Κόσμος|06.11.2026 05:40

Ανάλυση: Ο Τραμπ μετά τις ενδιάμεσες εκλογές - Από οδηγός σε αμυνόμενο

Στέλιος Φωτεινόπουλος

Τα αποτελέσματα των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ είναι αναμφίβολα θετικά για όποιον ενδιαφέρεται για την απονομιμοποίηση ενός ακροδεξιού σχεδίου. Ωστόσο, η διαιρεμένη διακυβέρνηση μας σπρώχνει σε μια περίοδο μεγαλύτερης αναταραχής, με περισσότερη αβεβαιότητα για τον κόσμο. Αν πρέπει να συνοψίσω το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ, θα έλεγα ότι περνάμε από μια περίοδο που χαρακτηριζόταν από έναν Αμερικανό πρόεδρο στη θέση του οδηγού ενός συμπαγούς πολιτικού σχεδίου, σε μία περίοδο με έναν πρόεδρο που βασικά θα αμύνεται και θα διαχειρίζεται λεπτές ισορροπίες. Αυτό είναι μια ηλεκτρική καρέκλα για τον Ντ. Τραμπ, και γι' αυτό τον κάνει πιο απρόβλεπτο. Αυτό αλλάζει συνολικά το προφίλ της διακυβέρνησής του, τόσο στο εσωτερικό όσο και διεθνώς, κυρίως για τρεις λόγους.

Πρώτον, γιατί οι εκλογές αυτή τη φορά δεν χαρακτηρίζονται από μια απλή αλλαγή φρουράς, από το ένα κόμμα στο άλλο, αλλά από μία αριστερόστροφη δυναμική η οποία αλλάζει κάπως τις παραμέτρους. Οι δημοκρατικοί σοσιαλιστές δεν είναι μόνο πονοκέφαλος για το δημοκρατικό κατεστημένο, αλλά και πρόβλημα για τους ρεπουμπλικάνους, ακριβώς επειδή αυτό το κομμάτι της αριστεράς μπορεί και συνομιλεί προνομιακά, στην ίδια γλώσσα (οικονομία, μισθοί, δημόσιες υπηρεσίες), με μη προνομιούχα στρώματα που το 2024 έφυγαν από τους δημοκρατικούς και πήγαν προς τους ρεπουμπλικάνους. Εξ’ου και οι επιτυχίες των σοσιαλιστών ήρθαν σε υποβαθμισμένες περιοχές με πρώην ισχυρή τραμπική ψήφο. Οι ρεπουμπλικάνοι ή θα λάβουν υπόψη τους αυτή τη διάσταση ή θα κάνουν το λάθος να κινηθούν ακόμη πιο άκρα δεξιά, και ενδεχομένως χάσοουν ακόμη περισσότερους υποστηρικτές στις πιο φτωχές πολιτείες.

Δεύτερον, γιατί το οικονομικό στοίχημα γίνεται ξανά κυρίαρχο στην πολιτική ατζέντα. «Σας βλέπω» είχε πει ο Αμερικανός πρόεδρος στους μη προνομιούχους λίγο πριν τις εκλογές του 2024, και κέρδισε. Η ίδια η υπόσχεση για οικονομική ανάπτυξη ήταν το βασικό ζήτημα που του έδωσε την Προεδρία του 2024. Σήμερα η ίδια υπόσχεση τον καταδικάζει σε αυτή τη συντριπτική ήττα. Κοιτούσα προχτές τις κατασκευαστικές δαπάνες στις ΗΠΑ. Είναι εντυπωσιακό πως, σε μία χώρα με τρομερές ανάγκες σε δημόσιες δαπάνες και υπηρεσίες, η μόνη μεγάλη πραγματική αύξηση των κατασκευών στις Ηνωμένες Πολιτείες τον τελευταίο χρόνο ήταν στα data centers με αύξηση 64%. Όλοι οι υπόλοιποι τομείς, όπως η περίθαλψη, η εκπαίδευση, η κοινωνική κατοικία, ακόμη και η μεταποίηση, έχουν μειωθεί δραματικά προκειμένου να στηριχθεί η εκρηκτική αύξηση της τεχνητής νοημοσύνης. Η ρεπουμπλικάνικη βάση δεν βλέπει τον εαυτό της σε αυτό το σχέδιο. Αυτά, σε συνδυασμό με τις οικονομικές πιέσεις του πολέμου στο Ιράν, συνοψίζουν τις στρατηγικές επιλογές που φέρουν τη σφραγίδα του προέδρου Τραμπ στον τομέα της οικονομίας, και οι οποίες πλέον καταδικάζονται.

