Κόσμος|05.02.2026 08:00

Πυρηνικά: Χωρίς περιορισμούς ΗΠΑ και Ρωσία μετά τη λήξη της Συνθήκης New START - Τι σημαίνει η κατάρρευσή της

Newsroom

Ως «σοβαρή στιγμή για τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια» χαρακτήρισε ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ τη λήξη της Συνθήκης New START, προειδοποιώντας ότι «για πρώτη φορά μετά από περισσότερο από μισό αιώνα, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με έναν κόσμο χωρίς κανένα δεσμευτικό όριο στα στρατηγικά πυρηνικά οπλοστάσια της Ρωσικής Ομοσπονδίας και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής». Όπως τόνισε, τα δύο αυτά κράτη «κατέχουν τη συντριπτική πλειονότητα του παγκόσμιου αποθέματος πυρηνικών όπλων», γεγονός που καθιστά την εξέλιξη ιδιαίτερα ανησυχητική.

Ο επικεφαλής του ΟΗΕ υπενθύμισε ότι ο έλεγχος των πυρηνικών εξοπλισμών «καθ' όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και μετά από αυτόν συνέβαλε στην αποτροπή της καταστροφής», καθώς «οικοδόμησε σταθερότητα και απέτρεψε ολέθριους λανθασμένους υπολογισμούς». Ιδιαίτερα υπογράμμισε ότι οι σχετικές συμφωνίες «διευκόλυναν τη μείωση χιλιάδων πυρηνικών όπλων από τα εθνικά οπλοστάσια», επισημαίνοντας πως «από τις Συνομιλίες Περιορισμού Στρατηγικών Όπλων (SALT) έως τη New START, ο στρατηγικός έλεγχος εξοπλισμών βελτίωσε δραστικά την ασφάλεια όλων των λαών».

«O κίνδυνος χρήσης πυρηνικού όπλου είναι ο υψηλότερος εδώ και δεκαετίες»

Σύμφωνα με τη δήλωση, «η διάλυση δεκαετιών επιτευγμάτων δεν θα μπορούσε να έρθει σε χειρότερη στιγμή», καθώς «ο κίνδυνος χρήσης πυρηνικού όπλου είναι ο υψηλότερος εδώ και δεκαετίες». Ο Γενικός Γραμματέας μίλησε για «ευκαιρία επανεκκίνησης και δημιουργίας ενός καθεστώτος ελέγχου εξοπλισμών προσαρμοσμένου σε ένα ταχέως εξελισσόμενο περιβάλλον», χαιρετίζοντας ότι οι ηγέτες των δύο χωρών «αναγνωρίζουν την αποσταθεροποιητική επίδραση μιας κούρσας πυρηνικών εξοπλισμών».

Κλείνοντας, απηύθυνε σαφή έκκληση προς Μόσχα και Ουάσιγκτον, τονίζοντας ότι «ο κόσμος προσβλέπει πλέον» στις δύο δυνάμεις «να μετατρέψουν τα λόγια σε πράξεις». Όπως υπογράμμισε, είναι αναγκαίο «να επιστρέψουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων χωρίς καθυστέρηση» και να συμφωνήσουν σε «ένα διάδοχο πλαίσιο που θα αποκαθιστά επαληθεύσιμα όρια, θα μειώνει τους κινδύνους και θα ενισχύει την κοινή μας ασφάλεια».

Η διεθνής κοινότητα εισέρχεται σε περίοδο αβεβαιότητας

Η λήξη της Συνθήκης New Start είναι πλέον πραγματικότητα, οδηγώντας τη διεθνή κοινότητα σε μια περίοδο αβεβαιότητας χωρίς καθορισμένους κανόνες στον τομέα των πυρηνικών εξοπλισμών.

Υπενθυμίεται, ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, σε συνέντευξή του στις αρχές του 2025, είχε υποβαθμίσει τις συνέπειες αυτής της εξέλιξης, δηλώνοντας: «Αν λήξει, έληξε. Θα καταλήξουμε σε μια καλύτερη συμφωνία».

