Κόσμος|26.08.2026 12:31

Οικονομική ασφυξία ή πύραυλοι; Το μεγάλο δίλημμα του Κόλπου απέναντι στη νέα στρατηγική Τραμπ για το Ιράν

Newsroom

Σχεδόν έξι μήνες μετά την εκτόξευση των πρώτων πυραύλων από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ στον πόλεμο κατά του Ιράν, η Ουάσινγκτον πραγματοποιεί στροφή στρατηγικής: υιοθετεί αυστηρότερες κυρώσεις και επιβάλλει οικονομική απομόνωση, σε μια προσπάθεια να εξαναγκάσει την Τεχεράνη να αποδεχθεί τους όρους της για μια ειρηνευτική συμφωνία.

Τη Δευτέρα (24/8), ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, ανακοίνωσε την «Επιχείρηση Οικονομικός Αποκλεισμός» («Operation Economic Outcast»), η οποία βάζει στο στόχαστρο τις εναπομείνασες πηγές εσόδων της Τεχεράνης, απειλώντας παράλληλα με κυρώσεις όσους συνεχίζουν να συναλλάσσονται με το Ιράν.

Όπως μεταδίδει το δίκτυο Al Jazeera, o Μπέσεντ χαρακτήρισε το νέο κύμα κυρώσεων ως «την μεγαλύτερη χρηματοπιστωτική επίθεση που έχει εξαπολυθεί ποτέ» εναντίον του Ιράν, προειδοποιώντας ότι τράπεζες και επιχειρήσεις θα υποστούν τις συνέπειες της απομόνωσης εάν αρνηθούν να συνεργαστούν.

«Κανένας δεν είναι υπεράνω των αμερικανικών κυρώσεων», δήλωσε στους δημοσιογράφους.

Τα κράτη του Κόλπου βρίσκονται επανειλημμένα στο στόχαστρο κατά τη διάρκεια του ελληνο-αμερικανικού πολέμου με το Ιράν, καθώς η Τεχεράνη πλήττει αμερικανικές στρατιωτικές υποδομές και στόχους σε γειτονικές χώρες.

Η ασκουμενη οικονομική πίεση μπορεί εκ πρώτης όψεως να φαίνεται προτιμότερη από έναν νέο γύρο πυραυλικών πληγμάτων από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Ωστόσο, αναλυτές προειδοποιούν ότι αυτή η στρατηγική εγκυμονεί τους δικούς της κινδύνους: το Ιράν ενδέχεται να απαντήσει στην κλιμακούμενη οικονομική ασφυξία πλήττοντας περισσότερους αμερικανικούς στόχους και ενεργειακές υποδομές σε ολόκληρη την περιοχή.

Ο Γραμματέας του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας του Ιράν, Μοχσέν Ρεζαΐ, δήλωσε την περασμένη εβδομάδα ότι εάν «οποιεσδήποτε γειτονικές χώρες συνταχθούν με τους Αμερικανούς στον οικονομικό τους πόλεμο, ούτε σταγόνα πετρελαίου δεν θα φύγει από τον Περσικό Κόλπο και τα Στενά του Ορμούζ».

Σε περιόδους ειρήνης, το ένα πέμπτο της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου διακινείται από τους παραγωγούς του Κόλπου μέσω αυτής της θαλάσσιας οδού ζωτικής σημασίας. Το πέρασμα αυτό έχει μετατραπεί στο κύριο σημείο τριβής του πολέμου, καθώς το Ιράν διέκοψε ουσιαστικά τη ναυσιπλοΐα εκεί από την έναρξη των εχθροπραξιών.

Η στάση του Ιράν φέρνει τους συμμάχους της Ουάσινγκτον στον Κόλπο αντιμέτωπους με ένα οξύ παράδοξο: η αμερικανική στρατιωτική παρουσία τούς προσφέρει προστασία από τους ιρανικούς πυραύλους και τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones), αλλά ταυτόχρονα μετατρέπει τα εδάφη τους σε δυνητικούς στόχους.

Πλέον, λόγω της αμυντικής τους σχέσης με τις ΗΠΑ, δέχονται αυξανόμενες πιέσεις να διακόψουν τους οικονομικούς δεσμούς με το Ιράν. Αυτό, σύμφωνα με ειδικούς, εγκυμονεί τον κίνδυνο ιρανικών αντιποίνων και ενδέχεται να εμπλέξει τις χώρες αυτές ακόμη βαθύτερα στη σύρραξη.

