Βιβλίο|01.04.2026 18:47

Έχει μέλλον η ανάγνωση στην εποχή της εικόνας; Τα κρίσιμα ερωτήματα του 1ου Διεθνούς Φεστιβάλ Λογοτεχνίας

Ελεάνα Μιχάλη
Σετ φωτογραφιών, σύρετε προς τα αριστερά
Ο Λάσλο Κρασναχορκάι
(Από αριστερά) ο Κωστής Καρπόζηλος, η Καρολίν Έμκε, ο Λάσλο Κρασναχορκάι και ο Κωστής Παπαϊωάννου
(Από αριστερά) ο Άθως Δημουλάς, ο Τόμας Μίνεϊ και η Μερβ Έμρε

Οι ψίθυροι γαργαλούν την ατμόσφαιρα το απόγευμα του Σαββάτου στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηνών. Σε μισή ώρα αναμένεται να ξεκινήσει η συζήτηση, στην οποία θα συμμετάσχει ο μεγάλος Ούγγρος συγγραφέας και πρόσφατα βραβευμένος με Νόμπελ Λογοτεχνίας, Λάσλο Κρασναχορκάι.

Το σύνολο των ψιθύρων, ανήκει σε ανθρώπους που μοιράζονται την αγάπη για τη λογοτεχνία, μια αγάπη που τους έφερε στο 1ο Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας της Αθήνας, με καλλιτεχνικούς διευθυντές τους Μικέλα Χαρτουλάρη, Χρήστο Αστερίου και Λευτέρη Καλοσπύρο. Οι πόρτες ανοίγουν και η ομιλία «Η ελπίδα ως σφάλμα», ξεκινά. Οι ψίθυροι σβήνουν. Η συλλογική σκέψη αρχίζει.

Το φεστιβάλ

Το 1ο Διεθνές Φεστιβάλ Λογοτεχνίας (AILF) άνοιξε φέτος για πρώτη φορά τις πύλες του τον Μάρτιο, προσφέροντας ένα τριήμερο συζητήσεων, δράσεων και κυρίως, προβληματισμού.

Το Φεστιβάλ δημιούργησε ένα αμάλγαμα που συνδυάζει την αγάπη για τη λογοτεχνία με τον βαθύ προβληματισμό γύρω από τα σύγχρονα κοινωνικοπολιτικά ζητήματα. Και αυτό, είναι το σπουδαιότερο κατόρθωμα της φετινής διοργάνωσης. Γίνεται έτσι σαφές ότι στόχος ήταν η δημιουργία ενός ισχυρού αποτυπώματος και προσδοκούμε ότι, θα συνεχίσει στον ίδιο παλμό και τα επόμενα χρόνια.

Το ethnos.gr ήταν εκεί.

«Τι θα γίνει με το μέλλον της λογοτεχνίας;»

Η ομιλία «Εντάξει με το παρελθόν, τι θα γίνει όμως με το παρόν και το μέλλον της λογοτεχνίας;» ξεκινά με ένα κρίσιμο ερώτημα: παύει σταδιακά η λογοτεχνία να αφορά τους πολλούς; Και το βασικότερο, στην εποχή της γρήγορης πληροφορίας και της αδιάκοπης κατανάλωσης περιεχομένου, θα συνεχίζει να υπάρχει ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό για μεγάλα άρθρα, περιοδικά και βιβλία;

Σε κάθε περίπτωση, η αφετηρία της συζήτησης μας προδιαθέτει για τη γέννηση περισσότερων ερωτημάτων παρά απαντήσεων. Οι τρεις ομιλητές στάθηκαν αντάξιοι των ερωτημάτων και μοιράστηκαν τη δική τους οπτική, αναζητώντας απαντήσεις που να πλησιάζουν στην αλήθεια. Ο Τόμας Μίνεϊ, διευθυντής του λογοτεχνικού περιοδικού Granta, η Μερβ Έμρε, κριτικός λογοτεχνίας στο περιοδικό New Yorker και ο Άθως Δημουλάς, αρχισυντάκτης του περιοδικού Κ της Καθημερινής, ύφαναν έναν απαιτητικό διάλογο που κέντρισε το ενδιαφέρον των ακροατών.

