Από την παιδική μοναξιά στο βραβείο Booker - H πορεία του John Banville προς την κορυφή
Άγγελος ΓεραιουδάκηςΑν η λογοτεχνία αποτελεί ύψιστη μορφή τέχνης, τότε ο Τζον Μπάνβιλ (John Banville) στέκει στην κορυφή της, ως αλχημιστής των λέξεων, ως δημιουργός που μετατρέπει τη γλώσσα σε πολύτιμο υλικό, σε ύλη που λάμπει, πάλλεται, αναπνέει. Κάθε σελίδα του φέρει τη σφραγίδα ενός συγγραφέα που αφιέρωσε τη ζωή του, στην αναζήτηση της τελειότητας της φράσης, στην ακρίβεια της έκφρασης, στην ευγένεια της σκέψης. Η γραφή του κυλά με ρυθμό που θυμίζει μουσική σύνθεση, με παύσεις και εξάρσεις, με εικόνες που στήνονται σαν πίνακες ζωγραφικής μπροστά στα μάτια του αναγνώστη.
Όσοι αγαπούν τη στυλιστική τόλμη και τη μεγάλη ευρωπαϊκή παράδοση της πρόζας αναγνωρίζουν στο έργο του μια συνέχεια της υψηλής αισθητικής. Όσοι ακόμη αναζητούν μια τέτοια συνάντηση, βρίσκονται μπροστά σ' έναν δημιουργό που ανοίγει νέους ορίζοντες. Το έργο του λειτουργεί σαν πρόσκληση σ' έναν κόσμο, όπου η λεπτομέρεια αποκτά βαρύτητα και η πρόταση διαμορφώνεται με φροντίδα χρυσοχόου.
Όταν κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα «Μοναδικότητες» (εκδ. Καστανιώτη, μτφ Τόνια Κοβαλένκο), δημιούργησε έντονη συζήτηση γύρω από το ενδεχόμενο να αποτελέσει το κύκνειο άσμα του μεγάλου Ιρλανδού. Ο ίδιος άφησε υπαινιγμούς που τροφοδότησαν αυτή τη σκέψη. Η επιλογή παλαιών ηρώων ως πρωταγωνιστών δημιούργησε την αίσθηση ενός κύκλου που κλείνει με τελετουργική χάρη. Στη διαδρομή του ξεχωρίζει η «Θάλασσα» (εκδ. Καστανιώτη, μτφ Τόνια Κοβαλένκο), έργο που του χάρισε το Booker Prize σε μια από τις πιο ιδιαίτερες αναμετρήσεις στην ιστορία του θεσμού, με συνυποψήφιους τον Τζούλιαν Μπάρνς, τον Καζούο Ισιγκούρο, τον Σεμπάστιαν Μπάρι, την Άλι Σμιθ και τη Ζάντι Σμιθ. Εκείνη η βραδιά καταγράφηκε ως μεγάλη στιγμή για τα σύγχρονα γράμματα. Η «Θάλασσα» αποτελεί ένα από τα κορυφαία επιτεύγματα της αγγλόφωνης πεζογραφίας των αρχών του 21ου αιώνα, έργο που διαπλέκει μνήμη, απώλεια, αισθητική οξυδέρκεια και βαθιά ανθρωπογνωσία.
Παράλληλα, με το ψευδώνυμο Benjamin Black, ο Μπάνβιλ καταπιάστηκε με αστυνομικές ιστορίες, αποδεικνύοντας ότι η δεξιοτεχνία του εκτείνεται και σε διαφορετικά λογοτεχνικά πεδία. Η επιλογή αυτή φανερώνει διάθεση πειραματισμού, παιχνίδι με τα είδη, αναμέτρηση με την πλοκή και τον ρυθμό. Το 2019, ένα τηλεφώνημα από τη Σουηδία τον ενημέρωσε για μια υποτιθέμενη βράβευση με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Η φάρσα καταγράφηκε ως μία από τις πιο παράδοξες στιγμές της λογοτεχνικής επικαιρότητας. Σε ένα παράλληλο σύμπαν, το όνομά του θα είχε ήδη χαραχθεί στον κατάλογο των Νομπελιστών, ως φυσική κατάληξη μιας διαδρομής που τιμά τη γλώσσα και την τέχνη της πρόζας.