Ενώ τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ) προχώρησαν την περασμένη εβδομάδα σε αποφασιστική διακοπή των οικονομικών σχέσεων με το Ιράν, άλλα κράτη του Κόλπου, όπως η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και το Ομάν, ενδέχεται να ακολουθήσουν διαφορετικούς στρατηγικούς υπολογισμούς. Αναλυτές επισημαίνουν ότι έχουν ισχυρά κίνητρα να διατηρήσουν ανοικτούς τους διπλωματικούς διαύλους με την Τεχεράνη και να πιέσουν για μια συμφωνία που θα επέτρεπε την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ.

Από τη στρατιωτική επίθεση στην «οικονομική απόβαση»

Ο Μπέσεντ παρομοίασε τα αμερικανικά μέτρα για την απομόνωση του Ιράν με μια «οικονομική Απόβαση στη Νορμανδία».

Παρότι οι ΗΠΑ και άλλες χώρες επιβάλλουν κυρώσεις στον πετρελαϊκό και χρηματοπιστωτικό τομέα του Ιράν εδώ και δεκαετίες, το νέο αυτό κύμα βάζει στο στόχαστρο πέντε από τις σημαντικότερες οικονομικές αρτηρίες που είχαν απομείνει στη χώρα: τα ψηφιακά στοιχεία ενεργητικού (κρυπτονομίσματα), την τεχνολογία, τον χρυσό, τις αερομεταφορές και τη ναυτιλία.

Ο Μπέσεντ δήλωσε επίσης ότι οι εμπορικοί εταίροι της Τεχεράνης κινδυνεύουν με δευτερογενείς κυρώσεις εάν συνεχίσουν να διευκολύνουν τη μετατροπή του ιρανικού πετρελαίου σε έσοδα. Το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών επέβαλε στοχευμένες κυρώσεις σε 60 οντότητες, πλοία και φυσικά πρόσωπα σε ΗΑΕ, Χονγκ Κονγκ, Κίνα, Σινγκαπούρη και Ελβετία, κατηγορώντας τους για διευκόλυνση του ιρανικού εμπορίου.

Ωστόσο, ο Ιρανός πολιτικός αναλυτής Μοσταφά Χος Τσεσέμ απέρριψε τις ανακοινώσεις χαρακτηρίζοντάς τες «πολιτικό σόου» που αποσκοπεί στον εκφοβισμό των γειτονικών χωρών του Ιράν.

Παρομοίασε την εκστρατεία αυτή με τη πολιτική «μέγιστης πίεσης» που είχε εφαρμόσει ο Τραμπ κατά την πρώτη θητεία του στην προεδρία, η οποία στόχευε στο να αναγκάσει το Ιράν να επαναδιαπραγματευτεί τη διεθνή συμφωνία για το πυρηνικό του πρόγραμμα (JCPOA) της περιόδου Ομπάμα. Όπως σημείωσε ο Χος Τσεσέμ, η πολιτική εκείνη απέτυχε, καταλήγοντας στην μονομερή αποχώρηση των ΗΠΑ από τη συμφωνία το 2018.

Τα νέα μέτρα, υποστήριξε ο αναλυτής, είναι «ακόμη πιο αδύναμα από τα προηγούμενα».

Η αυξημένη έμφαση στην οικονομική πίεση έρχεται καθώς οι μήνες πολέμου δεν έχουν αποδώσει ένα αποφασιστικό αποτέλεσμα για τις ΗΠΑ - σε αντίθεση με τις αρχικές εκτιμήσεις του Τραμπ ότι οι επιχειρήσεις θα διαρκούσαν μόλις λίγες εβδομάδες. Παράλληλα, δημοσιεύματα στα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης αναφέρουν ότι τα αποθέματα πυραύλων και συστημάτων αεράμυνας στη Μέση Ανατολή ενδέχεται να εξαντλούνται -ισχυρισμός που διαψεύδεται κατηγορηματικά από την κυβέρνηση Τραμπ- γεγονός που, σύμφωνα με παρατηρητές, ώθησε την Ουάσινγκτον να αναζητήσει άλλους τρόπους πίεσης προς την Τεχεράνη.

Η διαταραχή στις εξαγωγές ενέργειας από τα Στενά του Ορμούζ έχει προκαλέσει κατακόρυφη αύξηση στις τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ, καθιστώντας τον πόλεμο ακόμη πιο μη δημοφιλή στο εσωτερικό της χώρας, παρά το γεγονός ότι οι προσπάθειες δημιουργίας εναλλακτικών ναυτιλιακών διαδρομών έχουν αμβλύνει κάπως τις οικονομικές επιπτώσεις.

