Βιβλίο|20.01.2026 14:55

Μικέλα Χαρτουλάρη στο ethnos.gr: «Η νέα γενιά δεν έχει χώρο να ζήσει, να διαμαρτυρηθεί - Πνίγεται ανάμεσα σε υψηλά ενοίκια και κρατική βία»

Άγγελος Γεραιουδάκης

Η Μικέλα Χαρτουλάρη ανήκει σ’ εκείνη τη γενιά δημοσιογράφων που μεγάλωσε μαζί με τη Μεταπολίτευση και συνέχισε να παρατηρεί τη χώρα καθώς άλλαζε πρόσωπα, λόγο και προτεραιότητες. Από το «Βιβλιοδρόμιο», το λογοτεχνικό ένθετο της εφημερίδας «ΤΑ ΝΕΑ» έως την τηλεοπτική εκπομπή «Οι Κεραίες της Εποχής μας», η πορεία της διατρέχει τέσσερις δεκαετίες πολιτιστικού ρεπορτάζ και δημόσιου διαλόγου, με σταθερό ενδιαφέρον για τις ιδέες, τους ανθρώπους και τα σημεία καμπής της κοινωνικής ζωής. Στο σπίτι της, το οποίο βρίσκεται στον Λυκαβηττό, συναντά κανείς παντού φακέλους και σημειώσεις γραμμένες στο χέρι, βιβλιοθήκες γεμάτες ίχνη μακρόχρονων αναγνώσεων. Ο χώρος μαρτυρά αδιάκοπη δουλειά και μια σκέψη που δεν ησυχάζει ποτέ, μια ανάγκη να συνδεθούν στοιχεία από διαφορετικές εποχές.

Η κουβέντα μας έγινε με αφορμή το βιβλίο της, με τίτλο «61 Πολαρόιντ για την ελληνική περιπέτεια», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πόλις, στις αρχές του Δεκέμβρη και θα παρουσιαστεί την Τετάρτη 21 Ιανουαρίου και ώρα 19:30 στο βιβλιοπωλείο - καφέ «Zatopek». Η κουβέντα, ωστόσο, απλώθηκε γρήγορα και σε άλλα σημεία της διαδρομής της, με τρόπο φυσικό και άμεσο. Η ανάγνωση του βιβλίου αφήνει την αίσθηση μιας συζήτησης με φίλους που γνωρίζουν σε βάθος το θέμα τους και μοιράζονται σκέψεις με ειλικρίνεια. Πρόκειται για ένα έργο που συνοδεύει τον αναγνώστη στη σκέψη του σήμερα και τον καλεί να σταθεί λίγο περισσότερο απέναντι στο αύριο, παίρνοντας υπόψη του και τα βαρίδια του χτες.

Οι συνομιλίες οργανώνονται με τρόπο ευέλικτο, πέρα από τα στενά όρια μιας τυπικής ερώτησης και απάντησης. Έτσι προκύπτουν σκέψεις που σπάνια βρίσκουν χώρο στον ημερήσιο ρυθμό των μέσων. Η Μικέλα Χαρτουλάρη εμφανίζεται ως αναγνώστρια, συνομιλήτρια και οργανώτρια. Έχει μελετήσει εκτενώς τους συμμετέχοντες, ενώ η γραφή παραμένει ρέουσα και ελκυστική μέσα σε υλικό 700+ σελίδων. Από τις εξήντα μία ματιές, άλλοι κοιτούν με τηλεσκόπιο τις μεγάλες δομές της πολιτικής και της ιστορίας, άλλοι με μικροσκόπιο τις λεπτομέρειες της κοινωνικής ζωής.

Η φύση των συνομιλιών είναι εξομολογητική, συχνά σε πρώτο πρόσωπο, επιτρέποντας στο έργο να αγγίζει υπόγειες διαστάσεις της ελληνικής πραγματικότητας. Τα ερωτήματα καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα. Το μέλλον της χώρας, οι αντοχές της κοινωνίας, η εποχή της πολυκρίσης, τα ταμπού, η θέση της οικογένειας, οι ταυτότητες, η μετανάστευση, τα δικαιώματα, η διαφθορά, η κλιματική αλλαγή, ο ρόλος των διανοουμένων, η παιδεία, η κουλτούρα της Μεταπολίτευσης. Οι φωνές συνομιλούν μεταξύ τους και φωτίζουν διαφορετικές όψεις της ίδιας εικόνας. Το βιβλίο, το οποίο ξεκίνησε ως ιδέα στις αρχές του 2020, λίγο πριν από την περίοδο της καραντίνας, διαβάζεται είτε συνεχόμενα είτε αποσπασματικά, όπως ξεφυλλίζεται ένα άλμπουμ εικόνων όπου επιστρέφει κανείς ξανά και ξανά.

