Κόσμος|05.11.2026 09:12

Πώς η ήττα Τραμπ παρέσυρε και το πανίσχυρο φιλοϊσραηλινό λόμπι - Το παράδειγμα του Μίσιγκαν

Newsroom

Οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ εξελίχθηκαν σε σοβαρό πλήγμα για τον Ντόναλντ Τραμπ, με τους Δημοκρατικούς να εξασφαλίζουν πλειοψηφία τόσο στη Βουλή των Αντιπροσώπων όσο και στη Γερουσία. Η αναμέτρηση αντιμετωπίστηκε πολιτικά ως ένα είδος δημοψηφίσματος για τον Αμερικανό πρόεδρο και η ετυμηγορία των ψηφοφόρων καταγράφεται ως σαφής αποδοκιμασία βασικών επιλογών του.

Στο επίκεντρο αυτής της αποδοκιμασίας βρέθηκαν, μεταξύ άλλων, η οικονομία και η ακρίβεια, ο πόλεμος με το Ιράν, η ακροδεξιά στροφή υπό την επιρροή του κινήματος MAGA, αλλά και η στενή πολιτική σχέση του Τραμπ με τον πρωθυπουργό του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου. Προεκλογική δημοσκόπηση του Reuters/Ipsos κατέγραφε ότι το 48% των Αμερικανών προσήλθε στις κάλπες με σκοπό να εκφράσει αντίθεση στον Τραμπ, έναντι 25% που ψήφισε για να τον επιδοκιμάσει.

Η υπόθεση του Μίσιγκαν και η ήττα του Ρότζερς

Χαρακτηριστική για τη νέα πολιτική συγκυρία ήταν η αναμέτρηση στο Μίσιγκαν. Ο Αμπντούλ Ελ Σαγιέντ κέρδισε πρώτα τη Δημοκρατική Χέιλι Στίβενς στις προκριματικές και στη συνέχεια τον Ρεπουμπλικανό Μάικ Ρότζερς στις ενδιάμεσες εκλογές για τη Γερουσία.

Η περίπτωση είχε ιδιαίτερο πολιτικό βάρος, καθώς η Στίβενς, μετά την ήττα της στις προκριματικές, δεν στήριξε τον νικητή του κόμματός της, αλλά τάχθηκε στο πλευρό του Ρεπουμπλικανού αντιπάλου του. Παρά τη διακομματική αυτή σύγκλιση, ο Ελ Σαγιέντ επικράτησε.

Κοινός παράγοντας στις δύο αναμετρήσεις ήταν η προσπάθεια του φιλοϊσραηλινού λόμπι να εμποδίσει την εκλογή του. Η AIPAC, ένα από τα ισχυρότερα φιλοϊσραηλινά λόμπι στις ΗΠΑ, στήριξε αρχικά τη Στίβενς απέναντι στον Ελ Σαγιέντ, έναν μουσουλμάνο γιατρό και πρώην επικεφαλής υπηρεσιών δημόσιας υγείας, ο οποίος ζητούσε καθολική υγειονομική κάλυψη και τερματισμό της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας προς το Ισραήλ.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται, περίπου 54,2 εκατ. δολάρια δαπανήθηκαν από πολιτικές οργανώσεις στις προκριματικές των Δημοκρατικών στο Μίσιγκαν για τη στήριξη της Χέιλι Στίβενς ή την αποδυνάμωση του Ελ Σαγιέντ. Από αυτά, 30,64 εκατ. δολάρια προήλθαν από το United Democracy Project, το super PAC της AIPAC: 20,14 εκατ. για εκστρατείες εναντίον του και 10,5 εκατ. υπέρ της αντιπάλου του.

Η AIPAC και η ανάγκη «απόστασης» των υποψηφίων

Η αλλαγή κλίματος αποτυπώθηκε και στον τρόπο με τον οποίο υποψήφιοι αντιμετώπισαν τη δημόσια στήριξη της AIPAC. Σύμφωνα με το Jewish Telegraphic Agency, συνεργάτες του Μάικ Ρότζερς ζήτησαν από την AIPAC να αποφύγει την άμεση και επώνυμη διαφημιστική παρουσία υπέρ του.

Στις 21 Οκτωβρίου, η AIPAC ανακοίνωσε ότι εγκαταλείπει τη δημόσια εκλογική στήριξη σε υποψηφίους και τις άμεσες εισφορές του PAC προς υποψηφίους. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι μια σύνδεση που στο παρελθόν θεωρούνταν εκλογικό πλεονέκτημα μπορεί πλέον να λειτουργεί και ως πολιτικό βάρος, ιδίως για υποψηφίους των οποίων οι ψηφοφόροι έχουν έντονες αντιρρήσεις για την πολιτική του Ισραήλ στη Γάζα.