Παρά ταύτα, η Ουάσινγκτον φαίνεται να πιστεύει ότι οι οικονομικοί συσχετισμοί γέρνουν υπέρ της. Ο Τρίτα Πάρσι, αντιπρόεδρος του αμερικανικού ινστιτούτου Quincy Institute for Responsible Statecraft, σημείωσε ότι η Ουάσινγκτον εκτιμά πως η εκτροπή της θαλάσσιας κυκλοφορίας μέσω του Ομάν -σε συνδυασμό με τη γενικότερη απομάκρυνση από το πετρέλαιο του Κόλπου- έχει περιορίσει την αποτελεσματικότητα του αποκλεισμού των Στενών από το Ιράν, ενώ ο αμερικανικός ναυτικός αποκλεισμός έχει συρρικνώσει δραστικά τη δυνατότητα της Τεχεράνης να πωλεί πετρέλαιο.

«Το αποτέλεσμα, κατά την οπτική της Ουάσινγκτον, είναι μια υφιστάμενη κατάσταση που επιφέρει μεγαλύτερο κόστος στο Ιράν παρά στις Ηνωμένες Πολιτείες», δήλωσε ο Πάρσι στο Al Jazeera.

Αυτός ο υπολογισμός, πρόσθεσε, έχει οδηγήσει τον Τραμπ στο σύμπερασμα ότι η Ουάσινγκτον έχει το περιθώριο να περιμένει και ότι, για πρώτη φορά από την έναρξη του πολέμου, «ο χρόνος λειτουργεί υπέρ των Αμερικανών».

Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα αυτής της στρατηγικής ενδέχεται τελικά να εξαρτηθεί από το αν μεγάλες οικονομίες, όπως η Κίνα, η Ινδία και η Ρωσία, θεωρούν ότι η Ουάσινγκτον είναι πράγματι προετοιμασμένη να τους επιβάλει ουσιαστικές κυρώσεις εάν συνεχίσουν τις εμπορικές συναλλαγές με το Ιράν.

Οι υπολογισμοί της Ουάσινγκτον μπορεί επίσης να είναι λιγότερο καθησυχαστικοί για τους συμμάχους της στον Κόλπο. Εάν οι ΗΠΑ θεωρούν ότι μπορούν να αντέξουν έναν παρατεταμένο οικονομικό πόλεμο με το Ιράν, ενδέχεται να εμφανιστούν πιο ανεκτικές στη συνεχισμένη αναταραχή στα Στενά του Ορμούζ — μια προοπτική πολύ πιο καταστροφική για τις οικονομίες του Κόλπου, οι οποίες εξαρτώνται άμεσα από τις εξαγωγές ενέργειας μέσω της θαλάσσιας αυτής διόδου.

Αυτό αφήνει τα κράτη του Κόλπου να σταθμίσουν μέχρι πού είναι διατεθειμένα να ακολουθήσουν την οικονομική εκστρατεία της Ουάσινγκτον, ιδιαίτερα εάν μια τέτοια στάση εγκυμονεί τον κίνδυνο παράτασης της αντιπαράθεσης με την Τεχεράνη.

Πρώτα τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα

Τα ΗΑΕ έχουν ήδη προχωρήσει περισσότερο από τους γείτονές τους στον Κόλπο, με το Αμπού Ντάμπι να ανακοινώνει την περασμένη εβδομάδα τον τερματισμό των εμπορικών συναλλαγών με το Ιράν.

Ο Μιάντ Μαλέκι, αναλυτής για θέματα Ιράν στο φιλοϊσραηλινό δεξαμενή σκέψης Foundation for Defense of Democracies, ανέφερε ότι μια πλήρης διακοπή των χρηματοπιστωτικών και εμπορικών δεσμών των ΗΑΕ, εφόσον εφαρμοστεί, «μπορεί να αποτελέσει την πιο καθοριστική οικονομική ενέργεια αυτού του πολέμου για το Ιράν», ξεπερνώντας ενδεχομένως ακόμη και τον αντίκτυπο του αμερικανικού εμπάργκο.

Αυτό συμβαίνει διότι το Ντουμπάι διαδραματίζει διαχρονικά κομβικό ρόλο στην πρόσβαση του Ιράν σε ξένο συνάλλαγμα, ενώ τα ΗΑΕ αποτελούν την κύρια πηγή εισαγωγών του Ιράν, ακόμη και κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Σε τελική ανάλυση, ωστόσο, τα ΗΑΕ έχουν δεχθεί τα σοβαρότερα πλήγματα από το Ιράν κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης με τις ΗΠΑ. Αποτελούν επίσης ένα από τα λίγα κράτη που έχουν υπογράψει τις «Συμφωνίες του Αβραάμ» υπό την αιγίδα των ΗΠΑ, οι οποίες αποσκοπούν στην ομαλοποίηση των σχέσεων μεταξύ του Ισραήλ και των αραβικών κρατών.