Η Μερβ Έρμε αναφέρθηκε εκτενώς στην αντίληψη ότι οι νέοι αποφεύγουν την ανάγνωση μεγάλων βιβλίων και, με αφορμή αυτό, διηγήθηκε μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ιστορία που οδηγεί σε αναθεώρηση της προσέγγισης του ζητήματος. Η ίδια, λοιπόν, προχώρησε σε ένα πείραμα με τους μαθητές της. Ζήτησε από τους συνεργάτες της να επιλέξουν ένα εκτενές βιβλίο, να το χωρίσουν σε μικρότερους τόμους και να το δέσουν ως ξεχωριστά βιβλία. Στη συνέχεια μοίρασε τον πρώτο τόμο στους μαθητές της και η ανταπόκριση που έλαβε ήταν μάλλον, εξαιρετική.

Οι περισσότεροι ενθουσιάστηκαν με το γεγονός ότι το βιβλίο είχε συνέχεια και, σε συνδυασμό με τη μικρή έκταση της ανάγνωσης, πολύ γρήγορα ζήτησαν τον επόμενο τόμο. «Είναι σαν να βλέπω σειρά στο Netflix», «ανυπομονούμε για το επόμενο επεισόδιο», ήταν μερικά από τα σχόλια που κατέγραψε.

Τα αποτελέσματα αυτής της ευρηματικής άσκησης θέτουν εκ νέου ερωτήματα σχετικά με τον τρόπο καλλιέργειας της φιλαναγνωσίας στους νέους. Τα ερεθίσματα είναι διαφορετικά από εκείνα που λάμβαναν οι παλαιότερες γενιές και, συνεπώς, θα ήταν άδικο να επιμένουμε στις ίδιες μεθόδους, προσδοκώντας αντίστοιχη ανταπόκριση.

Ο Τόμας Μίνεϊ, τοποθετούμενος στο ζήτημα της επιρροής του γραπτού λόγου σε σχέση με τη δύναμη της εικόνας, είπε ότι η συγγραφή ενός άρθρου σε ένα σοβαρό περιοδικό απαιτεί μεγάλο κόπο και στο τέλος υπάρχει ο κίνδυνος να μη διαβαστεί καν. Αντίθετα, μια μόνο φωτογραφία μπορεί να επηρεάσει εκατομμύρια ανθρώπους σε πολύ λιγότερο χρόνο.

«Παρόλο που πάντα θα υπάρχουν εικόνες που υπερτερούν ενός κειμένου, η εμπειρία της ανάγνωσης θα συνεχίσει να γοητεύει ένα μέρος του κοινού που εκτιμά τον γραπτό λόγο», τόνισε. Όπως πρόσθεσε, «η ανάγνωση ενός γραπτού κειμένου μπορεί να επηρεάσει το μυαλό και τη σκέψη με τρόπο πολύ διαφορετικό από εκείνον μιας εικόνας».

Ταυτόχρονα, πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι, πλέον, ερχόμαστε αντιμέτωποι με τεράστιο όγκο φωτογραφιών, και αυτό έχει ως αποτέλεσμα ακόμα και η εικόνα να έχει χάσει μέρος της αρχικής της επιρροής.

Ο Λάσλο, η ελπίδα και ο νέοφασισμός

Η ομιλία «Η ελπίδα ως σφάλμα; Λογοτεχνία και πολιτική στη σκοτεινή Ευρώπη» μάς ώθησε να βουτήξουμε κατευθείαν σε έναν σκοτεινό και σχετικά ανεξερεύνητο βυθό. Με αφετηρία το βιβλίο «Herscht 07769: Η ιστορία Μπαχ του Φλόριαν Χερστ» του νομπελίστα Λάσλο Κρασναχορκάι, η συζήτηση στράφηκε γύρω από την άνοδο της νέας Ακροδεξιάς στην Ευρώπη και εστίασε στην μετάβαση αυτού που πριν από μερικά χρόνια θεωρούσαμε περιθωριακό, και που σήμερα έχει γίνει κυρίαρχο.

Στο βιβλίο αναφέρεται μια φράση - κλειδί και αυτή η φράση λέει ότι «η ελπίδα είναι σφάλμα». Ο Λάσλο Κρασναχορκάι, η Καρολίν Έμκε, δημοσιογράφος και πολεμική ανταποκρίτρια, ο Κωστής Καρπόζηλος, ιστορικός, και ο Κωστής Παπαϊωάννου, πρόεδρος της Τεχνόπολης του Δήμου Αθηνών, εξετάζουν το ερώτημα αν η ελπίδα μπορεί πραγματικά να γίνει ο μοχλός που θα μας ανυψώσει και θα μας οδηγήσει έξω από τα σκοτεινά μονοπάτια στα οποία έχει βρεθεί, για ακόμη μια φορά, η γηραιά ήπειρος.

