Βιβλίο|21.04.2026 16:15

Γιάννης Νικολούδης στο ethnos.gr: «Αυτό που πιστεύουμε για τα παιδιά συχνά απέχει από την πραγματικότητα»

Άγγελος Γεραιουδάκης

Ο Γιάννης Νικολούδης επιστρέφει στη λογοτεχνία με το νέο του μυθιστόρημα, το «Κόκκινο Φαράγγι», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη. Μετά τον «Άδειο τόπο», ένα βιβλίο που απέσπασε σημαντικές διακρίσεις, ο συγγραφέας επανέρχεται με μια ιστορία δυνατή, με καθαρή γραφή και έντονο ανθρώπινο στοιχείο.

Στον πυρήνα της αφήγησης βρίσκονται τρεις έφηβοι, η Foxy, ο Snake και ο Dark, που εξερευνούν ένα παλιό σπίτι. Την ίδια ώρα, ένας άντρας γυρίζει στον τόπο όπου μεγάλωσε, φέρνοντας μαζί του μνήμες που βαραίνουν τη ζωή του. Οι δύο αυτές διαδρομές εξελίσσονται παράλληλα και σταδιακά συναντιούνται σ' ένα φαράγγι, το οποίο γίνεται το βασικό σκηνικό της ιστορίας.

Ο Νικολούδης δίνει μεγάλη έμφαση στην εικόνα. Το φυσικό περιβάλλον αποκτά ενεργή παρουσία, επηρεάζοντας ουσιαστικά τη δράση και τη συμπεριφορά των προσώπων. Ανάμεσα στους τρεις εφήβους, ο Dark ξεχωρίζει, καθώς κινεί την ομάδα και φανερώνει πλευρές που συνδέονται με γεγονότα του παρελθόντος.

Η αφήγηση συνδυάζει στοιχεία ψυχογραφίας, δράσης και συμβολισμού. Ο ρυθμός έχει ζωντάνια και η εξέλιξη κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον. Οι σκηνές αποδίδονται με σαφήνεια, μεταφέροντας τον αναγνώστη μέσα στον κόσμο του βιβλίου. Ο Γιάννης Νικολούδης συνεχίζει την πορεία του με ένα έργο που επιβεβαιώνει τη θέση του στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία.

Τι ήταν αυτό που σας οδήγησε να γράψετε μια ιστορία γύρω από την έννοια του κακού;

Το θέμα του βιβλίου δεν ήταν ξεκάθαρο πριν την γραφή. Ήξερα μόνο ότι ήθελα να αποδώσω την αμηχανία του ανθρώπου μέσα σε ένα φυσικό περιβάλλον. Όσο η αφήγηση προχωρούσε άρχισα να κάνω κάποιες διαπιστώσεις για την ατμόσφαιρα που είχε αρχίσει να χτίζεται και για τη συμπεριφορά των χαρακτήρων. Αυτές οι διαπιστώσεις έδωσαν μια πιο συνειδητή εξέλιξη στην ιστορία.

Πιστεύετε ότι όλοι έχουμε μέσα μας μια «σκοτεινή πλευρά»;

Όλοι έχουμε θολά και σκιασμένα σημεία μέσα μας. Το συμβατικό Καλό και Κακό (έννοιες που δεν είναι σταθερές, αντίθετα, αλλάζουν αναλόγως τις επιταγές πολιτισμικών πλαισίων) δεν μπορούν να περιγράψουν αυτό που πραγματικά είναι ένας άνθρωπος.