Τρίτον, η συντριβή της ακροδεξιάς ως πολιτικού σχεδίου οδηγεί ήδη σε υποχώρηση των διεθνών συμμαχιών του Αμερικανού προέδρου. Τα american far right politics, ενώ κάποτε αποτελούσαν σημείο αναφοράς για τη διεθνή ακροδεξιά, πολύ σύντομα θα δούμε να αποτελούν, τουλάχιστον σε επίπεδο διακήρυξης, παράδειγμα προς αποφυγή. Το MAGA κίνημα, που συσπειρώθηκε γύρω από τον Ντ. Τραμπ το 2016 και δυνάμωσε ακόμη περισσότερο με την εκλογή του το 2024, δεν ήταν απλά μία αμερικάνικη υπόθεση. Από πολύ νωρίς έδειξε πως ενδιαφέρεται να πλάσει καθ' ομοίωσή του και τον υπόλοιπο κόσμο. Στην Ευρώπη, ο Τραμπ μόλις πριν από λίγους μήνες ανακοίνωσε πως, μέσω του Bureau of Democracy, Human Rights, and Labor του State Department, σκοπεύει να χρηματοδοτήσει με μερικά εκατομμύρια δολάρια ακροδεξιά κινήματα και οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στην προώθηση ακραίων ιδεών. Αντίστοιχα τα κόμματα της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς ηλεκτρισμένα από τα αποτελέσματα των αμερικανικών εκλογών, έχουν αρχίσει ήδη και παίρνουν αποστάσεις από την αμερικανική ακροδεξιά.

Φυσικά, οι επιπτώσεις σε Βρετανία και Ευρώπη θα είναι σημαντικές, όχι όμως καθοριστικής σημασίας. Μπορεί η ήττα των ρεπουμπλικάνων να έρχεται σε συνέχεια της ήττας του Όρμπαν και του Βούτσιτς - κάτι που φυσικά προκαλεί μια ευφορία στις Βρυξέλλες - όμως η οικονομική πραγματικότητα λίγο επηρεάζεται από αυτά. Ο πληθωρισμός από τους δασμούς και τον πόλεμο στο Ιράν είναι ταυτόχρονα ευρωπαϊκό και βρετανικό πρόβλημα. Η εκλογική τιμωρία του Τραμπ για την ακρίβεια παράγει πολιτική πίεση προκειμένου να μετριάσει τον δασμολογικό πόλεμο, κάτι που μπορεί να δώσει ανάσα στις ευρωπαϊκές και βρετανικές εξαγωγές.

Σε κάθε περίπτωση όμως, ανεξαρτήτως της ισχύος που θα έχει από εδώ και στο εξής ο Αμερικανός πρόεδρος, η κατεύθυνση προς την οποία θα κινηθεί η Ευρώπη είναι δεδομένη και δεν αλλάζει: επιτάχυνση της «στρατηγικής αυτονομίας», ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας και άμυνας, και επενδύσεις σε δικές της αλυσίδες εφοδιασμού, που σημαίνει ταυτόχρονα και λιγότερη εξάρτηση από μια αναξιόπιστη Ουάσινγκτον. Το πρόβλημα με την έμφαση στην άμυνα και τις πολεμικές προετοιμασίες, είναι ότι συναντούν δικαιολογημένες αντιδράσεις από τις ευρωπαικές κοινωνίες καθώς έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τις αυξανόμενες ανάγκες για κοινωνικό κράτος και πιο δίκαιες οικονομικές πολιτικές. Μέχρι και σήμερα, δεν έχει βρεθεί ούτε ένας Ευρωπαίος αξιωματούχος που να εξηγεί με πειστικό τρόπο τον τρόπο που μπορούν να αυξηθούν οι αμυντικές δαπάνες με τα υπέρογκα ποσά που συμφωνούν οι εθνικές κυβερνήσεις, χωρίς ταυτόχρονα να καταρρεύσουν τα συστήματα πρόνοιας. Όταν δοθούν απαντήσεις σε αυτό το ερώτημα, θα έχουμε να κουβεντιάσουμε περισσότερα.

Ο Στέλιος Φωτεινόπουλος είναι πολιτικός αναλυτής σε θέματα Ευρωπαϊκής και Δημόσιας Πολιτικής με έδρα το Λονδίνο και ιδρυτής του vacuuum.substack.com

εκλογέςΔημοκρατικοίΝτόναλντ ΤραμπΡεπουμπλικάνοιενδιάμεσες εκλογές ΗΠΑειδήσεις τώραΗΠΑ