Γιατί επιλέξατε τη λέξη «Πολαρόιντ» για τον τίτλο του βιβλίου σας και όχι κάποιον άλλον όρο;

Οι πολαρόιντ είναι φωτογραφίες που λένε την αλήθεια! Επειδή τεχνικά δεν επιδέχονται …photoshop, δεν μπορούν να σβήσουν τις ρυτίδες από ένα πρόσωπο ούτε να «μαγειρέψουν» την πραγματικότητα που αποτυπώνουν. Αλήθειες λένε και οι 61 συνομιλίες σ’ αυτό το βιβλίο. Ο τίτλος του δηλώνει ακριβώς μια δέσμευση από την πλευρά μου, ότι δεν επιδιώκω ούτε να εκμαυλίσω ούτε να παραπλανήσω το αναγνωστικό κοινό. Μάλλον προσπαθώ να συμβάλω στο να αφυπνιστεί, σε σχέση με τις κατασκευασμένες αλήθειες και τα παραπλανητικά ψεύδη που το πολιορκούν για το σήμερα, και το χτες, και το αύριο. Βέβαια, να πούμε ότι οι polaroids ήταν ποπ στη γενιά μου, φωτογραφίες στιγμιαίας εμφάνισης αποτύπωναν την πραγματικότητα της στιγμής αλλά μετά από κάποια χρόνια ξεθώριαζαν. Το ξέρουμε, λοιπόν, ότι αυτό το βιβλίο δεν είναι χαραγμένο στην πέτρα, πολλά απ’ όσα παρατηρεί θα αλλάξουν. Αλλά σχετικά με το παρόν και το εγγύς μέλλον είναι απολύτως ειλικρινές.

Στις συνομιλίες σας συναντήσατε ανθρώπους όλων των ηλικιών από διαφορετικούς χώρους – ιστορικούς, γλωσσολόγους, εγκληματολόγους, ψυχιάτρους, ξένους ανταποκριτές, ράπερ, αρχιτέκτονες, λογοτέχνες, αρχαιολόγους κ.ά. Ποιες δυσκολίες είχε αυτή η τόσο ανοιχτή και ετερόκλητη προσέγγιση;

Ήταν ένα συναρπαστικό στοίχημα που, για να πετύχει τον στόχο, χρειαζόταν πολύ γερή προετοιμασία. Οι δημοσιογράφοι συνήθως διαβάζουμε κάποιες συνεντεύξεις των ανθρώπων που θέλουμε να συναντήσουμε, ώστε να μπούμε στο κλίμα των απόψεών τους. Εγώ προχώρησα σαν φοιτήτρια που θέλει να κάνει μια εργασία σε βάθος, για θέματα πιο σύνθετα. Διάβασα λοιπόν τα βιβλία τους, πρόσφατα και παλαιότερα - μελέτες, δοκίμια, πεζογραφία κ.ά. Δεν με ενδιέφερε να τους στριμώξω. Ήθελα να κερδίσω την εμπιστοσύνη τους, να βεβαιωθούν ότι μπορούν να θίξουν πιο λεπτά, πιο δύσκολα, ζητήματα, και ν’ αποφασίσουν να συζητήσουν πτυχές που θέλει αρετή και τόλμη για να τις βάλεις στο τραπέζι. Δεν είναι αυτονόητο ότι ένας καθηγητής στο πανεπιστήμιο, ο Βασίλης Κάλφας στη συγκεκριμένη περίπτωση, θα υπογραμμίσει ότι «η αρχαιότητα λειτούργησε σαν θηλιά στον λαιμό των Νεοελλήνων». Ούτε ότι μια φρεσκοδιορισμένη φιλόλογος, η Παυλίνα Μάρβιν, θα σχολιάσει ότι «το κράτος στέκεται προγραμματικά απέναντι στις διεκδικήσεις των νέων».

Στην εισαγωγή γράφετε ότι προχωρούσατε «ως αναγνώστρια και όχι ως δημοσιογράφος». Τι αλλάζει αυτό στην πράξη;

Οι δημοσιογράφοι, αναζητάμε την «είδηση», την αλήθεια. Ως αναγνωστικό κοινό αναζητάμε τον προβληματισμό, την ευαισθητοποίηση, την αφύπνιση, τις αποχρώσεις της αλήθειας, την κατανόηση των κεντρομόλων και των φυγόκεντρων δυνάμεων του καιρού μας, της χώρας μας, της κοινωνίας μας, της καθημερινότητάς μας.

