Κόσμος|23.06.2026 05:11

Ιράν: Το καθεστώς επέζησε του πολέμου... Μπορεί όμως να συμφιλιωθεί με τον ίδιο του τον λαό;

Newsroom

Το καθεστώς της Ισλαμικής Δημοκρατίας στο Ιράν μπορεί να επέζησε του πολέμου, όμως τώρα αντιμετωπίζει μια ακόμη μεγαλύτερη πρόκληση: να συμφιλιωθεί με τον ίδιο του τον λαό.

Οι Ιρανοί προσπαθούν ακόμη να συνέλθουν όχι μόνο από το σοκ του πολέμου, αλλά και από τη δολοφονία χιλιάδων διαδηλωτών από τις αρχές στις αρχές του έτους, καθώς και από μια οικονομία που βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση. Αντί να οδηγήσει στην ανατροπή του καθεστώτος - που ήταν ένας από τους αρχικά διακηρυγμένους στόχους του Ντόναλντ Τραμπ και του Ισραηλινού ηγέτη Μπενιαμίν Νετανιάχου - ο πόλεμος ανέδειξε την ανθεκτικότητα της Ισλαμικής Δημοκρατίας, ακόμη και μετά τη δολοφονία του ηγέτη της και πολλών ακόμη ανώτατων αξιωματούχων.

Τώρα που ο πόλεμος φαίνεται να έχει τελειώσει, σημειώνει ο Guardian, η νέα γενιά της ηγεσίας βρίσκεται αντιμέτωπη με αντικρουόμενες απαιτήσεις: από τη μία οι σκληροπυρηνικοί ζητούν προσήλωση στις αυστηρές αρχές της Ισλαμικής Επανάστασης και από την άλλη ένας λαός εξαντλημένος από την οικονομική δυσπραγία και την καταστολή.

Ο πόλεμος προκάλεσε εκτεταμένες καταστροφές και, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των Αρχών, άφησε δύο εκατομμύρια ανθρώπους χωρίς εργασία. Ο πληθωρισμός έφτασε το 77% τον περασμένο μήνα. Το βιοτικό επίπεδο των Ιρανών είχε ήδη καταρρεύσει κατά την τελευταία δεκαετία λόγω των διεθνών κυρώσεων και της κακοδιαχείρισης στο εσωτερικό, με αποτέλεσμα η οικονομική δυσαρέσκεια να πυροδοτήσει τις διαδηλώσεις που κορυφώθηκαν τον Ιανουάριο σε μια απόπειρα ανατροπής της κυβέρνησης.

Υπάρχουν, ωστόσο, ορισμένες αχτίδες αισιοδοξίας. Η συμφωνία-πλαίσιο για την ειρήνη, που υπεγράφη μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ την περασμένη εβδομάδα, προσφέρει οικονομική ανάσα, καθώς ενδέχεται να απελευθερώσει εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια για το Ιράν, μέρος των οποίων θα διατεθεί άμεσα. Τα μακροπρόθεσμα οικονομικά οφέλη από την άρση των κυρώσεων και τη χρηματοδότηση της ανοικοδόμησης εξαρτώνται, ωστόσο, από δύσκολες περαιτέρω διαπραγματεύσεις σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.

Μια απρόσμενη εθνική συσπείρωση

Η επίθεση κατά του Ιράν και οι βομβαρδισμοί αμάχων και πολιτικών υποδομών προκάλεσαν ένα κύμα εθνικής συσπείρωσης - μια σπάνια στιγμή ενότητας σε μια βαθιά διχασμένη χώρα. Σύμφωνα με αναλυτές, είναι ευρέως διαδεδομένη η πεποίθηση ότι το Ιράν νίκησε στον πόλεμο. «Ο Τραμπ και ο Νετανιάχου κατάφεραν να ενώσουν τους Ιρανούς περισσότερο από οποιονδήποτε Ιρανό πολιτικό», δήλωσε ο Φοάντ Ιζαντί, αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Τεχεράνης. «Ακόμη και όσοι δεν συμπαθούσαν την κυβέρνηση δεν θέλουν να στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο και να φοβούνται ότι μπορεί να μην τα ξαναδούν, ούτε θέλουν να βομβαρδίζεται το τοπικό τους νοσοκομείο».

Η Ελχάμ, μια καλλιτέχνιδα στο Ιράν που αυτοπροσδιορίζεται ως αριστερή, δήλωσε ότι ο πόλεμος και η αιματοχυσία του Ιανουαρίου την ανάγκασαν να επανεξετάσει τις απόψεις της για τη Δύση και τις διαδηλώσεις. «Το σχέδιο ήταν να γίνει στο Ιράν ό,τι έγινε στη Συρία, στη Λιβύη, στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν: κατάρρευση και κατοχή», είπε. «Πλέον υπάρχει η κατανόηση ότι η ιδέα πως οι ΗΠΑ μπορούν να μας σώσουν είναι ένα ψέμα». Η ίδια υποστήριξε ότι οι Αρχές θα έπρεπε να επιτρέπουν τις διαδηλώσεις, αλλά ότι οι εξεγέρσεις με στόχο την «αλλαγή καθεστώτος» καταλήγουν να χειραγωγούνται από εξωτερικά συμφέροντα και οδηγούν σε βίαιες καταστολές, όπως συνέβη τον Ιανουάριο.