Ο Τζον Μπάνβιλ γράφει πατώντας γερά πάνω στη γλωσσική κληρονομιά της Ιρλανδίας, μια μορφή αγγλικών (Hiberno-English) που έσβησε τον 19ο αιώνα και φέρει μέσα της, την αποθέωση της αμφισημίας, τον υπαινιγμό, την ποιητική στροφή. Καλλιεργεί αυτή τη γλωσσική μήτρα με επιμονή, με πίστη στην αξία της απόχρωσης. Για εκείνον, η φράση αποτελεί ζωντανό οργανισμό, πεδίο όπου το νόημα διαφεύγει από την ευθύγραμμη διατύπωση και αποκτά βάθος.
Ένα αρχιτεκτόνημα πολλαπλών κόσμων
Στο εικοστό του μυθιστόρημα, τις «Μοναδικότητες», ο Μπάνβιλ επιστρέφει στον ίδιο του τον λογοτεχνικό γαλαξία και συγκεντρώνει πρόσωπα, μύθους και ιδέες από παλαιότερα έργα του, στήνοντας ένα περίτεχνο σύμπαν όπου ο χρόνος λυγίζει και η ταυτότητα αποκτά ρευστή μορφή.
Κεντρική μορφή αναδύεται ο Φρέντι Μοντγκόμερι, γνώριμος από το «Βιβλίο της Αλήθειας» και τους «Άπειρους κόσμους». Έπειτα από είκοσι πέντε χρόνια εγκλεισμού, εμφανίζεται ξανά στον κόσμο με νέο όνομα, Φίλιξ Μόρντοντ, σαν να επιχειρεί μια νέα αρχή. Η άφιξή του, στην Οικία Άρντεν, παλαιό ιρλανδικό εξοχικό που παραπέμπει στο Κουλγκρέιντζ, ανοίγει την αυλαία ενός δράματος γεμάτου υπόγειες εντάσεις. Εκεί τον περιμένει η σκιά του μαθηματικού Αδάμ Γκόντλι, δημιουργού μιας θεωρίας που ανατρέπει τη φύση της πραγματικότητας, καθώς και η οικογένειά του: η χήρα Ούρσουλα, ο γιος Αδάμ και η Έλεν, πρώην ηθοποιός με εύθραυστη λάμψη.
Στον ίδιο χώρο εισέρχεται και ο Γουίλιαμ Τζέιμπι, ερευνητής του Πανεπιστημίου της Αρκαδίας, επιφορτισμένος με τη συγγραφή της επίσημης βιογραφίας του Γκόντλι. Η αποστολή του φαντάζει απλή, ωστόσο σύντομα μετατρέπεται σε λαβύρινθο, καθώς τα αρχεία, οι μνήμες και οι μαρτυρίες μοιάζουν να ανήκουν σε παράλληλες εκδοχές της ίδιας ιστορίας. Η αρχική του συνάντηση με τον νεότερο Γκόντλι σ' ένα μπαρ του Νέου Άμστερνταμ, μιας εναλλακτικής Νέας Υόρκης, ενισχύει την αίσθηση πως το μυθιστόρημα κινείται σε πολλαπλά επίπεδα.
Η θεωρία Μπράχμα του πρεσβύτερου Γκόντλι, που προτείνει άπειρα σύμπαντα και αμφισβητεί το συνεχές του χωροχρόνου, λειτουργεί ως φιλοσοφικό υπόστρωμα. Το «εν τω μεταξύ» μοιάζει να καταργείται, τα γεγονότα συμβαίνουν ταυτόχρονα, οι ζωές διασταυρώνονται σαν να υπακούουν σε άγνωστη γεωμετρία. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι σχέσεις ανάμεσα στους ήρωες αποκτούν ένα είδος ηλεκτρισμού. Η Έλεν έλκεται από τον μυστηριώδη Μόρντοντ, ο Τζέιμπι παγιδεύεται ανάμεσα στον θαυμασμό και στην αμφιβολία, ενώ η αριστοκρατική Άννα Μπέρενς, παλαιά γνώριμη, επανεμφανίζεται μ' ένα παράτολμο αίτημα.