Το φαράγγι μοιάζει σχεδόν σαν χαρακτήρας. Πώς γεννήθηκε αυτή η ιδέα και αν είχατε κάποιο πραγματικό μέρος στο μυαλό σας όταν το περιγράφετε;

Το συγκεκριμένο φαράγγι είναι προϊόν επινόησης. Επειδή έχω διασχίσει αρκετά, ειδικά στην ιδιαίτερη πατρίδα μου την Κρήτη, είμαι σίγουρος ότι στοιχεία του Κόκκινου Φαραγγιού είναι αντλημένα από πραγματικά φαράγγια του νησιού. Αυτό όμως δεν έγινε συνειδητά. Το φαράγγι από τη φύση του είναι ένα πέρασμα. Μπορείς να προχωρήσεις μπροστά ή να γυρίσεις προς τα πίσω. Δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Αυτό ήταν το κύριο χαρακτηριστικό που ένιωσα ότι η ιστορία μου είχε ανάγκη. Θα μπορούσε ίσως κάποιος να πει ότι η πορεία προς την ενηλικίωση είναι κάπως έτσι. Ναι, το φαράγγι του βιβλίου μοιάζει με χαρακτήρα ή ίσως μια μορφή πλατφόρμας όπου όνειρο και πραγματικότητα γίνονται ένα. Επιπλέον ένα φαράγγι έχει μια ποικιλία τοπίων και εικόνων καθώς και βαθμού δυσκολίας που συνοδεύει αυτά τα σημεία. Αυτό φέρνει στο νου ηλεκτρονικό παιχνίδι. Mην ξεχνάμε ότι οι έφηβοι ήρωες είναι μεταξύ άλλων gamers.

Γιατί σας ελκύουν τοπία που είναι όμορφα αλλά και απειλητικά ταυτόχρονα;

Κάποιες φορές νομίζω ότι ένα τοπίο μπορεί να δράσει σαν καθρέπτης της εσωτερικότητας του παρατηρητή. Σ’ αυτήν την περίπτωση η δύναμη της συνείδησης μπορεί να αλλοιώσει το τοπίο, να του προσδώσει χαρακτηριστικά και πτυχές που δεν υπάρχουν πουθενά αλλού παρά στο μυαλό. Η φρίκη, ο φόβος, η εσωτερική ναυτία, η αίσθηση της απειλής, η ομορφιά, η ζεστασιά ή η ψυχρότητα του βλέμματος, η αναλγησία, η καλοσύνη, η αποξένωση, η θαλπωρή – όλα μπορούν να είναι εκεί. Ένα ψυχικό τοπίο πάνω στο φυσικό. 

Τι σας έκανε να επιλέξετε ως κεντρικούς ήρωες τρεις εφήβους;

Η ίδια η ηλικία τους. Ήθελα χαρακτήρες που εκ των πραγμάτων δεν θα ήταν σε θέση να εκτιμήσουν την κρισιμότητα της κατάστασης στην οποία έχουν βρεθεί. Επίσης είναι μια ηλικία που η αίσθηση της ταυτότητας είναι πολύ ρευστή. Αυτό, βέβαια, είναι ένα χαρακτηριστικό που το βρίσκουμε στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες γενικά, δεν έχουμε παρά να κοιτάξουμε γύρω μας και μέσα μας ή να θυμηθούμε τα γραπτά του Ζίγκμουντ Μπάουμαν. Η εφηβεία είναι μια έντονη ηλικία, σφοδρές διεργασίες λαμβάνουν χώρα στο σώμα και στο μυαλό των εφήβων και αυτή η ένταση κάποιες φορές μπορεί να διοχετευτεί σε λάθος κανάλια.

Ένας άλλος λόγος ήταν η έννοια του παιχνιδιού – στους εφήβους και τα παιδιά το παιχνίδι και τα όρια του συχνά θολώνουν. Πού σταματάει το παιχνίδι και πού αρχίζει η πραγματικότητα στην οποία οι ενέργειες μας έχουν απτές επιπτώσεις; Ιδιαίτερα στη σύγχρονη εποχή της εικονικής πραγματικότητας. Ένας άλλος λόγος ήταν η φαντασία, η τόσο ζωντανή φαντασία ενός νεαρού μυαλού. Όνειρο και πραγματικότητα κάποιες φορές γίνονται ένα. Όλα αυτά ήθελα να τα διερευνήσω. Όχι δοκιμιακά, αλλά μέσα από δράση και εικόνες.

