Κόσμος|01.07.2026 21:39

Την αφήνουν ελεύθερη μετά από 39 χρόνια: Το έγκλημα με τις 17 μαχαιριές που σόκαρε τη Βρετανία

Newsroom

Ελεύθερη μετά από 39 χρόνια η μακροβιότερη κρατούμενη της Βρετανίας, παρά τις προειδοποιήσεις για «σοβαρό κίνδυνο». Η Μαρία Πίρσον, η οποία είχε καταδικαστεί σε ισόβια κάθειρξη επειδή μαχαίρωσε 17 φορές την αρραβωνιαστικιά του πρώην συντρόφου της, πρόκειται να αποφυλακιστεί υπό αυστηρούς όρους. Η απόφαση ελήφθη παρά τις εκκλήσεις της οικογένειας του θύματος να παραμείνει στη φυλακή.

Όπως μεταδίδει η Mirror, η γυναίκα που έχει εκτίσει τη μεγαλύτερη ποινή στα βρετανικά χρονικά πρόκειται να αφεθεί ελεύθερη, μετά την έγκριση του αιτήματος αποφυλάκισής της από το αρμόδιο Συμβούλιο Αναστολών.

Η 70χρονη σήμερα Μαρία Πίρσον έχει περάσει σχεδόν 39 χρόνια στη φυλακή για τη δολοφονία της Τζάνετ Νιούτον, της νέας συντρόφου του πρώην φίλου της, την οποία μαχαίρωσε μέχρι θανάτου το 1986. Αρχικά, η δικαστική απόφαση όριζε ότι έπρεπε να εκτίσει τουλάχιστον 12 χρόνια προκειμένου να έχει δικαίωμα αίτησης αποφυλάκισής. Ωστόσο, οι συνεχείς ανησυχίες για τη συμπεριφορά της και την επικινδυνότητά της για το κοινωνικό σύνολο παρέτειναν την κράτησή της για επιπλέον 27 χρόνια.

Στο σκεπτικό της απόφασης που δόθηκε στη δημοσιότητα, το Συμβούλιο Αναστολών επιβεβαίωσε ότι η δέκατη κατά σειρά εξέταση της υπόθεσης της Πίρσον είχε θετική έκβαση, κρίνοντας ότι δεν αποτελεί πλέον απειλή για την κοινωνία. Στην απόφαση αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Η επιτροπή πείστηκε ότι η συνέχιση της κράτησης δεν είναι πλέον απαραίτητη για την προστασία του κοινού και ότι ο κίνδυνος τέλεσης νέων σοβαρών αδικημάτων εκ μέρους της είναι ελάχιστος».

Το Συμβούλιο έκανε λόγο για μια απόφαση με «οριακές ισορροπίες», διευκρινίζοντας ότι η Πίρσον θα αποφυλακιστεί υπό αυστηρούς περιοριστικούς όρους. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η διαμονή σε προκαθορισμένη διεύθυνση, η υποχρεωτική τήρηση κατ' οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση (βραχιολάκι) για έναν χρόνο και η καθολική απαγόρευση οποιασδήποτε επαφής με την οικογένεια της Τζάνετ Νιούτον.

Πριν από την ακρόαση, η αδελφή του θύματος, Λιν, είχε απευθύνει έκκληση στο Συμβούλιο να μην εγκρίνει την αποφυλάκιση. Σε παλαιότερες δηλώσεις της στην εφημερίδα Mirror είχε αναφέρει: «Δεν είναι μόνο η γυναίκα με τα περισσότερα χρόνια στη φυλακή στη Βρετανία, αλλά και η πιο επικίνδυνη».

Παρά το γεγονός ότι οι αρμόδιοι επόπτες κοινωνικής επανένταξης εκτιμούσαν ότι η Πίρσον «παρουσίαζε υψηλό κίνδυνο πρόκλησης σοβαρής βλάβης», το Συμβούλιο Αναστολών άναψε το πράσινο φως για την υπό όρους απόλυσή της. Η απόφαση ελήφθη αφού η Πίρσον συμπλήρωσε σχεδόν 39 χρόνια εγκλεισμού -διάστημα μεγαλύτερο από εκείνο που εξέτισε η διαβόητη δολοφόνος Μάιρα Χίντλεϊ, η οποία μετρούσε 36 χρόνια φυλάκισης όταν πέθανε τον Νοέμβριο του 2002.

Η Πίρσον είχε πάθει εμμονή

Το έγκλημα, που είχε λάβει τεράστια δημοσιότητα, διαπράχθηκε το 1986. Η Πίρσον είχε πάθει εμμονή και ζήλευε παράφορα την 23χρονη Τζάνετ Νιούτον, τη νέα σύντροφο του πρώην συντρόφου της. Δύο ημέρες μετά τον αρραβώνα της Τζάνετ με τον Μάλκολμ Πίρσον, η Μαρία Πίρσον της έστησε καρτέρι και την μαχαίρωσε 17 φορές στο στήθος. Όπως ακούστηκε αργότερα στο δικαστήριο του Τισάιντ, το μαχαίρι έπληξε την καρδιά της Νιούτον, η οποία αφέθηκε αιμόφυρτη στον δρόμο.

