του απαγωγέα της

Newsroom

Τριάντα τέσσερα χρόνια πριν, στα 25 της, η Στέφανι Σλέιτερ ξεκίνησε ένα κρύο πρωινό Ιανουαρίου του 1992 να πηγαίνει στην οδό Τάμπερι, στα προάστια του Μπέρμιγχαμ, για να δείξει ένα σπίτι σε υποψήφιο πελάτη. Η νεαρή μεσίτρια συνάντησε έξω από το ακίνητο έναν άνδρα που της συστήθηκε ως Μπομπ Σάουθχολ, είχε πολύ «συνηθισμένη» εμφάνιση και τίποτα δεν προμήνυε όσα θα ακολουθούσαν. Όσα θα ζούσε τις επόμενες αρκετές ημέρες.

Πολύ γρήγορα έγινε ξεκάθαρο ότι ο Μπομπ δεν πολυενδιαφερόταν για το σπίτι κι η Στέφανι επιχείρησε να τελειώσει όσο πιο γρήγορα γινόταν τη δουλειά, για να πάει σε επόμενο ραντεβού. Ανεβαίνοντας τις σκάλες για να του δείξει το μπάνιο, έστω για τα τυπικά, έζησε τις εφιαλτικότερες στιγμές της ζωής της.

«Μέσα σε δευτερόλεπτα, η συμπεριφορά και το πρόσωπό του άλλαξαν εντελώς. Ο ήρεμος κι ευγενικός τύπος είχε γίνει ένας σατανικός, τρομακτικός άνδρας. Ξαφνικά μου όρμησε πετώντας με στον αέρα. Έβγαλε ένα μαχαίρι και μια λίμα με γάντζο στην άκρη... και τα κουνούσε μπροστά στο πρόσωπό μου. Μου φώναζε να σκάσω, να μην φωνάζω, να είμαι ήσυχη και να μην αντιστέκομαι, αλλιώς θα με σκότωνε», θυμάται η Στέφανι μιλώντας στο podcast του BBC 'The Kidnapping of Stephanie Slater'.

Παρά τις απειλές η Στέφανι και φώναξε και αντιστάθηκε, αλλά σταμάτησε όταν είδε το αίμα της να τρέχει. Συνειδητοποίησε ότι βρισκόταν σε σοβαρό κίνδυνο. Ο τρομακτικός άνδρας της είχε σκίσει το χέρι, την είχε εξουθενώσει και την είχε σπρώξει στο μπάνιο.

«Μου έβαλε το μαχαίρι στο λαιμό και μου είπε: 'Αν κουνηθείς, θα σε σκοτώσω'».

Οι συμβουλές του βιβλίου

Το πρώτο πράγμα που της ήρθε στο μυαλό ήταν ένα βιβλίο που είχε διαβάσει πρόσφατα και λεγόταν Girls’ Guide to Growing Up.

«Σε αυτό, αναφερόταν ότι αν ποτέ δεχτείς επίθεση για βιασμό ή ληστεία, πρέπει να παραμείνεις ήρεμη. Να είσαι υποχωρητική, να υπενθυμίζεις στον δράστη ότι είσαι άνθρωπος», εξηγεί.

«Και καθώς με έριχνε στο πάτωμα της μπανιέρας και μου έβαζε το μαχαίρι στο λαιμό, του είπα: “Εντάξει, με έχεις. Ηρέμησε. Απλά θυμήσου ότι είμαι άνθρωπος”».

Ο «Μπομπ» – που στην πραγματικότητα ήταν ένας κατασκευαστής εργαλείων ονόματι Μάικλ Σαμς – ηρέμησε. Για λίγο όμως. Πήρε τη Στέφανι στο γκαράζ όπου είχε παρκάρει το αυτοκίνητό του, την ξάπλωσε στο ανακλινόμενο κάθισμα του συνοδηγού, την έδεσε, την κάλυψε με μια βαριά κουβέρτα, έβαλε ένα μαχαίρι ανάμεσα στο κάθισμα και το μηρό της και της είπε ξανά ότι θα την σκότωνε αν κουνιόταν. Η Στέφανι έκανε ό,τι της είπε.

Ξεκίνησε και μετά από 10 λεπτά, ο Σαμς, από το Σάτον-ον-Τρεντ του Νότιγχαμσαϊρ, ενημέρωνε τη μεσίτρια ότι την είχε απαγάγει για χρήματα.

«Σχεδόν γέλασα. Σκέφτηκα ότι η οικογένειά μου δεν είχε καθόλου χρήματα να του προσφέρει οπότε απήγαγε εντελώς λάθος άνθρωπο. Και τότε μου είπε ότι θα ζητούσε 175.000 λίρες από τους εργοδότες μου και ήθελε ο προϊστάμενός μου να παραδώσει τα λύτρα σε οκτώ ημέρες».