Σας ενδιέφερε περισσότερο να συμφωνείτε ή ν’ ακούτε κάτι που σας πήγαινε κόντρα;

Δεν μ’ ενδιέφερε μια προσέγγιση που να συμφωνεί «και με τον αστυφύλαξ και με τον χωροφύλαξ». Δεν ήθελα να γράψω ένα βιβλίο που να προβάλλει τον μέσο όρο, αλλά ήθελα ν’ αποφύγω και το καταγγελτικό μένος. Μ’ ενδιέφερε ν’ ακούσω επιχειρήματα ειπωμένα με σοβαρότητα, που να είναι ισχυρά, που να φωτίζουν και να εξηγούν γεγονότα ή καταστάσεις και να επιτρέπουν στους αναγνώστες και στις αναγνώστριες να διαμορφώσουν μια πιο σύνθετη προσωπική άποψη. Διότι μόνο παρουσιάζοντας την πολυπλοκότητα καταργείται η προσέγγιση «άσπρο - μαύρο». Και έτσι το εμπέδωσα για ακόμη μια φορά ότι δεν υπάρχει ένα κοινό, υπάρχουν πολλά κοινά (κι ας μη συμφωνούν οι φιλόλογοι με αυτόν τον πληθυντικό). Επίσης, υπάρχουν τροχιές που συμπληρώνουν η μια την άλλη. Η περιπέτεια λοιπόν συνεχίζεται μέσα από σχέσεις που είναι δυναμικές, και όχι στατικές.

Υπήρξε κάποια συνομιλία ή κάποιο θέμα που σας ανάγκασε να αναθεωρήσετε τη δική σας θέση;

Υπήρξαν πάρα πολλές συνομιλίες που μού άνοιξαν τα μάτια, νομίζω όλες με τον τρόπο τους. Και γι’ αυτό, ενώ είχα προγραμματίσει να συγκεντρώσω 25-30 «φωνές», έφτασα στις 61 (και θα ήμουν έτοιμη να προχωρήσω σε περισσότερες) ώστε για καθεμία θεματική να υπάρχουν διαφορετικές γωνίες προσέγγισης και ποικιλία απόψεων. Μάθαινα, μάθαινα, μάθαινα και ανακάλυπτα σε πλήθος θέματα πτυχές που φωτίστηκαν επειδή αναπτύχθηκε μια σχέση εμπιστοσύνης με τις συνομιλήτριες και τους συνομιλητές μου, πτυχές με «θερμοκρασία» εννοώ, που δύσκολα θα την βρούμε σ’ ένα δοκιμιακό κείμενο. Για να δώσω ένα παράδειγμα σ’ αυτό που με ρωτάτε, νομίζω ότι ολόκληρο το κεφάλαιο «Οι "Άλλοι" και Εμείς. Τα μεγάλα ταμπού στην Ελλάδα είναι τα εθνικά» δίνει την απάντηση μέσα από εννέα συνομιλίες. Επειδή αποδεικνύει ότι, όπως τονίζει η Μαρίκα Ρόμπου-Λεβίδη, «άτυπα δεν έχει σταματήσει η ενοχοποίηση των εθνοτικά "Άλλων"», και ότι, όπως σημειώνει ο Παντελής Μπουκάλας, εξακολουθούμε να «θεωρούμε ανθελληνική κάθε κριτική του μεγαλείου μας, ακόμα και την πιο ήπια».

Στο βιβλίο μιλάτε για 61 «φωνές» που απευθύνονται και στη νέα γενιά. Πώς βλέπετε σήμερα τους νέους; Έχουν χώρο ν’ αναπνεύσουν στην Ελλάδα και να πραγματοποιήσουν τα όνειρά τους;

Όχι, όχι, όχι. Δεν έχουν χώρο ούτε να αναπνεύσουν, ούτε να διαμαρτυρηθούν, ούτε να ζήσουν. Αρκεί να σκεφτούμε τη φτωχοποιημένη μεσαία τάξη, να σκεφτούμε που έχουν σκαρφαλώσει τα ενοίκια για ένα φοιτητικό δωμάτιο, να σκεφτούμε την απροκάλυπτη και ασύστολη βία που υφίσταται η νεολαία από τα όργανα της «Τάξης», να σκεφτούμε ότι η νεολαία ακόμα και όταν διαδήλωνε ζητώντας αναβάθμιση της καλλιτεχνικής εκπαίδευσης, αντιμετωπίστηκε σαν ταραχοποιό στοιχείο. Η νέα γενιά δεν είναι ομοιογενής, είναι πολυσυλλεκτική και συζητά λιγότερο για την επανάσταση απ’ ό,τι θα χρειαζόταν. Αυτό εξηγεί αναλυτικά στην «πολαρόιντ» της, η Παυλίνα Μάρβιν. Αλλά για τη νεολαία συζητά και η πεζογράφος Βασιλική Πέτσα, τραγουδάει και ο ράπερ Λεωνίδας Οικονομάκης, προβληματίζεται ο συγγραφέας Γιάννης Παλαβός φωτίζοντας τη ζωή της στην επαρχία… Αυτή τη νεολαία είχα στο μυαλό μου μαστορεύοντας ετούτο το βιβλίο. Ένα βιβλίο που κατά τη γνώμη μου μπορεί να βοηθήσει τη νεολαία να αποκρυπτογραφήσει ετούτη τη χώρα και να μάθει πράγματα που σπανιότατα (ή ποτέ) δεν θα τα ακούσει στο σχολείο. Θεωρώ σημαντικό το ότι στις «Πολαρόιντ» δεν ακούγεται μόνο η φωνή των έμπειρων παλαιότερων αλλά και η φωνή της νεότερης γενιάς που διεκδικεί περισσότερα αλλά και διαφορετικά δικαιώματα και ελευθερίες. Θα ήθελα μάλιστα να γράψω μια ακόμη σειρά «πολαρόιντ» εστιασμένη αποκλειστικά στη νέα γενιά.