Ιδιαίτερη γοητεία προσδίδει η παρουσία του θεού Ερμή ως παντογνώστη αφηγητή. Παιγνιώδης και ειρωνικός, κινείται αθέατος ανάμεσα στους ήρωες, σχολιάζει, συνδέει, παρατηρεί, ώσπου και ο ίδιος δηλώνει κόπωση, υπενθυμίζοντας πως ακόμη και οι θεοί αγγίζουν τα όριά τους. Η πρόζα του Μπάνβιλ ξεδιπλώνεται με ελικοειδείς προτάσεις, με περιγραφές που αποτυπώνουν ακόμη και μια καρέκλα ως αντικείμενο αισθητικής λατρείας. Οι αναφορές σε Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ, Σάμιουελ Μπέκετ και τον Ουίλιαμ Σαίξπηρ εμπλουτίζουν το κείμενο με διακειμενική λάμψη.
Οι «Μοναδικότητες» αποτελούν γιορτή γλώσσας και ιδεών. Στέκουν ως αυτόνομο έργο, ανοιχτό σε νέους αναγνώστες, και ταυτόχρονα ως πολύχρωμη πινακοθήκη για όσους γνωρίζουν το σύμπαν του δημιουργού. Μέσα από συμπτώσεις, πάθη, επιστημονικά αινίγματα και υπαρξιακά ερωτήματα, ο Μπάνβιλ προσφέρει ένα μυθιστόρημα που πάλλεται από πνευματώδη ενέργεια και βαθιά στοχαστική τόλμη, επιβεβαιώνοντας τη θέση του ανάμεσα στους μεγάλους στιλίστες της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας.
Η απώλεια της αθωότητας
«Η Θάλασσα» αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα έργα του Ιρλανδού συγγραφέα. Κεντρικός ήρωας είναι ο Μαξ Μόρντεν, ένας εξηντάχρονος ιστορικός τέχνης που επιστρέφει στο παραθαλάσσιο χωριό των παιδικών του χρόνων μετά τον θάνατο της συζύγου του, Άννας, από καρκίνο. Το σπίτι των «Κέδρων» λειτουργεί ως τόπος μνήμης, αναστοχασμού και εσωτερικής αναμέτρησης. Η αφήγηση κινείται συνειρμικά, χωρίς αυστηρή χρονική ακολουθία. Το παρόν εναλλάσσεται με το παρελθόν μέσα από έναν εσωτερικό μονόλογο που αποκαλύπτει σταδιακά τα τραύματα, τις επιθυμίες και τις ενοχές του αφηγητή. Η μνήμη δεν παρουσιάζεται ως σταθερή αναπαράσταση, αλλά ως ρευστή εμπειρία, όπως ακριβώς και η θάλασσα που δεσπόζει στο έργο.
Στο επίκεντρο των παιδικών αναμνήσεων βρίσκεται η εύπορη οικογένεια Γκρέις. Η αισθησιακή μητέρα Κόνι, ο απόμακρος πατέρας Κάρλο, τα δίδυμα παιδιά Χλόη και Μάιλς, και η νεαρή γκουβερνάντα Ρόουζ. Ο νεαρός Μαξ γοητεύεται αρχικά από την Κόνι, προβάλλοντας πάνω της εφηβικές φαντασιώσεις και ταξικές φιλοδοξίες. Σταδιακά, όμως, το ενδιαφέρον του μετατοπίζεται στη Χλόη — μια φιγούρα άγρια, προκλητική, γεμάτη ενέργεια και αντιφάσεις. Το καλοκαίρι εκείνο κορυφώνεται τραγικά με τον πνιγμό της Χλόης και του Μάιλς στη θάλασσα, ένα γεγονός που χαράσσεται ανεξίτηλα στην ψυχή του αφηγητή.