Η Πίρσον, με καταγωγή από το Χάρτλπουλ, είχε παντρευτεί τον συγκολλητή Μάλκολμ Πίρσον το 1986, λίγες ημέρες μετά τη γέννηση της κόρης τους. Το ζευγάρι όμως χώρισε όταν εκείνος ανακάλυψε ότι ο γάμος τους ήταν παράνομος, καθώς εκείνη ήταν ήδη παντρεμένη και δεν είχε πάρει διαζύγιο από τον πρώτο της σύζυγο, Σαμ Τρέβερς.

Η σχέση τους περιγράφηκε ως «έντονη και θυελλώδης», ενώ η πρόνοια απομάκρυνε το μωρό από το σπίτι έπειτα από ένα σοβαρό επεισόδιο. Στη συνέχεια, ο Μάλκολμ έκανε δεσμό με την Τζάνετ, με την Πίρσον να παρενοχλεί συστηματικά την 23χρονη και τους δικούς της, στέλνοντας ακόμη και απειλητικές επιστολές στη μητέρα της κοπέλας.

Το 1987, σε ηλικία 31 ετών, η Πίρσον καταδικάστηκε για φόνο με ελάχιστη ποινή έκτισης τα 12 έτη. Αν και απέκτησε δικαίωμα αίτησης αποφυλάκισης πριν από 28 χρόνια, τα αλλεπάλληλα αιτήματά της απορρίπτονταν, με αποτέλεσμα ορισμένοι υποστηρικτές της να τη χαρακτηρίζουν ως την «ξεχασμένη κρατούμενη» της Βρετανίας.

«Όταν πέθανε η αδελφή μου, έβλεπα εφιάλτες για μήνες - Ξυπνούσα ουρλιάζοντας»

Το 2006, η εισήγηση για μεταγωγή της σε φυλακή ανοιχτού τύπου, στο πλαίσιο της προετοιμασίας για την αποφυλάκισή της, απορρίφθηκε από τον τότε Υπουργό Εσωτερικών, Τζον Ριντ, με την Πίρσον να ισχυρίζεται ότι η απόφαση είχε «πολιτικά κίνητρα». Η ένατη εξέταση της υπόθεσής της, το 2023, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν έτοιμη για αποφυλάκιση, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του εγκλήματος, τη συμπεριφορά της μέσα στη φυλακή και τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στην ακρόαση.

Η αδελφή του θύματος, Λιν, δήλωσε στη Mirror: «Κάθε φορά που κάνει αίτηση αποφυλάκισης, αναγκάζομαι να συντάσσω μια επιστολή για τις επιπτώσεις του εγκλήματος, εξηγώντας τους λόγους για τους οποίους δεν πρέπει να βγει. Όταν πέθανε η αδελφή μου, έβλεπα εφιάλτες για μήνες -ξυπνούσα ουρλιάζοντας. Οι εφιάλτες και αυτό το αίσθημα τρόμου επέστρεψαν».

«Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να περιμένω και να προσεύχομαι να μη συμβεί το χειρότερο. Εκείνη τη μέρα έχασα τον πιο κοντινό μου άνθρωπο και δεν μπορώ να συγχωρήσω ποτέ τη δολοφόνο της. Όχι μόνο για όσα μας ανάγκασε να υποστούμε αφαιρώντας τη ζωή της Τζάνετ, αλλά και για το γεγονός ότι όλα αυτά τα χρόνια δεν έχει δείξει την παραμικρή μεταμέλεια. Είναι το απόλυτο κακό».

Σύμφωνα με το επίσημο έγγραφο της απόφασης, η πρόοδος της Πίρσον μέσα στη φυλακή είχε σκαμπανεβάσματα. Αν και συμμετείχε σε συνεδρίες ψυχοθεραπείας και ολοκλήρωσε πρόγραμμα γνωσιακών δεξιοτήτων, συνέχισε να παρουσιάζει δυσκολίες στις σχέσεις της με τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους και τους ειδικούς. Ενώ ορισμένοι ειδικοί εκτιμούσαν ότι ο κίνδυνος να προκαλέσει κακό παρέμενε υψηλός, άλλοι έκριναν ότι η επικινδυνότητά της θα μπορούσε να ελεγχθεί με ασφάλεια εκτός φυλακής.

Στο κλείσιμο της απόφασης αναφερόταν: «Η επιτροπή αναγνώρισε ότι η κυρία Πίρσον ενέχει κίνδυνο πρόκλησης βλάβης, ιδιαίτερα σε συνθήκες όπου αισθάνεται πίεση, αμφισβήτηση ή ψυχολογική φόρτιση. Ωστόσο, συμπεράναμε ότι ο κίνδυνος να διαπράξει ξανά κάποιο σοβαρό βίαιο αδίκημα είναι χαμηλός, λαμβάνοντας υπόψη την απουσία παρόμοιας συμπεριφοράς κατά τη διάρκεια των πολλών ετών κράτησής της, καθώς και τις ειδικές συνθήκες κάτω από τις οποίες τελέστηκε το αρχικό έγκλημα».

Την αποφυλάκισή της υποστήριξαν ο προσωπικός σωφρονιστικός υπάλληλος που είχε αναλάβει την υπόθεσή της, ο επικεφαλής κλινικός ψυχολόγος και ο διευθυντής της υπηρεσίας παρακολούθησης κρατουμένων, οι οποίοι εργάζονταν στενά μαζί της τα τελευταία χρόνια.

Βρετανίαδολοφονίαειδήσεις τώρα