Στην επικαιρότητα ακούμε πλέον διάφορες θλιβερές ιστορίες με νεαρούς πρωταγωνιστές σε ρόλο θύτη. Πιστεύετε ότι η παιδική ηλικία είναι πιο «σκοτεινή» απ’ όσο νομίζουμε; Κι αν ναι, πού οφείλεται;

Πιστεύω πως κατά τη διάρκεια αυτής της ηλικίας, τα παιδιά εξακολουθούν να είναι… άνθρωποι με ό,τι κι αν αυτό συνεπάγεται. Και όπως κάθε άνθρωπος, μπορούν δυνητικά να κάνουν τα πάντα. Να μας εκπλήξουν θετικά και αρνητικά. Στα παιδικά χρόνια βέβαια υπάρχει η άγνοια κινδύνου και μια αφέλεια, στοιχεία που εύκολα μπορούν να αποτελέσουν οδούς εκδίπλωσης σκοτεινών φαινομένων. Το κακό στα παιδιά εκπλήσσει πάντα γιατί ενώ έχουμε αποδεχτεί την αναλγησία στους ενήλικες – αλίμονο, μια γρήγορη ματιά στην Ιστορία ή στο τρέχον ειδησεογραφικό δελτίο αρκεί γι’ αυτό – στα νιάτα έχουμε επενδύσει ελπίδες, θέλουμε να πιστεύουμε στην αγνότητα τους. Ιδιαίτερα στην εποχή που διανύουμε, δεν νομίζω ότι έχει υπάρξει άλλη περίοδος στην ανθρώπινη ιστορία που τα παιδιά να είχαν πάνω τους τόση προσοχή. Κι όμως οι θλιβερές ιστορίες με νεαρούς πρωταγωνιστές σε ρόλους θύτη είναι εκεί καθημερινά για να μας θυμίσουν πόσο έξω από τον έλεγχο μας είναι η κατάσταση.

Νιώθετε ότι ζούμε σε μια εποχή πιο «σκοτεινή» σε σχέση με παλιότερα;

Είναι κοινότοπο και το λέμε συνέχεια, αλλά δεν νομίζω ότι είναι ανακριβές. Ζούμε σε μια μεταβατική περίοδο. Έχουμε τόσα σημάδια που επιβεβαιώνουν αυτόν τον ισχυρισμό ώστε δεν μπορούμε να τον αποφύγουμε. Πτυχές αυτής της περιόδου είναι σκοτεινές, αναμφίβολα. Το πιο ανησυχητικό για μένα είναι αυτή η αίσθηση απειλής πάνω από τα κεφάλια μας. Μοιάζουμε σαν απλά να περιμένουμε να έρθει η σειρά μας για κάτι άσχημο. Τι ακριβώς θα είναι αυτό δεν το ξέρουμε. Η φρίκη του πολέμου; Ο τρόμος της φτώχειας; Μια βίαιη κλιματική ανισορροπία; Και σε όλα αυτά δεν ξέρουμε ακριβώς τι ρόλο θα παίξουν τα ποιοτικά άλματα που κάνει η τεχνολογία τα τελευταία χρόνια καθώς και ο ακραίος ατομικισμός μας. Όλα αυτά συνιστούν ένα εκρηκτικό υλικό.

Όταν γράφετε, νιώθετε απόλυτα ελεύθερος ή σας περιορίζει το πώς θα το δουν οι άλλοι; Υπάρχουν στιγμές που έχετε λογοκρίνει ποτέ τον εαυτό σας σε κάτι που θέλατε να γράψετε;

Όταν κάποιος γράφει και έχει αξιώσεις αυτό που γράφει να μην κλειστεί σε ένα συρτάρι ή αρχείο του υπολογιστή, αλλά να διαβαστεί από άλλους, δεν είναι πραγματικά ελεύθερος. Πρέπει να δουλέψει με κάποιους βασικούς κανόνες ώστε το κείμενο του (όσο απαιτητικό και να 'ναι) να μπορεί να γίνει κατανοητό από τους αναγνώστες. Αυτό, ενώ φαντάζει περιοριστικό, δεν είναι. Το αντίθετο θα έλεγα. Μ’ αυτούς τους περιορισμούς (φόρμα, ρυθμός, καθαρότητα λόγου, νοηματική ακρίβεια) απελευθερώνεται η δημιουργικότητα.

