Κόσμος | 07.08.2026 06:40

«Το σπίτι έγινε σκόνη»: Οι μαρτυρίες Αμερικανών που έχασαν τα πάντα στον πόλεμο του Λιβάνου

Newsroom

Από την Καλιφόρνια και τη Φλόριντα έως τα χωριά του νότιου Λιβάνου, δεκάδες Αμερικανοί πολίτες βλέπουν τις οικογενειακές τους περιουσίες να μετατρέπονται σε ερείπια.

Όπως αναφέρει το αμερικανικό δίκτυο CNN σε ρεπορτάζ του, κατοικίες που χτίστηκαν με κόπο επί δεκαετίες καταστράφηκαν στις ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον της Χεζμπολάχ, με τους ιδιοκτήτες τους να υποστηρίζουν ότι έχασαν τα πάντα. Την ίδια ώρα, περίπου 180 οικογένειες ετοιμάζουν αγωγή κατά της αμερικανικής κυβέρνησης, ζητώντας αποζημιώσεις και καταγγέλλοντας ότι η Ουάσιγκτον δεν προστάτευσε τις περιουσίες Αμερικανών πολιτών στο εξωτερικό.

Το πατρικό σπίτι της Μέισα Μόγκνιε στον νότιο Λίβανο ήταν το επιστέγασμα δεκαετιών μόχθου. Όπως αφηγείται, ο πατέρας της αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του χτίζοντας το επιβλητικό οικογενειακό συγκρότημα στο χωριό Μπουρτζ Ραχάλ, προσθέτοντας δωμάτιο το δωμάτιο.

«Όλες οι αναμνήσεις που έχουμε από εκείνον είναι συνδεδεμένες με το χτίσιμο αυτού του σπιτιού», λέει η Μόγκνιε, η οποία έχει διπλή, αμερικανική και λιβανική, υπηκοότητα. Σήμερα ζει στο Ίρβαϊν της Καλιφόρνιας, όπου μεγαλώνει τα δικά της παιδιά.

Βίντεο από το πάρτι αρραβώνων της δίδυμης αδελφής της, πριν από δύο χρόνια, γεμάτο μουσική και χαμόγελα, αποτυπώνει το μεγαλείο του σπιτιού. Επρόκειτο για ένα τριώροφο συγκρότημα με παραδοσιακές πέτρινες όψεις, περίτεχνα μπαλκόνια με πέτρινες κολόνες και επικλινείς κεραμοσκεπές. Το εντυπωσιακότερο στοιχείο του ήταν μια μεγαλοπρεπής διπλή σκάλα που οδηγούσε σε μια ευρύχωρη βεράντα. Στο βίντεο, συγγενείς και φίλοι χορεύουν. Σήμερα δεν έχει απομείνει τίποτα.

Το σπίτι καταστράφηκε ολοσχερώς από ισραηλινή αεροπορική επιδρομή στις 9 Μαΐου. Στα χαρτιά ίσχυε εκεχειρία, στην πράξη όμως η περίοδος χαρακτηριζόταν από συνεχείς ισραηλινές στρατιωτικές επιθέσεις και πυραυλικά πλήγματα της Χεζμπολάχ. Οι φωτογραφίες που τράβηξε η αδελφή της μετά την επίθεση δείχνουν την πορεία του βλήματος, το οποίο διαπέρασε διαδοχικά τους ορόφους, αφήνοντας ένα τεράστιο άνοιγμα καλυμμένο από παχύ στρώμα λευκής σκόνης.

Από καθαρή σύμπτωση, οι γονείς της και η αδελφή της είχαν εγκαταλείψει το σπίτι μόλις τρεις ημέρες πριν από την επίθεση, επειδή η μητέρα της δεν άντεχε πλέον να μένει εκεί.

«Η μητέρα μου δεν άντεχε άλλο τα drones, τα αεροπλάνα και όλους αυτούς τους εκκωφαντικούς ήχους», λέει. Για τον βομβαρδισμό ενημερώθηκαν από γείτονες.

Η Μόγκνιε είναι μία από αρκετούς Αμερικανούς πολίτες που δήλωσαν στο CNN ότι τα οικογενειακά τους σπίτια καταστράφηκαν στον πόλεμο του Ισραήλ εναντίον της Χεζμπολάχ. Οι Ισραηλινές Ένοπλες Δυνάμεις (IDF) υποστηρίζουν ότι οι επιχειρήσεις τους στοχεύουν θέσεις της οργάνωσης.