Αντί γι' αυτό, πρότεινε τη δημιουργία κινημάτων βάσης, τα οποία θα μπορούσαν να διεκδικήσουν ελευθερίες πιο σταδιακά. «Το κράτος μπορεί να μην καταρρεύσει, αλλά η κοινωνία θα καταρρεύσει αν επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο ένας νέος Ιανουάριος», είπε η Ελχάμ. «Πρέπει να οικοδομήσουμε νέες συμμαχίες. Είτε είσαι μεταρρυθμιστής είτε σκληροπυρηνικός, όλοι πρέπει να κάνουν ένα βήμα ο ένας προς τον άλλον. Πρέπει να φανταστούμε το μέλλον μας διαφορετικά».

Υποχώρησε ο φιλοδυτικισμός

Ακόμη και οι παραδοσιακές κατηγορίες των συντηρητικών, των σκληροπυρηνικών και των μεταρρυθμιστών ανατράπηκαν από τον πόλεμο. Οι ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις χώρισαν, τουλάχιστον προσωρινά, τους πιο πραγματιστές συντηρητικούς από τους ακραίους σκληροπυρηνικούς που αντιτίθενται σε οποιαδήποτε συμφωνία με τις ΗΠΑ.

Η ιδέα ενός συμβιβασμού με τη Δύση είχε συνδεθεί στο παρελθόν με τους μεταρρυθμιστές. Ωστόσο, τις διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ ηγήθηκε ο Μοχάμαντ Μπαγέρ Γκαλιμπάφ, πρόεδρος του κοινοβουλίου και πολιτικός του συντηρητικού χώρου. Η συμφωνία έλαβε επίσης δημόσια υποστήριξη από τους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης, τη στρατιωτική δύναμη που θεωρείται συχνά προπύργιο των σκληροπυρηνικών. Ο Γκαλιμπάφ δήλωσε την περασμένη εβδομάδα ότι πλέον η προτεραιότητα πρέπει να είναι η οικονομική ανάκαμψη.

Η Ζεϊνάμπ Γκασεμί Ταρί, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Τεχεράνης, υποστήριξε ότι οι μεγάλες βραδινές συγκεντρώσεις στις πλατείες των πόλεων, που ξεκίνησαν κατά τη διάρκεια του πολέμου και συνεχίζονται ακόμη, εκφράζουν κάτι βαθύτερο από τον εθνικισμό: μια μορφή συλλογικής ανθεκτικότητας και αντίστασης. Όπως είπε, παρότι τα οικονομικά προβλήματα παραμένουν, οι διαδηλώσεις του Ιανουαρίου συνδέονταν με μια πλέον απαξιωμένη φιλοδυτική αντίληψη. «Βλέπουμε λιγότερους μεταρρυθμιστές να υποστηρίζουν ανοιχτά την προσέγγιση με τη Δύση και περισσότερους είτε να αναπροσαρμόζουν τις θέσεις τους είτε να σιωπούν», δήλωσε η Ταρί. «Ο πόλεμος έχει αναδιαμορφώσει τη συλλογική συνείδηση με τρόπους που ακόμη εξελίσσονται».

Η δύσκολη επόμενη ημέρα

Παρότι πιο πραγματιστικές προσωπικότητες φαίνεται να αποκτούν μεγαλύτερη επιρροή, πολλοί αμφιβάλλουν ότι το καθεστώς είναι διατεθειμένο να αξιοποιήσει αυτή τη στιγμή εθνικής ενότητας για να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις. Ο νέος ανώτατος ηγέτης, Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, ο οποίος πιστεύεται ότι τραυματίστηκε στον πόλεμο, δεν έχει ακόμη εμφανιστεί δημόσια ούτε έχει παρουσιάσει κάποιο εσωτερικό πολιτικό πρόγραμμα.

Ο Μεχράν Χαγκιριάν, διευθυντής ερευνών και προγραμμάτων στο Ίδρυμα Bourse & Bazaar στο Λονδίνο, εκτίμησε ότι η Ισλαμική Δημοκρατία δεν είναι ικανή να αλλάξει, καθώς αυτό θα απαιτούσε μεγαλύτερο άνοιγμα προς τον έξω κόσμο. «Με το σημερινό σύστημα είναι αδύνατο να βελτιωθεί η οικονομική κατάσταση της χώρας», είπε. «Η χώρα κυβερνάται από μια μειοψηφία, επομένως η βασική της ανησυχία θα είναι πάντοτε η εσωτερική αντιπολίτευση».

Ο Άλεξ Βατάνκα, ανώτερος ερευνητής στο Ινστιτούτο Μέσης Ανατολής στην Ουάσιγκτον, δήλωσε ότι το καθεστώς χρειάζεται την άρση των κυρώσεων και οικονομική ανάκαμψη, διαφορετικά η πολεμική συσπείρωση θα μετατραπεί ξανά στη γνώριμη σύγκρουση μεταξύ κράτους και κοινωνίας. «Η πραγματική πρόκληση πλέον δεν είναι η αποτροπή της Ουάσιγκτον», είπε ο Βατάνκα. «Είναι το αν η Τεχεράνη μπορεί να μετατρέψει μια στιγμή αναγκαστικής εθνικής συνοχής σε μια διαρκή συμφωνία με τους ίδιους τους πολίτες της. Αυτή είναι η δυσκολότερη και πιο υπαρξιακή δοκιμασία».

Ντόναλντ ΤραμπΤεχεράνηειδήσεις τώραΗΠΑΙράνπόλεμος