Από την αρχή οι ομιλητές εξέφρασαν τον προβληματισμό τους για την ορολογία «φασισμός», που συχνά προκαλεί σύγχυση, ακόμα κι αν θεωρείται «βολική» στη χρήση. Γενικά, διαπιστώθηκε γρήγορα η αδυναμία να ορίσουμε το φαινόμενο, ενώ παρατηρήθηκε ότι συχνά μιλάμε για την άνοδο της ακροδεξιάς ως επικείμενο κίνδυνο. Στην πραγματικότητα, είναι ήδη εδώ.

Όπως πολύ εύστοχα παρατήρησε η Κάρολιν Έμκε, σήμερα βλέπουμε πολλά διαφορετικά κινήματα νέοφασισμού, τα οποία έχουν κοινά στοιχεία, όπως το ότι αναφέρονται σε ένα μυθικό παρελθόν αλλά και ότι έχουν την ανάγκη να ιεραρχήσουν τους ανθρώπους κατά τρόπο που, οι ίδιοι θεωρούν «σωστό». Παράλληλα μισούν την υπόσχεση της ισότητας και θέλουν να πατάξουν οτιδήποτε το καινούργιο, το μεταβατικό, το υβριδικό.

Εκτός όμως από τα κοινά στοιχεία αυτών των κινημάτων, εκείνο στο οποίο θα έπρεπε να σταθούμε, ώστε να αρχίσουμε να κατανοούμε τη λογική του νέου πολιτικού αυταρχισμού, είναι η νοσταλγία για το ένδοξο παρελθόν. Η τάση αυτή, δηλαδή η στροφή στο παρελθόν, υποδεικνύει ότι δεν έχουμε πολλά να πούμε για το παρόν και, αυτό, είναι που πρέπει να μας προβληματίσει περισσότερο.

Η ίδια, ολοκληρώνοντας τον στοχασμό της διαπίστωσε πως, σε κάποιον βαθμό, είμαστε προετοιμασμένοι για ό,τι έρχεται, λόγω του ότι όλα αυτά έχουν επαναληφθεί, ωστόσο «θα ήθελα να είμαστε προετοιμασμένοι για κάτι άλλο, για κάτι που έχουμε παλέψει, για κάτι καλύτερο».

Τι είναι όμως εκείνο που δημιουργεί έναν νεοφασίστα;

Το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο θα έλεγε κάποιος. Ο Λάσλο Κρασναχορκάι θα διαφωνούσε όμως με αυτή τη λανθασμένη για εκείνον διαπίστωση. «Ο νεοφασισμός δεν υφίσταται εξαιτίας του χαμηλού μορφωτικού επίπεδου. Υπάρχουν περισσότεροι αμόρφωτοι απ' ότι φασίστες» και πρόσθεσε, «δεν θεωρώ ότι η αμορφωσιά οδηγεί στον φασισμό. Θεωρώ ότι η ημιμάθεια οδηγεί στον φασισμό».

Ο Κωστής Παπαϊωάννου διέκρινε μάλιστα ότι, η νίκη του νέου αυταρχισμού, είναι η ψευδαίσθηση ότι απενοχοποιεί τη μνησικακία και ότι πρόκειται για εξέγερση του όλου και όχι του μέρους. Παράλληλα, όσοι στεκόμαστε ενάντια στην αυταρχική ιδεολογία, βρισκόμαστε σε βαθιά πλάνη, ότι αυτός ο νέος φασισμός κερδίζει παρόλο που κάνει το αδιανόητο, ενώ στην πραγματικότητα κερδίζει ακριβώς επειδή κάνει το αδιανόητο. «Αν ζούμε το τέλος του παλιού κόσμου, αυτός ο κόσμος σβήνει σε μια πλάνη».

Τέλος -γιατί πάντα υπάρχει τέλος σύμφωνα με τον Λάσλο Κρασναχορκάι-, η αποκάλυψη δεν είναι κάτι το οποίο περιμένουμε, είναι μια διαδικασία. Πάντα, βρισκόμαστε στο τέλος. Αν το σκεφτούμε, ακόμη και στην πιο μικρή συνθήκη της ζωής, υπάρχει κρίση και, οι συνεχείς κρίσεις, είναι εκείνες που εξελίσσουν την ίδια την εξέλιξη.

«Μόνο η παράλογη ιδέα της ελπίδας υπάρχει πλέον και δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς αυτήν. Και πρέπει συνεχώς να επιζούμε. Το να επιζούμε είναι μια συνεχής διαδικασία».

φεστιβάλΝόμπελ λογοτεχνίαςβιβλίοΤεχνόπολη Δήμου Αθηναίωνλογοτεχνία