Κόσμος|21.02.2026 22:20

Το φρένο του Ανώτατου Δικαστηρίου στον Τραμπ και η μάχη για την εξουσία των δασμών

Newsroom

Μετά από έναν χρόνο κατά τον οποίο το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ... ήταν κάπως απρόθυμο να φρενάρει τις κινήσεις του Ντόναλντ Τραμπ, η απόφαση της Παρασκευής για τους δασμούς σηματοδοτεί μια σαφή -αν και όχι συνολική- υπενθύμιση ότι η προεδρική εξουσία έχει όρια.

Με απόφαση 6-3, το δικαστήριο έκρινε παράνομους τους σαρωτικούς δασμούς που είχε επιβάλει ο Τραμπ, αφαιρώντας του ένα από τα βασικά εργαλεία πίεσης προς συμμάχους και αντιπάλους. Με τις ενδιάμεσες εκλογές να απέχουν μόλις εννέα μήνες, ο πρόεδρος χάνει ένα ισχυρό πολιτικό «όπλο» της δεύτερης θητείας του.

«Επιτέλους», σχολίασε η καθηγήτρια Νομικής του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν, Μπαρμπ ΜακΚουέιντ, τονίζοντας ότι το Δικαστήριο «θυμήθηκε πως το Κογκρέσο είναι ξεχωριστός και ισότιμος κλάδος εξουσίας». Όπως είπε στην Guardian, «ένα από τα αγαπημένα μοχλάκια πίεσης του Τραμπ αφαιρέθηκε από το οπλοστάσιο εκβιασμού».

Η αντίδραση του Τραμπ ήταν άμεση και οργισμένη. Σε αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με κεφαλαία γράμματα, επιτέθηκε προσωπικά στους δικαστές που τον καταψήφισαν, χαρακτηρίζοντας τους φιλελεύθερους «ανόητους» και «υποχείρια», ενώ εξήρε όσους διαφώνησαν με την απόφαση ως «δυνατούς και πατριώτες».

Τι έκρινε το Δικαστήριο - Η σύγκρουση για την εξουσία επιβολής δασμών

Η υπόθεση (Learning Resources v. Trump) αφορούσε την επίκληση από τον Τραμπ του νόμου περί Διεθνών Οικονομικών Εξουσιών Έκτακτης Ανάγκης (IEEPA) για την επιβολή παγκόσμιων δασμών.

Το Ανώτατο Δικαστήριο ξεκαθάρισε ότι η συγκεκριμένη νομοθεσία δεν παραχωρεί στον πρόεδρο την εξουσία επιβολής δασμών. Οι δασμοί αποτελούν φόρους και η φορολογική εξουσία ανήκει αποκλειστικά στο Κογκρέσο, ως θεματοφύλακα των δημόσιων οικονομικών.

Η απόφαση έρχεται σε αντίθεση με τη μέχρι τώρα στάση του Δικαστηρίου, το οποίο κατά τον πρώτο χρόνο της δεύτερης θητείας Τραμπ είχε εκδώσει σειρά προσωρινών αποφάσεων -μέσω της λεγόμενης «σκιώδους διαδικασίας»- που σε μεγάλο βαθμό ευνοούσαν τον πρόεδρο, ανατρέποντας προσπάθειες κατώτερων δικαστηρίων να περιορίσουν τις εξουσίες του.

Υπενθυμίζεται ότι πριν ακόμη επιστρέψει στον Λευκό Οίκο, ο Τραμπ είχε εξασφαλίσει μια ιστορική απόφαση (Trump v. US) που του παρείχε απόλυτη ασυλία από ποινική δίωξη για επίσημες προεδρικές πράξεις -κάτι που επικριτές χαρακτήρισαν ως «εξουσία βασιλιά».

Ο ρόλος-κλειδί του Ρόμπερτς και η «ρωγμή» στο συντηρητικό μπλοκ

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύνθεση της πλειοψηφίας. Ο πρόεδρος του Δικαστηρίου, Τζον Ρόμπερτς, όχι μόνο συνέταξε το σκεπτικό της απόφασης αλλά διαμόρφωσε και μια απρόσμενη πλειοψηφία 6-3: δύο συντηρητικοί δικαστές ενώθηκαν με τους τρεις φιλελεύθερους, σχηματίζοντας πλειοψηφία κατά του Τραμπ.

Ακόμη πιο ηχηρό είναι το γεγονός ότι δύο από τους συντηρητικούς που συντάχθηκαν με τον Ρόμπερτς -οι Νιλ Γκόρσατς και Έιμι Κόνεϊ Μπάρετ- είχαν διοριστεί από τον ίδιο τον Τραμπ.

Η Μπάρετ έχει δείξει τα τελευταία χρόνια μια τάση ανεξαρτησίας, συμπλέοντας κατά καιρούς με τους φιλελεύθερους. Η στάση του Γκόρσατς, ωστόσο, προκάλεσε μεγαλύτερη αίσθηση, καθώς θεωρείται σταθερά συντηρητικός. Στο σκεπτικό του υπογράμμισε ότι, όσο κι αν μπορεί να ερμηνευτεί ευρέως ο νόμος IEEPA, «δεν παραχώρησε με σαφήνεια στον πρόεδρο την εξουσία για τόσο εκτεταμένους δασμούς».

Η εξέλιξη αυτή υποδηλώνει ότι ακόμη και δικαστές με έντονα συντηρητική νομική φιλοσοφία ενδέχεται να αντιδράσουν όταν θεωρούν ότι παραβιάζονται τα συνταγματικά όρια.

Προειδοποίηση με όρια, αλλά όχι «λευκή επιταγή» στο Δικαστήριο

Παρά την ήττα του, ο Τραμπ επιχείρησε να εμφανιστεί αμετάβλητος, ανακοινώνοντας άμεσα νέο πακέτο δασμών με επίκληση διαφορετικής νομικής βάσης. Ωστόσο, το μήνυμα του Δικαστηρίου είναι σαφές: υπάρχει όριο.

Το κατά πόσο αυτή η νέα πλειοψηφία θα επηρεάσει και άλλες αμφιλεγόμενες πρωτοβουλίες του Τραμπ -όπως η προσπάθεια κατάργησης του δικαιώματος ιθαγένειας λόγω γέννησης, που κατοχυρώνεται από τη 14η Τροπολογία- μένει να φανεί.

Αναλυτές επισημαίνουν, πάντως, ότι η απόφαση δεν συνιστά γενικευμένη «στροφή» του Ανώτατου Δικαστηρίου, αλλά μάλλον μια ελάχιστη αναχαίτιση. Όπως σχολίασε η νομική αναλύτρια Λίζα Γκρέιβς, «δεν πρόκειται για δικαστικό θάρρος, αλλά για το ελάχιστο που μπορούσε να κάνει το Δικαστήριο Ρόμπερτς για να περιορίσει την κατάχρηση εξουσίας».

Η απόφαση, με άλλα λόγια, αποτελεί μια αιματηρή, αλλά όχι καθοριστική, υπενθύμιση ότι ακόμη και ένας ισχυρός πρόεδρος δεν βρίσκεται υπεράνω του Συντάγματος.

δασμοίδικαστήριοΗΠΑειδήσεις τώραΝτόναλντ Τραμπ