Μέσα σε ένα φέρετρο, σε κάδο απορριμμάτων και με την απειλή της ηλεκτροπληξίας

Ο Σαμς ηχογράφησε ένα μήνυμα από αυτήν για μελλοντική χρήση και έκανε το μακρύ ταξίδι μέχρι το εργαστήριό του στο Νιούαρκ του Νότιγχαμσάιρ.

Όταν έφτασαν, έδεσε τα μάτια και το στόμα της Στέφανι, της έβαλε χειροπέδες, της έδεσε τα πόδια και την έβαλε σε ένα φέρετρο που έσπρωξε μέσα σε έναν κάδο απορριμμάτων. Αλλά δεν έμεινε εκεί. Τοποθέτησε ηλεκτρόδια στα παντελόνια της και της είπε ότι θα της έριχνε ρεύμα αν προσπαθούσε να δραπετεύσει και ότι θα έπεφταν πέτρες πάνω της, συνθλίβοντάς την μέχρι θανάτου.

«Έκανε παγωνιά. Βρίσκεσαι σε απόλυτη αγωνία, φοβάσαι για τη ζωή σου και σκέφτεσαι μόνο: "Τι στο διάολο μου συνέβη; Τι κάνω εδώ; Είναι κάποιο είδος εφιάλτη;» Ο φόβος είναι απερίγραπτος», θυμάται.

Ο Σαμς τηλεφώνησε στους εργοδότες της Στέφανι, σε ένα μεσιτικό γραφείο που λεγόταν Shipways, για να τους πει ότι είχε απαχθεί και ότι θα έστελνε ταχυδρομικά το αίτημα για λύτρα. Η εταιρεία ενημέρωσε στην αστυνομία, η οποία βρήκε από το ταχυδρομείο ένα μικρό πακέτο με μια κασέτα μέσα. Περιείχε το ηχογραφημένο μήνυμα της Στέφανι στο οποίο η νεαρή κοπέλα έλεγε:

 

«Είμαι η Στέφανι Σλέιτερ. Η ώρα είναι 11:45. Σας διαβεβαιώνω ότι είμαι καλά. Και αν ακολουθηθούν αυτές οι οδηγίες, θα αφεθώ ελεύθερη την Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου».

Είχε επίσης αφήσει οδηγίες για τον τρόπο παράδοσης των χρημάτων από τον προϊστάμενό της, Κέβιν Γουάτς.

Τις επόμενες οκτώ ημέρες, η Στέφανι παρέμεινε στο σκοτεινό, στενό φέρετρο, από το οποίο της επιτρεπόταν να βγαίνει μόνο για να φάει, να πιει ή να χρησιμοποιήσει την τουαλέτα. Ο Σαμς την τάιζε τηγανιτό μπακαλιάρο με πατάτες ή fish and chips όπως το ξέρουν όσοι έχουν ζήσει στη Βρετανία, της έδινε KitKat και φλιτζάνια τσάι. Στις στιγμές που την άφηνε να βγει από τον φρικτό της εγκλεισμό, θυμόταν το βιβλίο και προσπαθούσε να συνδεθεί με τον Σαμς, μιλώντας του για οτιδήποτε της ερχόταν στο μυαλό που θα μπορούσε να τον ενδιαφέρει, ενίοτε και αγκαλιάζοντάς τον.

Την ίδια ώρα που η ίδια παρέμενε κλεισμένη σε ένα φέρετρο, η αστυνομία προσπαθούσε να την εντοπίσει για να την απελευθερώσει, διατηρώντας παράλληλα κρυφά από τα ΜΜΕ την υπόθεση, ώστε να μην θέσει σε κίνδυνο την έρευνα.

Η απελευθέρωση

Την ημέρα της παράδοσης των χρημάτων, ο Κέβιν ακολούθησε τις οδηγίες να ταξιδέψει στο Γκλόσοπ και να οδηγήσει σε έναν απομονωμένο επαρχιακό δρόμο με τα μετρητά.

Ήταν καλωδιωμένος και περιβαλλόταν από αξιωματικούς παρακολούθησης που τον ακολουθούσαν από απόσταση, αλλά η επιχείρηση, που παρεμποδίστηκε από πυκνή ομίχλη, πήγε στραβά. Ο Σαμς (φωτό κάτω από την ανάκρισή του) πήρε τα μετρητά και εξαφανίστηκε και μαζί του εξαφανίστηκαν και τα ίχνη της Στέφανι.

Έχοντας πια πετύχει τον σκοπό του, έβγαλε τη Στέφανι από το φέρετρο, την πήγε κοντά στο σπίτι της και την άφησε δύο δρόμους μακριά. Με δεδομένο ότι ήταν οκτώ μέρες μέσα στο σκοτάδι του φερέτρου, δεν μπορούσε να δει καλά, δυσκολεύτηκε να προσανατολιστεί αλλά τελικά κατάφερε να βρει το σπίτι των γονιών της. Της άνοιξε ένας αξιωματικός της αστυνομίας.