Γιατί θεωρείτε τόσο σοβαρό το κενό στη διδασκαλία της σύγχρονης Ιστορίας; Τι κόστος έχει αυτό για τον τρόπο που καταλαβαίνουμε τον εαυτό μας ως κοινωνία;

Είναι ένα ζήτημα που το θίγουν ευθέως από διαφορετικές γωνίες δυο καθηγητές, ο ιστορικός Πολυμέρης Βόγλης και ο κοινωνιολόγος της γνώσης Γεράσιμος Κουζέλης, που, αυτός ειδικά, χρημάτισε και Πρόεδρος του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής και λέει ξεκάθαρα στη δική του «πολαρόιντ» ότι: «Η Ιστορία ήταν και παραμένει το αντικείμενο μέσω του οποίου καλλιεργείται η εθνική διάσταση της ταυτότητάς μας. Είναι ένα αντικείμενο το οποίο δύσκολα μπορεί να αποσυνδεθεί από τις πολιτικές διαμάχες και τις ιδεολογικές συνέπειές τους. Οπότε …δεν διδάσκεται ή διδάσκεται επιφανειακά, σχηματικά, περιληπτικά». Αν όμως δεν γνωρίζουμε την πρόσφατη ιστορία μας, δεν μπορούμε να κρίνουμε αυτά που συμβαίνουν στη χώρα μας, ούτε τι διακυβεύεται στον διάλογο της Ελλάδας με άλλες χώρες της Ευρώπης. Ας σκεφτούμε λ.χ. γιατί είναι σημαντικό η μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης να έχει πρόσβαση και να πάρει απολυτήριο από το ελληνικό σχολείο; Πώς να καταλάβουμε τη σημασία της Συμφωνίας των Πρεσπών εάν δεν έχουμε διδαχτεί τίποτα για τις «Μακεδονίες των άλλων»; Στη δική του «πολαρόιντ» ο Βόγλης επιμένει ότι «είναι κρίσιμο πλέον να εστιάσουμε στην ιστορία του παρόντος». Έχουν σημασία, λέει, «οι σταδιακές μετατοπίσεις ιδεών, νοοτροπιών και πρακτικών στην κοινωνία, για να αντιληφθούμε μέσα από ποιες διαδικασίες άλλαξε η ελληνική κοινωνία από το ’74 και μετά».

Είστε από τους ανθρώπους που έχετε στηρίξει με την ψήφο σας τον Αλέξη Τσίπρα. Τι είναι αυτό που δεν του συγχωρείτε σήμερα σε πολιτικό επίπεδο;

Με την ψήφο μου στήριξα τον ΣΥΡΙΖΑ, όχι το πρόσωπο του Αλέξη Τσίπρα. Στον Τσίπρα αναγνωρίζω οπωσδήποτε ως σπουδαίο πολιτικό βήμα τη Συμφωνία των Πρεσπών, αλλά διαφωνώ με τον πολιτικό δρόμο που έχει πάρει. Και επιπλέον τον μέμφομαι για την τσιγγουνιά με την οποία αντιμετωπίζει στο βιβλίο του τόσο το συλλογικό έργο που έγινε το 2015 - 2019, όσο και τους άλλοτε στενούς συνεργάτες του. Εγώ ακολούθησα τον «Δημοκρατικό Αγώνα» και συντάχτηκα από το 2012 με τον χώρο της Ανανεωτικής Αριστεράς. Στήριξα έναν κόσμο, όχι ένα πρόσωπο: εκείνη την τσακισμένη κοινωνία με τις οξυμμένες οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες που από το ‘90 συχνά διασταυρωνόταν με μετανάστες ή πρόσφυγες και την αποκρυπτογραφούσαν ήδη ιστορικοί, πολιτικοί επιστήμονες, κοινωνιολόγοι, ψυχίατροι, εγκληματολόγοι, αρχιτέκτονες, καλλιτέχνες, λογοτέχνες κ. ά. Aρκετοί/ές από τους οποίους/ες συμμετέχουν σε αυτό το βιβλίο κι ας μην συμφωνούν πάντα μεταξύ τους.

