Κόσμος|24.01.2026 16:03

«Νομίζω ότι μόλις δολοφόνησα δύο ανθρώπους»: Υπνοβάτης οδήγησε 20χλμ., σκότωσε με λοστό και αθωώθηκε

Newsroom

«Νομίζω ότι μόλις σκότωσα δύο ανθρώπους». Είναι ξημερώματα 24ης Μαΐου του 1987 όταν ένας 23χρονος μπαίνει σε αστυνομικό τμήμα του Οντάριο στον Καναδά, εξουθενωμένος, μπερδεμένος και γεμάτος αίματα και αφήνει άναυδους τους αστυνομικούς με την ομολογία του.

Θα μπορούσε να είναι η ιστορία ακόμα μίας από τις χιλιάδες δολοφονίες που διαπράττονται κάθε χρόνο, ωστόσο αποδείχθηκε πολύ διαφορετική και αποτέλεσε ορόσημο για την εγκληματολογία και την υπεράσπιση εγκληματιών παγκοσμίως.

Στη δίκη του, ο Κένεθ Παρκς υποστήριξε ότι όταν αφαίρεσε τις δύο ζωές, κοιμόταν. Κι αν αυτό από μόνο του ακουγόταν τότε περίεργο, το ακόμα πιο περίεργο είναι ότι το δικαστήριο τον πίστεψε...

Ξάπλωσε, σηκώθηκε, οδήγησε, σκότωσε

Ο Παρκς ζούσε στο Πίκερινγκ του Οντάριο μαζί με τη σύζυγό του και τη νεογέννητη κόρη τους. Το επίμαχο βράδυ, πήγε στο κρεβάτι του την συνηθισμένη ώρα και ξάπλωσε να κοιμηθεί. Λίγες ώρες αργότερα, το σώμα του λειτουργούσε σχεδόν αυτόνομα, παίρνοντας τις δικές του πρωτοβουλίες...

Σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά κατά τις έρευνες που ακολούθησαν, ο Παρκς μπήκε στο αυτοκίνητό του και οδήγησε 20 χιλιόμετρα μέχρι το Σκάρμπορο, όπου ζούσαν τα πεθερικά του. Έφτασε στο σπίτι τους, ξεκλείδωσε την πόρτα με ένα κλειδί που του είχαν εμπιστευθεί και χωρίς χρονοτριβή, επιτέθηκε στη 42χρονη πεθερά του με έναν σιδερένιο λοστό.

Η Μπάρμπαρα Γουντς πέθανε σχεδόν ακαριαία και ο Παρκς επιτέθηκε στη συνέχεια και στον πεθερό του, Ντένις Γουντς, επιχειρώντας να τον στραγγαλίσει. Ο Ντένις πάλεψε για τη ζωή του και κατάφερε να αποκρούσει τον 23χρονο γαμπρό του, που έχοντας και ο ίδιος τραυματιστεί, έφυγε γεμάτος αίματα, μπήκε στο αυτοκίνητο και μετέβη στο αστυνομικό τμήμα από όπου ξεκίνησε η ιστορία. «Νομίζω ότι μόλις σκότωσα δύο ανθρώπους».

Η αντίθεση που προβλημάτισε τις Αρχές

Παρότι τίποτα δεν δικαιολογούσε τη δολοφονία της Μπάρμπαρα και την απόπειρα κατά του συζύγου της, πόσω μάλλον με τόσο βίαιο τρόπο, οι Αρχές άρχισαν να εξετάσουν το πρόσφατο παρελθόν του δράστη. Για τον Παρκς, η περίοδος πριν το έγκλημα ήταν γεμάτη στρες, κυρίως λόγω των χρεών που είχε δημιουργήσει από τον τζόγο.

Είχε καταχραστεί χρήματα από τον εργοδότη του για να καλύψει τρύπες και μάλιστα είχε ομολογήσει την αδυναμία του αυτή στα πεθερικά του το Σαββατοκύριακο πριν το έγκλημα. Παρότι, όμως, η περίοδος αυτή ήταν πολύ δύσκολη, όλοι όσοι γνώριζαν τον Παρκς, τον περιέγραφαν ως έναν πολύ δοτικό και ευχάριστο άνθρωπο και αφοσιωμένο σύζυγο.