Η αποκάλυψη ότι η γκουβερνάντα Ρόουζ είναι το ίδιο πρόσωπο με τη σημερινή ιδιοκτήτρια της πανσιόν, δεσποινίδα Βάβασουρ, λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, προσδίδοντας μια διάσταση «επιστροφής» και άτυπης κάθαρσης. Η Άννα αποτελεί έναν δεύτερο κομμάτι μνήμης. Η σχέση τους παρουσιάζεται ήρεμη αλλά όχι απόλυτα διαφανής. Ο Μαξ αναγνωρίζει εκ των υστέρων ότι δεν γνώριζε βαθιά τη σύζυγό του. Ίσως επειδή κανείς από τους δύο δεν επιθυμούσε πραγματικά μια πλήρη αποκάλυψη του εαυτού.
Η ανακοίνωση της θανατηφόρας ασθένειας εγκαινιάζει μια περίοδο αμηχανίας και φόβου. Ο έρωτας συνυπάρχει με τη φθορά, η τρυφερότητα με μια υπόγεια οργή για την αδικία της μοίρας. Ο θάνατος της Άννας ωθεί τον Μαξ να αναστοχαστεί τη δική του ταυτότητα και να αντιμετωπίσει το κενό που αφήνει πίσω της. Ο ήρωας αμφισβητεί την έννοια ενός «μόνιμου εαυτού». Θεωρεί ότι η προσωπικότητά του είναι προϊόν επιρροών, ταξικών συμπλεγμάτων και κοινωνικών ρόλων. Η Άννα υπήρξε ο καθρέφτης που τον εξομάλυνε. Χωρίς αυτήν, καλείται να επαναπροσδιορίσει την ύπαρξή του.
Η θάλασσα έχει διττή υπόσταση. Είναι τόπος θεραπείας αλλά και καταστροφής. Συμβολίζει τη μνήμη, τη ρευστότητα του χρόνου, τη δημιουργική και καταστροφική δύναμη της ζωής. Κάθε επιστροφή του Μαξ στη θάλασσα σηματοδοτεί μια διαφορετική φάση ύπαρξης. Παιδική ηλικία, ασθένεια της Άννας, πένθος. Ο χρόνος δεν είναι γραμμικός αλλά κυκλικός και διαβρωτικός. Η αφήγηση κινείται σαν κύμα που επανέρχεται στα ίδια σημεία, μεταβάλλοντάς τα ελαφρώς κάθε φορά. Η φθορά, η αλλαγή και η μεταμόρφωση διαπερνούν ολόκληρο το έργο. Η «Θάλασσα» είναι ένα έργο απαιτητικό, στοχαστικό και εξαιρετικά γοητευτικό. Ενα μυθιστόρημα που, μόλις ολοκληρωθεί, γεννά σχεδόν ακαταμάχητη την επιθυμία να διαβαστεί ξανά. Οχι απλώς για κατανόηση, αλλά για ένα πιο βαθύ βίωμα.
Η μοναχική ζωή στο Γουέξφορντ
Γεννημένος το 1945 στο Γουέξφορντ, περίπου εκατό χιλιόμετρα νότια του Δουβλίνου, ο Τζον Μπάνβιλ μεγάλωσε σε μια μικρή πόλη που έμοιαζε κλειστή, αυτάρκης, σχεδόν αυτάρεσκη μέσα στην απλότητά της. Η μεταγενέστερη ματιά του μετατρέπει εκείνα τα χρόνια σε ζωγραφικό πίνακα που θυμίζει έργο του Pieter Bruegel the Elder. Φιγούρες καθημερινές, σκηνές αγροτικές, χρόνος που απλώνεται αργά. Για το παιδί που υπήρξε, ο τόπος αυτός αποτέλεσε ασφαλές καταφύγιο, πεδίο εξερεύνησης της φύσης, των χωραφιών, των δέντρων, των εποχών.