Θα δίνατε μία δεύτερη ευκαιρία στον Αλέξη Τσίπρα;

Προσωπικά εμπιστεύομαι μια πρόταση πιο αριστερή στην πράξη και στην ιδεολογία. Kάτι που είναι κατά τη γνώμη μου αυτό που χρειάζεται η κοινωνία σήμερα.

Πιστεύετε ότι υπάρχει σωτηρία για την Αριστερά σήμερα; Και αν ναι, υπό ποιες προϋποθέσεις;

Διαφωνώ με τη λέξη «σωτηρία». Θεωρώ πως υπάρχει «ανάγκη» και «θέση» για την Αριστερά. Μια θέση στο κοινωνικό, στο πολιτικό αλλά και στο ηθικό πεδίο, επειδή η Αριστερά είναι εκείνη που προγραμματικά προσπαθεί να υπερασπίζεται τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των πολιτών, τη δικαιοσύνη, την υγεία, την παιδεία που τόσο πολύ έχουν κακοπάθει από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Ούτε το Κέντρο (που ένα τμήμα του έγινε περήφανα «ακραίο» την τελευταία δεκαετία) ούτε η Δεξιά (που αν υπήρξε ποτέ «πεφωτισμένη», σήμερα έχει σκοτεινιάσει επικίνδυνα) είχαν ποτέ τέτοιες προτεραιότητες. Δεν μιλώ στο όνομα κανενός κόμματος ούτε είχα ποτέ κομματική ιδιότητα, μιλώ σαν κάτοικος αυτής της χώρας. Ειδικά σήμερα που η ακροδεξιά καλπάζει στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ και σε κάποιες χώρες της Λατινικής Αμερικής, η Αριστερά, επειδή ακριβώς έχει διαφορετικές προτεραιότητες, πιστεύω πως είναι ανάγκη να έχει κεντρικό ρόλο στην πολιτική σκηνή.

Είχατε την ευκαιρία να βρεθείτε δίπλα στη Μυρσίνη Ζορμπά. Τι κρατάτε από τη συνεργασία σας; και πώς βιώσατε τον θάνατό της;

Γνωρίστηκα με τη Ζορμπά μετά από την πρώτη πενταετία μου στα ΝΕΑ, τότε που έκανα «ρεπορτάζ υπουργείου Πολιτισμού» και διάφορες έρευνες, π.χ. για τη δραστηριότητα των ξένων Αρχαιολογικών Σχολών στην Ελλάδα, ή π.χ. για τα παράθυρα του νέου Νόμου για την Πνευματική Ιδιοκτησία… Ήταν τότε συνεκδότρια με τον Τίτο Μυλωνόπουλο του «Οδυσσέα», και οι επιλογές τους έλαμπαν καθώς μετάγγιζαν στην ελληνική αγορά πλήθος τίτλους από την πιο παρεμβατική και σπουδαία ξένη λογοτεχνία. Άρχισα να παρουσιάζω κάποια από αυτά ή άλλα βιβλία, όχι ως κριτικός, που ποτέ δεν υπήρξα, αλλά κάνοντας ένα είδος ρεπορτάζ ιδεών με πολιτική εντέλει σημασία, μέσα από το οποίο νέες ιδέες και διεθνείς ανησυχίες συζητιούνταν στον τύπο και στην ελληνική κοινωνία.
Με τη δική της προτροπή, κι εγώ και η Ελισσάβετ Κοτζιά και άλλοι, συμμετείχαμε επίσης σε έρευνες για τους Έλληνες συγγραφείς και για τα επαγγέλματα του βιβλίου, έρευνες οι οποίες αξιοποιήθηκαν στην οργάνωση του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου που ίδρυσε ως υπουργός ο Θάνος Μικρούτσικος. Πρώτη του διευθύντρια η Ζορμπά, η οποία το απογείωσε. Κάποια στιγμή ανέλαβα και άλλες ευθύνες στα ΝΕΑ, οπότε απομακρυνθήκαμε… μέχρι που ξανασυναντηθήκαμε στο υπουργείο Πολιτισμού το 2018, όταν με κάλεσε ως υπουργός. Τι κρατάω από τη συνεργασία μας; Το αστραφτερό μυαλό και την αυστηρότητά της, τη βαθύτατα δημοκρατική συνείδησή της, την οξυδέρκεια και το όραμά της για την «Πολιτισμική Δημοκρατία», το ότι απογείωσε τον θεσμό του Κέντρου Βιβλίου και κανένας δεν κατάφερε να της παραβγεί, το ότι διαμόρφωσε μαθήτριες και μαθητές, και το ότι φρόντισε ώστε το πλούσιο αρχείο της να μπορεί να μελετηθεί στο πανεπιστήμιο Sapienza της Ρώμης. Το κενό που έχει αφήσει στη μάχη των ιδεών για το ποιόν σύγχρονο πολιτισμό θέλουμε και αξίζουμε, είναι δυσαναπλήρωτο.