Η διαδικασία της δημιουργίας από μια άποψη (και εκ των πραγμάτων θα έλεγα) έχει το χαρακτηριστικό της αυτολογοκρισίας με μια ευρύτερη έννοια: στοιχεία που ενώ συναισθηματικά ή αισθητικά αρέσουν στον δημιουργό ή του είναι σημαντικά για τον οποιαδήποτε λόγο, αν δεν δένουν με το κείμενο πρέπει να διαγραφούν. Το αν κάτι έχει ή δεν έχει θέση στο κείμενο αυτό το αποφασίζουν οι ίδιοι οι σκοποί που το κείμενο θέτει τον εαυτό του. Άρα θα έλεγα ότι ο μεγάλος λογοκριτής είναι (ή πρέπει να είναι) το ίδιο το γραπτό και οι ανάγκες του. Αν η ερώτηση σας αναφέρεται σε ηθικούς περιορισμούς, η απάντηση μου είναι σαφώς και όχι.

Υπάρχουν θέματα που διστάζετε να αγγίξετε;

Ναι. Οτιδήποτε έχει να κάνει με άμεσες αυτοβιογραφικές αναφορές. Η αυτοβιογραφία, βέβαια, πλάγια και έμμεσα, καμουφλαρισμένη αλλά αιχμηρή, πάντα βρίσκει τρόπο να παρεισφρήσει στο κείμενο. Δεν νομίζω ότι γίνεται και αλλιώς. Η γραφή εμπλέκει τον συγγραφέα περισσότερο απ’ ό,τι ο ίδιος θέλει να πιστεύει. Δεν υπάρχουν δικλείδες ασφαλείας.

Οι μέρες του Πάσχα έχουν έντονο χριστιανικό συμβολισμό. Η πίστη τι ρόλο παίζει στη ζωή σας; Στις δύσκολες στιγμές από πού αντλείτε δύναμη;

Κάπου γύρω μετά την εφηβεία η σχέση μου με την χριστιανική πίστη και την Εκκλησία ισορρόπησε σε μια ήρεμη αποστασιοποίηση. Ταυτόχρονα αντιλαμβάνομαι ότι, είτε το θέλω είτε όχι, σε ένα βαθμό ζω στο πολιτιστικό κλίμα αυτής της πίστης, κάτι που καλλιεργήθηκε συστηματικά τους προηγούμενους αιώνες και αποτελεί συμπλήρωμα αυτού που λέμε σήμερα ελληνικότητα. Αυτές οι μέρες είναι άρρηκτα συνδεδεμένες για μένα με τον Παπαδιαμάντη. Δεν μπορώ να τις δω διαφορετικά από το πλαίσιο που εκείνος έθεσε στις ιστορίες του. Αντλώ δύναμη απ’ όπου μπορώ, από οτιδήποτε μπορεί να με πείσει. Τίποτα, βέβαια, δεν μπορεί να συγκριθεί με την εγγύτητα της παρουσίας αγαπημένων προσώπων.

Πώς είναι ζωή στα Χανιά για έναν νέο άνθρωπο, όπως είστε εσείς; Τι ευκαιρίες υπάρχουν και πώς γεμίζετε την καθημερινότητά σας;

Ζω κοντά σ' ένα όμορφο φυσικό περιβάλλον, ζω κοντά στο νερό – το ακούω τις νύχτες όταν η βουή της μικρής πόλης καταλαγιάζει. Το ακούω, είναι κάτι πολύ ζωντανό. Είναι κάτι που με ανακουφίζει. Το περπάτημα και η παρατήρηση της φύσης είναι άλλη μια πηγή εκτόνωσης της πίεσης. Η επαρχία δεν είναι τέλεια. Κάποιες στιγμές νιώθεις περιορισμένος. Αλλά αυτό είναι ένα κόστος που συνειδητά αποδέχομαι.

συγγραφέαςΠατάκηςφαράγγισυνέντευξηέφηβοι