Οι γονείς του ανήκαν στη μεγάλη κατηγορία των απλών ανθρώπων. Ο πατέρας εργαζόταν ως αποθηκάριος σε μεγάλο γκαράζ, με λευκό πουκάμισο και γραβάτα, αλλά και καφέ σακάκι εργασίας, σύμβολο μιας διπλής ταυτότητας: υπάλληλος και εργάτης μαζί. Η μητέρα, αφοσιωμένη στο σπίτι και βαθιά καθολική, ενσάρκωνε τον κόσμο της πίστης και της παράδοσης. Στο οικογενειακό περιβάλλον τα βιβλία απουσίαζαν, η ανάγνωση δεν αποτελούσε καθημερινή συνήθεια. Κι όμως, μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα γεννήθηκε η φλόγα της λογοτεχνίας.
Το παιδί, που περπατούσε στα χωράφια με τον σκύλο του, διάβαζε Τζoν Κητς και Ντίλαν Τόμας, βυθισμένο σ' έναν ρομαντικό κόσμο. Η μοναχικότητα ήταν τρόπος ζωής. Η φύση μετατράπηκε σε σχολείο ευαισθησίας. Η φαντασία άρχισε να υφαίνει εικόνες που αργότερα θα έβρισκαν θέση στα μυθιστορήματά του. Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η τοπική δημόσια βιβλιοθήκη. Εκεί, ανάμεσα σε ράφια γεμάτα τόμους, άνοιξε μπροστά του ένας αχανής ορίζοντας. Ο θεσμός της δημόσιας βιβλιοθήκης αναδείχθηκε για τον Μπάνβιλ σε μία από τις μεγαλύτερες επινοήσεις του ανθρώπου. Οι βιβλιοθηκάριοι στάθηκαν καθοδηγητές, προσφέροντας ακόμη και απαγορευμένα βιβλία, διευρύνοντας τα όρια της νεανικής του περιέργειας. Μέσα από εκείνα τα αναγνώσματα διαμορφώθηκε η πνευματική του ταυτότητα. Το διάβασμα αποτέλεσε διαφυγή και παρέα, προστασία και πρόκληση μαζί.
Στη σκέψη του, η εξουσία αποκτά καθολική διάσταση, είτε φέρει το πρόσημο του κομμουνισμού είτε του καπιταλισμού. Ο στοχασμός του αγγίζει φιλοσοφικά ερωτήματα γύρω από την ανθρώπινη ανάγκη για Θεό, γύρω από τον φόβο του θανάτου και του μηδενός. Ως παιδί, η ιδέα του παραδείσου τον γέμιζε αμηχανία, ενώ η κόλαση φάνταζε σχεδόν οικεία. Μεγαλώνοντας, κατέληξε σε μια γήινη θεώρηση ότι ο παράδεισος και η κόλαση συνυπάρχουν εδώ, στον κόσμο που απλώνεται μπροστά μας, στο δέντρο που υψώνεται ως θαύμα, στη ζωή που ξεδιπλώνεται κάθε μέρα. Η επιθυμία του να φύγει από το Ουέξφορντ, ν' αναζητήσει τον ευρύτερο ορίζοντα του Δουβλίνου, φανερώνει μια έμφυτη ορμή προς τον κόσμο.
Η «εξαφάνιση» του Μπέντζαμιν Μπλακ
Με το «Το Χιόνι» (εκδ. Καστανιώτη, μτφ Τόνια Κοβαλένκο), ο Τζον Μπάνβιλ επιστρέφει στο σκοτεινό τοπίο της Ιρλανδίας του 1950, όμως αυτή τη φορά αλλάζει το κέντρο βάρους. Ο παλιός, εμβληματικός Κουίρκ μένει στο περιθώριο και στη θέση του εμφανίζεται ένας νέος ντετέκτιβ, ο Σεν Τζον (Σίντζον) Στράφορντ, γόνος της προνομιούχας τάξης των Προτεσταντών γαιοκτημόνων. Η υπόθεση ξεκινά με μια ανατριχιαστική εικόνα. Ενας Καθολικός ιερέας βρίσκεται δολοφονημένος μέσα στο υποστατικό μιας Προτεσταντικής οικογένειας. Από την πρώτη στιγμή, το έγκλημα είναι σύγκρουση τάξεων, θρησκειών και ιστορικών τραυμάτων.