Διαβάζοντας το βιβλίο σας, αλλά και παλαιότερες προσωπικές συνεντεύξεις σας που είχατε πάρει, αποκομίζει κανείς την εικόνα μιας γυναίκας ιδιαίτερα συνεπούς, απαιτητικής με τον εαυτό της, ίσως και τελειομανούς. Ισχύει αυτή η εικόνα; Και αν ναι, πόσο βάρος ή άγχος κουβαλά αυτό στην καθημερινότητά σας;

Νομίζω ότι έτσι διαμορφώθηκε ολόκληρη η δημοσιογραφική γενιά μου, αυτό απαιτούσε ο κραταιός τότε έντυπος και περιοδικός τύπος, και για έναν ακόμα λόγο, επειδή ο ανταγωνισμός ήταν αμείλικτος. Το άγχος διαρκές. Αυτό περίμεναν από εμάς οι διευθυντές και οι διευθύντριές μας. Παράλληλα και οι προσωπικότητες στις οποίες απευθυνόμασταν, ξεχώριζαν. Είτε είχαν μια κυβερνητική θέση είτε ήταν σημαντικές στον χώρο των γραμμάτων, των τεχνών, της κοινωνικής ή της πολιτικής σκηνής, έπρεπε να σου έχουν εμπιστοσύνη, έπρεπε να έχουν τσεκάρει ότι δεν παραποιείς τα λόγια τους, ότι καταλαβαίνεις τι εννοούν, ότι σέβεσαι το «off the record» όταν σου το ζητούν. Ήμουν 32 χρονών όταν πήρα συνέντευξη από τον Ελύτη, μιλούσα εκτενώς με τον Φραγκιά, με τον Κουμανταρέα, με τον Βασιλικό, με τη Διδώ Σωτηρίου με τη Μάρω Δούκα, τον Νόλλα, τη Ρέα Γαλανάκη, τη Ζυράννα Ζατέλη, αργότερα με τον Γονατά και πολλούς ιστορικούς, επειδή είχα κερδίσει την εμπιστοσύνη τους.

Αντίθετα σήμερα, όλοι και όλες μπορούν να προβληθούν και να αυτοπροβληθούν με δεκάδες τρόπους, μπορούν να παραπλανήσουν το κοινό με άλλους τόσους τρόπους, και η αρνητική κριτική που ενδεχομένως θα τους γίνει, μπορεί να «πνιγεί» με τεράστια ευκολία. Δεν είχε περιθώριο λοιπόν η γενιά μου να χαλαρώσει. Τρέχαμε, και μάλιστα πολύ περισσότερο όταν είχαμε διευθυντάδες που ήταν …εφημεριδάνθρωποι, και όχι επιχειρηματίες σε άλλους τομείς με άλλους κώδικες. Τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν μετά το 1989 που ξεκίνησε η ιδιωτική τηλεόραση στην Ελλάδα, και αντί για τα έντυπα άρχισε να κυριαρχεί η εικόνα οπότε απλώθηκε και ο ανταγωνισμός. Σήμερα πια, ένα λάθος, μια «πατάτα» που λέμε, θα σβηστεί αμέσως από το σάιτ, και θα χαθεί στην πλημμύρα των πληροφοριών. Παλαιότερα θα σε κυνηγούσε για καιρό.

Έμαθα λοιπόν τη δουλειά κι εγώ και όλοι/ες της γενιάς μου, όπως και οι παλιότεροι/ες, σε ένα κλίμα άκαμπτων απαιτήσεων. Δεν ήμουν τελειομανής. Έγινα τελειομανής. Ίσως είμαστε οι τελευταίοι/ες, αφού οι τεχνολογικές εξελίξεις τα άλλαξαν όλα, και το διαδίκτυο έφερε όλον τον κόσμο στο πιάτο μας. Αλλά τώρα, όπως έλεγε ο Ουμπέρτο Έκο το 2011, «το στοίχημα είναι επίσης δύσκολο, ίσως δυσκολότερο: ένας, μια, δημοσιογράφος πρέπει να μπορεί να ξεσκαρτάρει γρήγορα και σε κάθε βήμα, τα διαμάντια από τα σκουπίδια του διαδικτύου».