Ο Σάιμον Μέιμπον, καθηγητής διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο του Λάνκαστερ, δήλωσε στο Al Jazeera ότι η στάση των ΗΑΕ αντικατοπτρίζει τόσο την εμπειρία των ιρανικών επιθέσεων που υπέστησαν όσο και την ολοένα και στενότερη αμυντική τους σχέση με την Ουάσινγκτον και το Ισραήλ.

«Οι Εμιρατινοί είναι οργισμένοι με το Ιράν και έχουν υποστεί σοβαρά πλήγματα τους τελευταίους μήνες», ανέφερε ο Μέιμπον. Ωστόσο, χαρακτήρισε τα ΗΑΕ «εξαίρεση» στον Κόλπο, προσθέτοντας ότι δεν αναμένει από τη Σαουδική Αραβία, το Κατάρ ή το Ομάν να ακολουθήσουν το παράδειγμά τους.

«Ισχυρές επιλογές κλιμάκωσης»

Έπειτα, υπάρχει η αναμενόμενη αντίδραση από την πλευρά του Ιράν.

Η πρόσθετη οικονομική πίεση ενδέχεται να μην φέρει το αποτέλεσμα που επιθυμεί η Ουάσινγκτον, επισημαίνουν οι αναλυτές.

«Το μοτίβο που έχουμε δει μέχρι στιγμής είναι ότι όταν οι Ιρανοί βρίσκονται αντιμέτωποι με το δίλημμα της παράδοσης ή της κλιμάκωσης, επιλέγουν την κλιμάκωση», σημείωσε ο Πάρσι.

Με την εκστρατεία του Μπέσεντ να στοχεύει στον εξαναγκασμό της Τεχεράνης σε συνθηκολόγηση ή στον κίνδυνο οικονομικής κατάρρευσης, ο Πάρσι εκτιμά ότι η κλιμάκωση είναι «η πιο πιθανή απάντηση» εάν οι κυρώσεις αρχίσουν να πλήττουν σοβαρά το Ιράν, το οποίο διατηρεί «ισχυρές επιλογές κλιμάκωσης».

Αυτή η προοπτική προκαλεί ανησυχία σε γειτονικές χώρες όπως το Κατάρ, όπου η συνεχιζόμενη αναταραχή στα Στενά του Ορμούζ, καθώς και τα πλήγματα στις εγκαταστάσεις υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), έχουν ήδη προκαλέσει οικονομική ζημία. Παρότι οι εναλλακτικές διαδρομές επέτρεψαν σε ορισμένες εξαγωγές πετρελαίου να παρακάμψουν τη θαλάσσια δίοδο, το υγροποιημένο φυσικό αέριο και πολλά πετροχημικά προϊόντα είναι πιο δύσκολο να διοχετευθούν από άλλες οδούς.

Το Κατάρ έχει επίσης υποστηρίξει τις διαμεσολαβητικές προσπάθειες και μοιράζεται ένα τεράστιο κοίτασμα φυσικού αερίου με το Ιράν, γεγονός που δίνει στη Ντόχα πρόσθετα κίνητρα για τη διατήρηση μιας λειτουργικής σχέσης με τη γειτονική χώρα.

Το Ομάν έχει τους δικούς του λόγους να αντιστέκεται στις πιέσεις για απομόνωση του Ιράν. Ο διαχρονικός του ρόλος ως διαμεσολαβητής μεταξύ Τεχεράνης και Ουάσινγκτον βασίζεται στη διατήρηση διπλωματικών διαύλων και με τις δύο πλευρές. Για παράδειγμα, βρίσκεται σε απευθείας συνομιλίες με το Ιράν σχετικά με τη μελλοντική διαχείριση των Στενών του Ορμούζ.

Ο Ρασίντ αλ Μοχανάντι, αντιπρόεδρος του Κέντρου Διεθνών Μελετών Πολιτικής με έδρα τη Ντόχα, δήλωσε ότι η πρόσφατη διπλωματική κινητικότητα, συμπεριλαμβανομένης της επίσκεψης του Υπουργού Εξωτερικών του Ομάν στην Τεχεράνη, «δείχνει ότι υπάρχει βούληση από τα διαμεσολαβούντα μέρη να προσπαθήσουν να επαναφέρουν τόσο τις ΗΠΑ όσο και το Ιράν στη διπλωματική οδό».