«Η επιχείρησή μου έχει οικονομικά καταστραφεί»

Από την επανέναρξη των συγκρούσεων τον Μάρτιο, μετά την εκτόξευση ρουκετών από τη Χεζμπολάχ προς το Ισραήλ στον απόηχο αμερικανοϊσραηλινών πληγμάτων κατά του Ιράν, έχουν καταστραφεί σχεδόν 18.000 κατοικίες, σύμφωνα με αξιολόγηση του Προγράμματος Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών (UNDP), που δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο.

Παρά την ονομαστική εκεχειρία που τέθηκε σε ισχύ τον Απρίλιο, οι ισραηλινές δυνάμεις προχώρησαν βαθύτερα στο λιβανικό έδαφος. Οι περισσότεροι Αμερικανοί πολίτες έχουν πλέον εγκαταλείψει τον νότιο Λίβανο. Όσοι παρέμειναν το έκαναν για να συνεχίσουν να εργάζονται, να προστατεύσουν τις επιχειρήσεις τους ή επειδή δεν μπορούν να αποχωριστούν τη γη τους.

Η πεθερά της Μόγκνιε εξακολουθεί να ζει εκεί. Το σπίτι της παραμένει όρθιο, αν και οι τοίχοι έχουν υποστεί ζημιές και τα παράθυρα έχουν σπάσει από εκρήξεις σε κοντινή απόσταση.

Το ίδιο ισχύει και για τον Άνουαρ Γκάιντα, Αμερικανό επιχειρηματία, του οποίου η περιουσία χτυπήθηκε δύο φορές: μία το 2024 και μία ακόμη στις αρχές του τρέχοντος έτους.

Η πρώτη επίθεση έγινε πρωτοσέλιδο. Τρεις δημοσιογράφοι σκοτώθηκαν ενώ κοιμούνταν σε ένα από τα μπανγκαλόου του Γκάιντα, τα οποία νοικιάζει μαζί με έναν χώρο δεξιώσεων γάμων στο χωριό Χασμπάγια.

Ο ίδιος πιστεύει ότι το πλήγμα ήταν εσκεμμένο. Οι δημοσιογράφοι εργάζονταν για το Al Manar, τηλεοπτικό δίκτυο που ανήκει στη Χεζμπολάχ, και για το Al Mayadeen, φιλοϊρανικό ειδησεογραφικό δίκτυο. Ήταν μεταξύ 18 δημοσιογράφων από διάφορα μέσα ενημέρωσης που διέμεναν εκεί καλύπτοντας τις συγκρούσεις μεταξύ Ισραήλ και Χεζμπολάχ από τον Σεπτέμβριο έως τον Νοέμβριο του 2024.

Για τη δεύτερη επίθεση, ο Γκάιντα εκτιμά ότι πιθανόν επρόκειτο για λάθος. «Χτύπησαν τον χώρο των δεξιώσεων, κυρίως την κουζίνα, αλλά εκείνη την ώρα ήταν άδεια», λέει για τη βραδινή επιδρομή. Οι συνέπειες, ωστόσο, ήταν καταστροφικές.

«Η επιχείρησή μου έχει οικονομικά καταστραφεί. Μπορούσα να διοργανώνω γάμους για 500 άτομα. Τώρα όλος ο εξοπλισμός της κουζίνας και τα έπιπλα έχουν χαθεί».

Μέχρι τη δεύτερη επίθεση, στις 25 Μαρτίου, η επιχείρησή του είχε ήδη συρρικνωθεί.

«Με τον πόλεμο σε εξέλιξη, κανείς δεν παντρευόταν», λέει, ενώ ο ξενώνας του είχε πάψει να αποτελεί δημοφιλή επιλογή για δημοσιογράφους.

«Όταν βλέπουν στο διαδίκτυο ότι έχει βομβαρδιστεί, το ξανασκέφτονται πριν κάνουν κράτηση».

Δύο από τα παιδιά του ζουν στις Ηνωμένες Πολιτείες, όμως εκείνος δεν μπορεί να αποφασίσει να φύγει.