Αυτή η αντίθεση και η απόσταση ανάμεσα στις περιγραφές για τον ήρεμο και ευχάριστο άνθρωπο που μετατράπηκε σε στυγερό δολοφόνο, προβλημάτισε από την πρώτη στιγμή τις Αρχές.

Υπνοβατούσε;

Όταν ήρθε η στιγμή της κρίσης, με την έναρξη της δίκης του, όλοι εξεπλάγησαν ακούγοντας την υπερασπιστική γραμμή που είχαν επιλέξει οι συνήγοροι. «Ο Παρκς υπνοβατούσε όσο διέπραττε το έγκλημα».

Η υπνοβασία είναι μια κατάσταση στην οποία ένα άτομο μπορεί να εκτελεί πολύπλοκες ενέργειες χωρίς συνειδητή επίγνωση.

Ένας γιατρός που εξέτασε τον Παρκς κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε κατάσταση αυτοματισμού — συμπεριφορά που εκτελείται χωρίς συνειδητή σκέψη ή πρόθεση. Το πιο κρίσιμο ωστόσο ήταν ότι κατέληξε στο συμπέρασμα πως αυτό οφειλόταν σε διαταραχή του ύπνου και όχι σε ψυχιατρική ή νευρολογική ασθένεια.

Πέντε νευρολόγοι υποστήριξαν αυτή την άποψη και συμφώνησαν ότι τα στοιχεία έδειχναν πραγματική υπνοβασία και όχι μια κατασκευασμένη υπεράσπιση.

Η προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο

Το ερώτημα φάνταζε πλέον ξεκάθαρο Ήταν η υπνοβασία μια μορφή μη παράφρονος αυτοματισμού, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε πλήρη αθώωση; Ή ήταν μια ασθένεια του νου, μια ψυχική διαταραχή, η οποία, σύμφωνα με τον καναδικό νόμο, θα μπορούσε να οδηγήσει σε ετυμηγορία «αθώος λόγω παραφροσύνης» και σε αόριστη κράτηση σε ψυχιατρική κλινική;

Η διάκριση είχε μεγάλη σημασία. Εάν η υπνοβασία θεωρούνταν ψυχική διαταραχή, ο Παρκς θα μπορούσε να κρατηθεί για χρόνια, ενδεχομένως για όλη του τη ζωή. Εάν ήταν μη παράφρων αυτοματισμός, θα μπορούσε να αφεθεί ελεύθερος.

Το 1992, το Ανώτατο Δικαστήριο του Καναδά αποφάνθηκε ότι η υπνοβασία μπορούσε να ταξινομηθεί ως μη παράφρων αυτοματισμός, ανάλογα με τα στοιχεία της υπόθεσης. Στην περίπτωση του Παρκς, το δικαστήριο δέχτηκε ότι δεν είχε υποκείμενη ψυχική ασθένεια και ότι το επεισόδιο υπνοβασίας προκλήθηκε από ακραίο στρες και κόπωση. Η κριτική επιτροπή τον αθώωσε.

Η ετυμηγορία προκάλεσε έντονη συζήτηση. Οι επικριτές υποστήριξαν ότι άνοιξε το δρόμο για επικίνδυνα προηγούμενα, επιτρέποντας σε βίαιους εγκληματίες να γλυτώσουν την τιμωρία. Οι υποστηρικτές, από την άλλη, επεσήμαναν ότι το ποινικό δίκαιο απαιτεί πρόθεση, και ο Παρκς δεν είχε καμία.

Η υπόθεση έχει από τότε διδαχθεί σε νομικές σχολές σε όλο τον κόσμο ως βασικό παράδειγμα αυτοματισμού στο ποινικό δίκαιο. Επίσης, έφερε στο προσκήνιο τις πιο σκοτεινές και μυστηριώδεις πτυχές των διαταραχών ύπνου, θέτοντας ανησυχητικά ερωτήματα σχετικά με το τι μπορεί να κάνει ο ανθρώπινος νους όταν η συνείδηση είναι απενεργοποιημένη.

υπνοβάτηςΚαναδάςδολοφονίαειδήσεις τώρα