Μέσα, η Στέφανι βρήκε τον πατέρα της, Γουόρεν, αλλά όταν φώναξε τη μαμά της για να την αγκαλιάσει, οι αστυνομικοί της είπαν ότι απαγορεύεται να την αγγίξουν, καθώς δεν ήθελαν να αλλοιώσουν τυχόν στοιχεία.

«Ήμουν τρομοκρατημένη. Δεν ήξερα τι γινόταν. Θέλεις να αγκαλιάσεις τους γονείς σου, αλλά για έναν αστυνομικό, είσαι μια κινούμενη σκηνή εγκλήματος».

Καθώς καθόταν μόνη σε μια καρέκλα αναλογιζόμενη όσα είχε ζήσει τις 8 προηγούμενες μέρες, έμπηξε τα νύχια στα χέρια της, απελπισμένη να νιώσει ότι ήταν ξύπνια και ότι ο εφιάλτης της είχε τελειώσει.

Τώρα που ήταν πια ελεύθερη, ξεκινούσε η αναζήτηση του απαγωγέα της. Η απαγόρευση της ενημέρωσης άρθηκε και όταν μια ηχογράφηση της κλήσης του Σαμ στην αστυνομία με το αίτημα για λύτρα μεταδόθηκε στο Crimewatch του BBC, η πρώην σύζυγός του αναγνώρισε τη φωνή του και τηλεφώνησε στην εκπομπή.

Η σύλληψη και η φρικτή ανακάλυψη

Ο Σαμς συνελήφθη στο εργαστήριό του και η αστυνομική έρευνα αποκάλυψε ότι όχι μόνο είχε απαγάγει τη Στέφανι, αλλά είχε επίσης απαγάγει και δολοφονήσει την 18χρονη Τζούλι Νταρτ από το Λιντς το 1991, αφήνοντας το πτώμα της σε ένα χωράφι.

Η κατάθεση της Στέφανι βοήθησε να οδηγηθεί ο Σαμς στη φυλακή καθώς καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη το 1993. Η αίτηση του δολοφόνου για αναστολή της ποινής απορρίφθηκε για τελευταία φορά τον Απρίλιο του 2023.

Ωστόσο, η φρικτή αυτή δοκιμασία είχε αφήσει τη Στέφανι τραυματισμένη. Δεν μπορούσε να επιστρέψει στη δουλειά, υπέφερε από αναμνήσεις του παρελθόντος και δεν μπορούσε να κοινωνικοποιηθεί. Όταν εισήχθησαν οι τροχήλατοι κάδοι απορριμμάτων στην περιοχή της τη δεκαετία του '90, είπε ότι αρχικά δεν μπορούσε να αντέξει να έχει έναν έξω από το σπίτι της.

Συνέχισε να αγωνίζεται για την ασφάλεια των γυναικών και όλων των εργαζομένων που εργάζονται μόνοι. Έγραψε ένα βιβλίο για την δοκιμασία της – Beyond Fear: My Will to Survive (Πέρα από το φόβο: Η θέλησή μου να επιβιώσω) – και προσπάθησε να ξαναφτιάξει τη ζωή της. Μοιράστηκε το ότι ο Σαμς την είχε βιάσει, αλλά δεν το αποκάλυψε στην αρχική αστυνομική έρευνα για να προστατεύσει τη μητέρα της, η οποία είχε καρδιακό πρόβλημα.

Πίσω από κλειστές πόρτες, η Stephanie συνέχισε να αγωνίζεται και τελικά μετακόμισε στο Isle of Wight με την καλύτερή της φίλη Stacey Kettner.

«Η Στέφανι δεν ένιωθε ποτέ καθαρή και συνήθιζε να κάνει ντους πολλές φορές την ημέρα. Τρίβονταν και τρίβονταν και τρίβονταν μέχρι να γίνει κόκκινη», είπε αργότερα η Στέισι στο podcast του BBC. «Άλλαζε ρούχα και εσώρουχα πολλές φορές την ημέρα. Αυτό το κορίτσι που ήταν τόσο υπέροχο και ζωηρό είχε καταρρεύσει. Τελικά, δεν ανέκαμψε ποτέ».

Η ζωή της Στέφανι τερματίστηκε βίαια όταν πέθανε από καρκίνο το 2017, σε ηλικία 50 ετών. Τα τελευταία χρόνια της ζωής της τα πέρασε σε απομόνωση και της είχε διαγνωστεί PTSD.

Σκεπτόμενη την οδυνηρή της εμπειρία, η Στέφανι είπε σε συνέντευξη στο BBC το 2008: «Ο τρόμος δεν φεύγει ποτέ πραγματικά... Είμαι ακόμα εδώ. Είμαι ακόμα μόνη, είμαι ακόμα ανύπαντρη και πού να πάω σε όλα αυτά; Πού ταιριάζω σε όλα αυτά;

«Έχεις ένα πραγματικά μεγάλο κενό στη ζωή σου, και ναι, επέζησα και το ξεπέρασα, αλλά πού στο διάολο πήγε η ζωή μου;».

βιασμόςφέρετροΜπέρμιγχαμλύτραειδήσεις τώρααπαγωγή