Για χρόνια, ο Μπάνβιλ υπέγραφε τα αστυνομικά του ως Μπέντζαμιν Μπλακ. «Το Χιόνι» όμως, όταν κυκλοφόρησε στη Βρετανία και στις ΗΠΑ, έφερε στο εξώφυλλο το πραγματικό του όνομα και μάλιστα με μεγάλα γράμματα. Με το χαρακτηριστικό του χιούμορ, ο συγγραφέας δήλωσε πως «ο Μπλακ δέχτηκε με αξιοπρέπεια τον θάνατό του». Εξηγεί πως, ξαναδιαβάζοντας τα βιβλία του Μπλακ, συνειδητοποίησε ότι ήταν καλύτερα απ’ όσο πίστευε. Ως συγγραφέας που διαρκώς αμφισβητεί το έργο του, κυνηγά μια τελειότητα που —όπως παραδέχεται— ξεπερνά τις ανθρώπινες δυνάμεις. Όταν όμως διαπίστωσε ότι του άρεσε αυτός ο «άλλος» εαυτός του, αποφάσισε να τον καταργήσει. Με μια σχεδόν θεατρική μεταφορά, τον «κλείδωσε» σ’ ένα δωμάτιο με περίστροφο, χάπια και ουίσκι. Τέλος πράξης.
Παράλληλα, το «Αρχαίο Φως» (εκδ. Καστανιώτη, μτφ Τόνια Κοβαλένκο) λειτουργεί ως τελευταίο μέρος μιας άτυπης τετραλογίας, μετά την «Εκλειψη», τη «Θάλασσα» και το «Σάβανο», επαναφέροντας πρόσωπα και ισορροπώντας στην κινούμενη άμμο της μνήμης. Ο Άλεξ Κλιβ, γνώριμος ήδη από τα προηγούμενα βιβλία, εμφανίζεται εδώ σε δύο περιόδους της ζωής του. Ως δεκαπεντάχρονος έφηβος, που έχει ερωτευτεί κεραυνοβόλα την κυρία Γκρέι, τριανταπεντάχρονη μητέρα του καλύτερού του φίλου. Αλλά και ως εξηνταπεντάχρονος ηθοποιός, τσακισμένος από την αυτοκτονία της κόρης του, Κας.
Η εφηβική ιστορία, με διακριτούς ναμποκωφικούς απόηχους της «Λολίτα», αντιστρέφει τους ρόλους. Εδώ ο νεαρός αποπλανάται, μυείται, σημαδεύεται. Παράλληλα, ο ώριμος Κλιβ καλείται να υποδυθεί στον κινηματογράφο τον Άξελ Βάντερ, σε μια ταινία με εύγλωττο τίτλο «Η επινόηση του παρελθόντος», βασισμένη σε βιογραφία υπογεγραμμένη από κάποιον «JB». Ενα παιγνιώδες, σχεδόν ειρωνικό νεύμα. Καθώς ο Κλιβ διατρέχει τη βιογραφία, η αποτίμησή του μοιάζει με αυτοκριτική του ίδιου του συγγραφέα. Ρητορική υπερβολή, επιτηδευμένη κομψότητα, υπεροψία και κάτω από όλα αυτά, φοβίες, άγχη, ένα μακάβριο χιούμορ, μια εμμονική αναζήτηση του «υπογαστρίου της ωραιότητας».
Πιστός στη ρήση του ότι η αισθηματολογία είναι ο θάνατος της τέχνης, ο Τζον Μπάνβιλ γράφει με ψυχρή, φλαμανδική ακρίβεια. Δεν ερμηνεύει, αλλά εκθέτει. Δεν ψυχαναλύει, αλλά φωτίζει. Υποβλητικό, πυκνό, μουσικό, το «Αρχαίο Φως» είναι ένα μυθιστόρημα για τη ρευστή, φευγαλέα πολλαπλότητα του εαυτού και για εκείνη τη νεότητα που κάποτε μας έπεισε πως θα γινόμασταν άλλοι.