Είχαμε συναντήσει τον Έκο με τον Ανταίο Χρυσοστομίδη για την τηλεοπτική σειρά «Οι κεραίες της εποχής μας» της ΕΡΤ, με τις συναντήσεις μας με τους κορυφαίους συγγραφείς της διεθνούς λογοτεχνικής σκηνής στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Συνολικά 76 ντοκιμαντέρ που γυρίστηκαν την περίοδο 2006-2013. Ήταν κι αυτή μια εμπειρία που με διαμόρφωσε καθοριστικά και επηρέασε έμμεσα τις «Πολαρόιντ». Επειδή και στις δύο περιπτώσεις πρυτάνευε το κλίμα της ουσιαστικής, ανεπιτήδευτης, ειλικρινούς και αποκαλυπτικής συζήτησης, και της ειλικρίνειας.

Όταν αποχωρήσατε από «ΤΑ ΝΕΑ», τι ήταν αυτό που σας πλήγωσε περισσότερο; Το ότι δεν αναγνωρίστηκε η διαδρομή και η προσφορά σας; Το ότι νιώσατε πως σας «έφυγαν», όπως έχετε πει, χωρίς να ερωτηθείτε; Ή είχατε αγωνία για την επόμενη μέρα;

Αλίμονο! Η διαδρομή και η προσφορά μου είχαν αναγνωριστεί από τις αρχές του ’90 και με το παραπάνω από διευθυντές και αρχισυντάκτες της εφημερίδας όσο και από το κοινό και από την οικογένεια των περί τα πολιτιστικά πράγματα. Όμως στην κρίση, με ισχυρό πρόσωπο πλέον τον Σταύρο Ψυχάρη, άλλαξε η ισορροπία δυνάμεων όπως άλλαξε και το πολιτικό πρόσημο αλλά και το κλίμα της εφημερίδας «ΤΑ ΝΕΑ». Μια κατάσταση δυσάρεστη που έσπρωξε και εμένα όπως και αρκετούς άλλους συναδέλφους, έξω από «ΤΑ ΝΕΑ».

Παρόλα αυτά, και με όλα αυτά, ποτέ δεν μετάνιωσα για τα 30 χρόνια που εργάστηκα στα ΝΕΑ, εννοώ «ΤΑ ΝΕΑ» με διευθυντές τον Λέοντα Καραπαναγιώτη και έπειτα τον Παντελή Καψή. Δεν ρίζωσε η σκιά στην ανάμνησή μου από αυτή τη θητεία. Αντίθετα, χάρη σ’ αυτή την θητεία γνώρισα (και με γνώρισαν), και κέρδισα την εμπιστοσύνη πολλών ανθρώπων που έλαμπαν με τη δουλειά τους και τη σκέψη τους, χαρακτηριστικοί ο Ηλίας Νικολακόπουλος, η Μάρω Δούκα, ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος. Στα «ΝΕΑ» διαπαιδαγωγήθηκα σ’ ένα κλίμα ανήσυχου προβληματισμού, παρακολούθησα δύσκολες αντιπαραθέσεις στον χώρο του πολέμου των ιδεών, γνώρισα την πολιτική του πολιτισμού σε βάθος, ακόνισα τα εκφραστικά μου μέσα όσο και τα κριτήριά μου. Επιμορφώθηκα μετά από τη Νομική και τα μεταπτυχιακά στη Δημοσιογραφία. Θα έλεγα μάλιστα, ότι σαν να προετοιμάστηκαν σε εκείνο το εργαστήριο οι βασικοί άξονες του σημερινού πρώτου βιβλίου μου με τις «61 Πολαρόιντ για την ελληνική περιπέτεια».

Τι σας κράτησε όρθια εκείνη την εποχή;

Έφυγα από την εφημερίδα με μια μικρή αποζημίωση. Αλλά δεν μπορούσα να φανταστώ πόσο δύσκολο ήταν πια, κι ας ήμουν καταξιωμένη δημοσιογράφος, το να βρω δουλειά. Στην αρχή είχα κεκτημένη ταχύτητα και οργάνωσα μια σειρά εκδηλώσεων που πραγματοποιήθηκαν στο Public της πλατείας Συντάγματος. Έπειτα έκανα δύο κύκλους με σεμινάρια δημοσιογραφίας στις εκδόσεις «Μεταίχμιο». Ώσπου κάποιος που δεν θέλει να πω το όνομά του, προσέγγισε την «Εφημερίδα των Συντακτών», που τότε ξεκινούσε μια ανοδική πορεία ως συνεταιριστικό εγχείρημα, μετά από το κλείσιμο της «Ελευθεροτυπίας». Η «ΕφΣυν» μού άνοιξε ορθάνοιχτα την πόρτα, μου πρόσφερε μάλιστα μια τακτική εβδομαδιαία σελίδα στο γνωστό μου πεδίο των βιβλίων και των συγγραφέων από την Ελλάδα και όλο τον κόσμο. Οι «συνεταιριστές» ήταν «ονόματα» στον χώρο των ΜΜΕ που είχαν μείνει απλήρωτοι, και μόνο στα τέλη του 2025 κατάφεραν να πάρουν κάποιες αποζημιώσεις. Εγώ τουλάχιστον είχα μια σύνταξη. Έτσι, ξαναγεννήθηκα στην «ΕφΣυν», και παράλληλα εργάστηκα για σύντομες περιόδους σε κάποιες ενδιαφέρουσες θέσεις, σχετικά με τη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Θεσσαλονίκης αλλά και στο υπουργείο Πολιτισμού κοντά στη Λυδία Κονιόρδου και στη Μυρσίνη Ζορμπά. Ώσπου κι αυτός ο κύκλος έκλεισε.