Στο μεταξύ, η Σαουδική Αραβία έχει υιοθετήσει διαφορετική προσέγγιση: παρέμεινε εκτός των πρόσφατων διαμεσολαβητικών προσπαθειών, δείχνοντας παράλληλα μικρή διάθεση για αύξηση της οικονομικής πίεσης προς την Τεχεράνη.

Ο Μέιμπον σημείωσε ότι πριν από μία δεκαετία, το Ριάντ ενδεχομένως να ακολουθούσε την Ουάσινγκτον και το Αμπού Ντάμπι στην επιβολή αυστηρότερων μέτρων κατά του Ιράν. Πράγματι, σε κάποιο σημείο οι ΗΠΑ φαινόταν να ελπίζουν ότι θα μπορούσαν να πείσουν τη Σαουδική Αραβία να υπογράψει τις Συμφωνίες του Αβραάμ.

Σήμερα, το Βασίλειο έχει θέσει ως προϋπόθεση για την υπογραφή την ύπαρξη μιας αξιόπιστης πορείας προς τη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους - όρο που το Ισραήλ αρνείται να αποδεχθεί. Επιπλέον, το Ριάντ έχει εκδηλώσει την επιθυμία να διαφοροποιήσει την αμυντική του στρατηγική πέρα από την εξάρτηση από τις ΗΠΑ. Στο πλαίσιο αυτό, υπέγραψε το Σύμφωνο της Μέκκας για αμοιβαία άμυνα με το Πακιστάν και την Τουρκία.

Ο πρίγκιπας διαδόχος της Σαουδικής Αραβίας, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, έχει επίσης υιοθετήσει μια πιο πραγματολογική προσέγγιση απέναντι στην Τεχεράνη τα τελευταία χρόνια, η οποία κορυφώθηκε με την αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων μέσω συμφωνίας με τη διαμεσολάβηση της Κίνας το 2023.

Επιπλέον, παρότι το Ριάντ ενδεχομένως να επιθυμεί ένα εξασθενημένο Ιράν, ο Μέιμπον σημειώνει ότι η χώρα ανησυχεί για την αβεβαιότητα και την αστάθεια που θα μπορούσε να επιφέρει μια ενδεχόμενη κατάρρευση της ιρανικής κυβέρνησης.

Η προσχώρηση στην οικονομική εκστρατεία της Ουάσινγκτον θα μπορούσε επίσης να εκθέσει περαιτέρω τη Σαουδική Αραβία σε επιθέσεις από το Ιράν ή τους υποστηριζόμενους από αυτό Αντάρτες Χούθι, με τους οποίους αναμετράται στην Υεμένη και οι οποίοι στοχεύουν επί του παρόντος πλοία σαουδαραβικών συμφερόντων στην Ερυθρά Θάλασσα.

Στα κέρατα του διλήμματος

Η αποκατάσταση της διπλωματίας μεταξύ Τεχεράνης και Ουάσινγκτον -κάτι που καμία από τις δύο πλευρές δεν φαίνεται ικανή να επιτύχει- έχει καταστεί ζωτικής σημασίας για την περιφερειακή ασφάλεια.

Αυτό φέρνει τις πρωτεύουσες του Κόλπου αντιμέτωπες με ένα δίλημμα από το οποίο δεν μπορούν εύκολα να ξεφύγουν.

Η ευθυγράμμιση με το αμερικανικό σχέδιο οικονομικής πίεσης μπορεί να φαίνεται προτιμότερη από ένα νέο κύμα πυραυλικών επιθέσεων. Ωστόσο, η συμμετοχή στην εκστρατεία της Ουάσινγκτον θα μπορούσε να προκαλέσει την ιρανική αντίδραση, αυξάνοντας την προοπτική νέων πληγμάτων σε ολόκληρο τον Κόλπο.

Τα κράτη του Κόλπου είναι πιθανό να συνεχίσουν να πιέζουν σθεναρά για «διάλογο και διπλωματία» αντί για νέες εχθροπραξίες ή αυστηρότερες κυρώσεις, οι οποίες τελικά ενδέχεται να μην είναι παρά μια ακόμη «πύλη προς μεγαλύτερη αστάθεια από το Ιράν».

Μέση ΑνατολήΙράνΙσραήλκυρώσειςΗΠΑειδήσεις τώραΤεχεράνη