«Έχω εδώ τον αδελφό μου με τα παιδιά του, τη μητέρα μου, την αδελφή μου... Δεν πρόκειται να τους εγκαταλείψω», δήλωσε ο 60χρονος στο CNN από το σπίτι του στη Χασμπάγια.

Επιπλέον, πιστεύει ότι στην ηλικία του δεν θα μπορούσε να ξεκινήσει τη ζωή του από την αρχή.

Τα βράδια ακούει ακόμη τα ισραηλινά drones να πετούν πάνω από την περιοχή, παρά την εκεχειρία.

«Το χθεσινό βράδυ ήταν πραγματικά πολύ δύσκολο. Ακούγονταν βομβαρδισμοί και ισχυρές εκρήξεις σε διάφορες πόλεις».

Κατεδαφισμένα σπίτια

Μια φράση που επαναλαμβάνουν συχνά οι Λιβανοαμερικανοί είναι ότι η κατάσταση στον νότιο Λίβανο δεν υπήρξε ποτέ τόσο δραματική.

Ορισμένοι είχαν ζήσει τον πόλεμο του 2006. Άλλοι θυμούνται την προηγούμενη ισραηλινή κατοχή του νότιου Λιβάνου, από το 1982 έως το 2000. Τα οικογενειακά τους σπίτια είχαν επιβιώσει από όλες εκείνες τις συγκρούσεις.

Αυτή τη φορά, όμως, όπως λένε, η ισραηλινή στρατιωτική τακτική στον νότο υπήρξε πολύ πιο επιθετική, με στρατιώτες να ισοπεδώνουν ολόκληρα χωριά καθώς καταλάμβαναν εδάφη.

Ανάλυση δορυφορικών εικόνων από το CNN την άνοιξη έδειξε ότι οι ισραηλινές δυνάμεις κατέστρεψαν πολιτικές υποδομές, μεταξύ των οποίων τζαμιά, φαρμακεία, καφετέριες και συνεργεία αυτοκινήτων.

Βίντεο που κατέγραψαν κάτοικοι δείχνουν ελεγχόμενες κατεδαφίσεις, ενώ οι δορυφορικές εικόνες αποκαλύπτουν εκτεταμένη χρήση ισραηλινών μπουλντόζων και εκσκαφέων για την κατεδάφιση κατοικιών.

Οι καταστροφές σημειώνονται πίσω από τη λεγόμενη «κίτρινη γραμμή» που έχει χαράξει το Ισραήλ, μια λωρίδα λιβανικού εδάφους πλάτους περίπου δέκα χιλιομέτρων, η οποία βρίσκεται υπό τον έλεγχο ισραηλινών στρατευμάτων και αντιστοιχεί περίπου στην περιοχή που κατείχε το Ισραήλ έως το 2000.

Οι κάτοικοι δεκάδων χωριών έχουν εκτοπιστεί διά της βίας.

Ο υπουργός Άμυνας του Ισραήλ έχει δικαιολογήσει τις καταστροφές ως στρατηγική επιλογή για την εξάλειψη κάθε απειλής από τη Χεζμπολάχ.

Την περασμένη εβδομάδα, ο Ύπατος Αρμοστής του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, Φόλκερ Τουρκ, κάλεσε το Ισραήλ να τερματίσει την κατοχή και να σταματήσει τις κατεδαφίσεις κατοικιών.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η Arab American Civil Rights League (ACRL), με έδρα το Ντίρμπορν του Μίσιγκαν, ετοιμάζεται να καταθέσει αγωγή κατά της αμερικανικής κυβέρνησης εκ μέρους Αμερικανών πολιτών που έχασαν σπίτια και περιουσίες στον πόλεμο.

«Η αμερικανική κυβέρνηση έχει υποχρέωση να προστατεύει τους Αμερικανούς πολίτες και την αμερικανική περιουσία στο εξωτερικό», δήλωσε ο πρόεδρος της ACRL και βασικός ενάγων, Νάσερ Μπεϊντούν.

«Πολλά από αυτά τα σπίτια στον νότιο Λίβανο, που ανήκουν σε Αμερικανούς, καταστρέφονται με χρήματα που προέρχονται από τους φόρους μας. Κάποιος πρέπει να λογοδοτήσει».

Η αγωγή ζητεί οικονομική αποζημίωση και καλεί το Κογκρέσο να διακόψει τη χρηματοδότηση των ισραηλινών στρατιωτικών μονάδων που φέρονται να εμπλέκονται στις καταστροφές.