Σε άλλες περιπτώσεις αξιοποιήθηκαν ενδιάμεσες οργανώσεις, με καμπάνιες που επικεντρώνονταν σε εσωτερικά ζητήματα, όπως η υγεία και η μετανάστευση, χωρίς άμεση αναφορά στο Ισραήλ. Στο Ιλινόι, το WBEZ εντόπισε δεσμούς οργανώσεων με το δίκτυο της AIPAC μέσα από δωρητές, προμηθευτές και δηλώσεις χρηματοδότησης.

Μεικτός απολογισμός για το φιλοϊσραηλινό λόμπι

Η AIPAC δεν βγήκε από τις εκλογές μόνο με ήττες. Στο Ιλινόι, η Ντόνα Μίλερ στη 2η περιφέρεια και η Μελίσα Μπιν στην 8η κέρδισαν τις προκριματικές με στήριξη από οργανώσεις του δικτύου της AIPAC και στη συνέχεια εξελέγησαν στη Βουλή.

Υπήρξαν όμως και σημαντικές αποτυχίες. Η Μελίσα Κόνγιαρς Έρβιν έχασε στην 7η περιφέρεια από τον Λα Σον Φορντ, παρά τη δαπάνη περίπου 5 εκατ. δολαρίων του United Democracy Project υπέρ της. Στην 9η περιφέρεια, η Λόρα Φάιν ηττήθηκε από τον Ντάνιελ Μπις. Τόσο ο Φορντ όσο και ο Μπις κέρδισαν αργότερα τις γενικές εκλογές.

Στις επιτυχίες της AIPAC καταγράφεται ο Άντριαν Μπόαφο στην 5η περιφέρεια του Μέριλαντ, ο οποίος, με περίπου 5,7 εκατ. δολάρια ανεξάρτητης στήριξης από το United Democracy Project, κέρδισε τις προκριματικές και στη συνέχεια εξελέγη. Στο Κεντάκι, ο Εντ Γκάλρεϊν νίκησε τον επικριτή του Ισραήλ Τόμας Μάσι στις προκριματικές των Ρεπουμπλικανών και κέρδισε και την τελική αναμέτρηση. Στο Μίσιγκαν, ο υποστηριζόμενος από την AIPAC Τζέρεμι Μος εξελέγη στην 11η περιφέρεια.

Ιδιαίτερη ήταν η περίπτωση του Νιου Τζέρσεϊ, όπου το United Democracy Project χρηματοδότησε επιθέσεις κατά του Τομ Μαλινόφσκι, ο οποίος είχε ταχθεί υπέρ της επιβολής όρων στην αμερικανική βοήθεια προς το Ισραήλ. Ο Μαλινόφσκι έχασε, αλλά νικήτρια αναδείχθηκε η Αναλίλια Μεχία, με ακόμη πιο επικριτικές θέσεις απέναντι στην ισραηλινή πολιτική.

Το πλήγμα στον Τραμπ και η επόμενη διετία

Πέρα από το Μίσιγκαν, οι Ρεπουμπλικανοί έχασαν παραδοσιακά προπύργια. Η Ναυτεμπορική αναφέρει ως χαρακτηριστικό παράδειγμα το Τέξας, όπου ο Τζέιμς Ταλαρίκο πέτυχε συντριπτική νίκη και οι Δημοκρατικοί κέρδισαν για πρώτη φορά εδώ και 30 χρόνια την έδρα της Πολιτείας στη Γερουσία. Οι Ρεπουμπλικανοί έχασαν επίσης την εκπροσώπηση στη Νότια Καρολίνα και το Κάνσας, πολιτείες όπου ο Τραμπ είχε επικρατήσει με διαφορά 18% και 16% αντίστοιχα το 2024.

Στις γενικές εκλογές ηττήθηκαν επίσης, πέρα από τον Ρότζερς, η Σούζαν Κόλινς στο Μέιν, ο Τζον Χάστεντ στο Οχάιο και ο Μάικ Λόλερ στη Νέα Υόρκη. Και οι τρεις είχαν χρηματοδοτηθεί μέσω του AIPAC PAC, με την Κόλινς να συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους αποδέκτες του. Ωστόσο, οι ήττες τους σημειώθηκαν μέσα σε μια ευρύτερη εκλογική υποχώρηση των Ρεπουμπλικανών και δεν μπορούν να αποδοθούν αυτομάτως στη σχέση τους με το φιλοϊσραηλινό λόμπι.

ΗΠΑειδήσεις τώραΔημοκρατικοίΙσραήλΡεπουμπλικάνοιενδιάμεσες εκλογές ΗΠΑΝτόναλντ Τραμπ