Η συγκεκριμένη συμφωνία, η οποία υπεγράφη το 2010 από τους Ομπάμα και Μεντβέντεφ, αποτελούσε τη συνέχεια της ιστορικής συνθήκης START I του 1991, την οποία είχαν συνομολογήσει οι Ρέιγκαν και Γκορμπατσόφ. Εκείνη η πρώτη συμφωνία ήταν ιδιαίτερα σημαντική, καθώς έθετε ως οροφή τις 6.000 κεφαλές, σε μια εποχή που τα αποθέματα των ΗΠΑ και της τότε ΕΣΣΔ ήταν κολοσσιαία. Μετά τη σοβιετική κατάρρευση, το Πρωτόκολλο της Λισαβόνας επέκτεινε τις υποχρεώσεις αυτές στη Ρωσία, την Ουκρανία, τη Λευκορωσία και το Καζακστάν.

Η νεότερη εκδοχή New START, που ίσχυσε από το 2011, περιόριζε τις στρατηγικές κεφαλές στις 1.550 για κάθε δύναμη και προέβλεπε αυστηρούς ελέγχους σε πυραύλους και εκτοξευτές. Αν και περιλάμβανε μηχανισμούς αμοιβαίων επιθεωρήσεων, αυτοί ατόνησαν λόγω της πανδημίας και διακόπηκαν οριστικά το 2023, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Σημειώνεται ότι παρά τη συνάντηση κορυφής στο Άνκορατζ τον Αύγουστο του 2025, η ρωσική πρόταση για μια προσωρινή ετήσια επέκταση δεν τελεσφόρησε. Ο Ρώσος πρόεδρος είχε υποστηρίξει πως «κάποιος βαθμός εγκράτειας και προβλεψιμότητας είναι απαραίτητος», όμως η έλλειψη έμπρακτης ανταπόκρισης από την πλευρά της Ουάσιγκτον οδήγησε στην οριστική εκπνοή της συνθήκης.

Πώς επηρεάζεται η Κίνα από το κλίμα ασάφειας

Από την άλλη μεριά, υπάρχουν και εκείνοι που αξιολογούν με θετικό τρόπο αυτού τους είδους την αβεβαιότητα στην οποία εισερχόμαστε. Σύμφωνα με τη γνώμη του αναλυτή Γκρεγκ Γουίβερ, του think tank Atlantic Council, το περιβάλλον έχει αλλάξει δραματικά σε σχέση με το 2010, όταν «η Ρωσία και η Κίνα δεν αποτελούσαν μεγάλες ή άμεσες στρατηγικές απειλές». Είναι ακριβώς αυτή η προσθήκη της Κίνας στο πυρηνικό κάδρο, που εν μέρει εξηγεί τη στάση του Λευκού Οίκου. Το ειδικό στα ζητήματα ασιατικής πολιτικής ψηφιακό περιοδικό Diplomat, έχει διαφορετική άποψη. «Η λήξη της συμφωνίας δίνει σήμα στο Πεκίνο ότι η Ουάσιγκτον δεν πιστεύει πια στη σταθερότητα μέσα από τη διατήρηση συγκεκριμένων ορίων.

Η αναλύτρια Κάρολαϊν Νόβακ επίσης, εκτιμά πως πρόκειται για πολιτική απόφαση με στρατηγικές συνέπειες», καθώς όπως υπογραμμίζει, η εκπνοή της New Start αποτελεί για την Κίνα μια σημαντική νίκη. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Πενταγώνου η Κίνα έχει διπλασιάσει το οπλοστάσιό της από το 2020, διαθέτοντας περίπου 1000 πυρηνικές κεφαλές.

Πάντως, το μέλλον διαγράφεται ζοφερό, καθώς η λήξη των εξοπλιστικών συμφωνιών συμπίπτει με το κλίμα αστάθειας σε διεθνή κλίμακα, με τις συνεχιζόμενες συγκρούσεις στην Ουκρανία και το Σουδάν. Παράλληλα, η εκρηκτική κατάσταση στη Μέση Ανατολή και η κλιμάκωση της έντασης ανάμεσα σε παραδοσιακές και ανερχόμενες πυρηνικές δυνάμεις, όπως η Ινδία και το Πακιστάν, συνθέτουν την εικόνα ενός αβέβαιου και σκοτεινού μέλλοντος για τη διεθνή σταθερότητα.

ΟΗΕΡωσίαΗΠΑδιαπραγματεύσειςειδήσεις τώραπυρηνικά όπλαπυρηνικά