Πίσω από τη νομική αυτή πρωτοβουλία βρίσκονται περίπου 180 οικογένειες με δεσμούς πολλών γενεών με τον Λίβανο, όπως ο 70χρονος Μοχάμαντ Φαγιάντ Ρέντα, ο οποίος επέστρεψε στη γη των προγόνων του έπειτα από μακρά καριέρα στην Bank of New York, στη Γουόλ Στριτ.

«Είχα μια καλή ζωή στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά νοσταλγούσα την πατρίδα μου. Συνταξιοδοτήθηκα, πήρα τη σύνταξή μου και έχτισα ένα όμορφο σπίτι με ντόπια πέτρα και τούβλα», λέει.

Το χωριό του, το Γιαρούν, με μικτό χριστιανικό και μουσουλμανικό πληθυσμό, βρίσκεται στα σύνορα με το Ισραήλ και σήμερα τελεί υπό ισραηλινή κατοχή. Η είσοδος των Λιβανέζων απαγορεύεται.

Χωρίς κανέναν να μπορεί να του μεταφέρει νέα από τον τόπο του, ο Ρέντα, όπως πολλοί εκτοπισμένοι, παρακολουθεί την τύχη της περιουσίας του μέσω δορυφορικών εικόνων.

«Μετά την πρώτη ή τη δεύτερη εκεχειρία αποφάσισαν να γκρεμίσουν το σπίτι. Ύστερα άρχισε μια συστηματική κατεδάφιση. Ισοπέδωσαν ολόκληρη την πόλη. Έμειναν μόνο δύο ή τρία σπίτια, πιθανόν επειδή τα χρησιμοποιούσαν ως βάση. Όλα τα υπόλοιπα καταστράφηκαν. Έμοιαζε σαν να σχεδίαζαν να μείνουν εκεί μόνιμα.»

Στο μεταξύ, ο Ρέντα μετακόμισε στο Γουίντερ Σπρινγκς της Φλόριντα, όπου ζουν τα παιδιά του.

«Ακόμη και το κοιμητήριο... ακόμη και τα οστά της μητέρας μου... Είναι τρομερό. Πραγματικά τρομερό», λέει.

«Αυτή τη φορά είναι εντελώς διαφορετικά», συμφωνεί ο Τζιχάντ Σαμχάτ, βετεράνος του αμερικανικού στρατού που εγκατέλειψε το χωριό Αϊνάτα, το οποίο βρίσκεται στη λεγόμενη "λάθος πλευρά" της κίτρινης γραμμής.

«Ο νότιος Λίβανος έχει βρεθεί υπό κατοχή αρκετές φορές», λέει. «Ωστόσο, οι κάτοικοι του χωριού μου διατηρούσαν πάντα την παρουσία τους εκεί κατά τις προηγούμενες κατοχές.»

Γεννημένος και μεγαλωμένος στο Λος Άντζελες, ο Σαμχάτ υπηρέτησε στην 1η Μεραρχία Ιππικού του αμερικανικού στρατού και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στον Λίβανο, όπου εργάστηκε για περισσότερα από 15 χρόνια με τα Ηνωμένα Έθνη στον τομέα της αποναρκοθέτησης και της εξουδετέρωσης μη εκραγέντων πυρομαχικών.

Αργότερα ίδρυσε το Radio Beirut, έναν ιδιαίτερα δημοφιλή μουσικό χώρο, τον οποίο λειτούργησε επί εννέα χρόνια πριν τον κλείσει μετά την έκρηξη στο λιμάνι της Βηρυτού το 2020.

Με την έναρξη των συγκρούσεων μετακόμισε στις Ηνωμένες Πολιτείες μαζί με τη σύζυγό του, το νεογέννητο παιδί τους, την πεθερά του και τον σκύλο τους.

Από μακριά παρακολουθούσαν την καταστροφή να φτάνει στο χωριό τους.

«Μια μέρα βλέπω το σπίτι μου στις δορυφορικές εικόνες και είναι ακόμη όρθιο. Υπάρχει. Μία εβδομάδα αργότερα κοιτάζω ξανά την εικόνα του χωριού και το σπίτι δεν υπάρχει πια. Έχει γίνει σκόνη».

εκεχειρίαΛίβανοςΧεζμπολάχειδήσεις τώραΙσραήλ