Ήδη το 2020, είχε πια ξεκινήσει η δική μου περιπέτεια για εκείνο που βάφτισα τότε «Λοξή πατριδογνωσία». Ήταν η αρχή για ένα βιβλίο που το σκέφθηκα να απευθύνεται πρώτα στη νεολαία, και ν’ αποτελείται όχι από συνεντεύξεις αλλά από συνομιλίες μου με πρόσωπα από διαφορετικούς χώρους που θα σχολίαζαν τα σκοτάδια και το φως στην Ελλάδα του σήμερα, του χτες και του αύριο. Έτσι γεννήθηκε το βιβλίο που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2025 από τις εκδόσεις «Πόλις» του Νίκου Γκιώνη, με τίτλο «61 Πολαρόϊντ για την ελληνική περιπέτεια».

Ποια είναι η μεγαλύτερη αλλαγή που βλέπετε στη δημοσιογραφία σε σχέση με όταν ξεκινήσατε; Τι χάθηκε οριστικά και τι, κατά τη γνώμη σας, δεν πρέπει να χαθεί;

Οι ανήσυχοι/ες δημοσιογράφοι, που προβληματίζονται με την εκάστοτε κατάσταση των πραγμάτων, και διερευνούν σε βάθος τις πληγές του σύγχρονου κόσμου και της καθημερινότητας στις σύγχρονες κοινωνίες, εξακολουθούν να υπάρχουν. Και εξακολουθούν να τιμούν το επάγγελμα αυτό, με πείσμα και αυτοθυσία. Όσα drones και να τους κυνηγήσουν, όσο και να εξαπλωθεί η χρήση της τεχνητής νοημοσύνης.

Πώς βλέπετε σήμερα τη σχέση δημοσιογράφων και εξουσίας; Νιώθετε ότι ο δημοσιογράφος πιέζεται περισσότερο να «παίρνει θέση»;

Αυτό που βλέπω και με ανησυχεί είναι ότι τα ΜΜΕ δεν ασκούν πια έλεγχο σε βάθος στη Νομοθετική, την Εκτελεστική και τη Δικαστική εξουσία, ενώ το έκαναν μέχρι τα τέλη του 20ού αιώνα, και ήταν χρέος τους προτού οι δημοκρατίες να καταντήσουν «μεταδημοκρατίες» και στον δυτικό κόσμο. Σ’ αυτό το τοπίο, πράγματι ταιριάζουν οι δημοσιογράφοι-φερέφωνα, και κανείς πια δεν εκπλήσσεται.

Αν ξεκινούσατε τώρα τη δημοσιογραφία, θα ακολουθούσατε την ίδια διαδρομή;

Πολύ θα το ήθελα, αλλά αμφιβάλλω εάν θα ήταν εφικτό. Πέρα απ’ όλα τα άλλα επειδή οι ιδιοκτήτες των ΜΜΕ είναι πια σχεδόν στο σύνολό τους επιχειρηματίες, και δεν ξέρω αν θα είχα την ελευθερία των επιλογών σε θέματα και πρόσωπα ή την ελευθερία του λόγου, που κατά τη γνώμη μου είναι εγγύηση για το αξιόπιστο αποτέλεσμα.

Πώς θα θέλατε να αισθανθεί ο αναγνώστης όταν τελειώσει τις «61 Πολαρόιντ για την ελληνική περιπέτεια»;

Θα ήθελα το κοινό να αισθανθεί ότι έμαθε πράγματα που το ενδιαφέρουν, θα ήθελα να ευαισθητοποιηθεί σε πολλά ζητήματα που δεν τα γνώριζε και τα βρήκε κρίσιμα, και θα ήθελα με ετούτη την αφορμή να σκαλίσει την ελληνική πραγματικότητα απαλλαγμένο από την τυραννία των στερεοτύπων.

Πόλιςδημοσιογράφοςσυγγραφέας