Το βιβλίο «Πέρα από τη συναίνεση» του Ευάρεστου Πιμπλή από τις εκδόσεις Πόλις ανοίγει μια σύγχρονη και ουσιαστική συζήτηση γύρω από τις ανθρώπινες σχέσεις και την ερωτική επιθυμία. Σήμερα όλοι γνωρίζουν ότι σε μια ερωτική επαφή χρειάζεται ξεκάθαρη συμφωνία και θετική διάθεση και από τις δύο πλευρές. Αυτό θεωρείται βάση για μια υγιή σχέση. Το βιβλίο όμως κάνει ένα βήμα παραπέρα και θέτει ένα πιο βαθύ ερώτημα: Αυτό το «ναι» που λέει κάποιος, πόσο πραγματικά εκφράζει τον ίδιο;
Η ιστορία τοποθετείται στο κοντινό μέλλον, στο 2032. Η συνάντηση δύο αντρών, του Ενζό και του Εμίλ, διαταράσσει τη γαλλική κοινωνία, υποχρεώνοντάς τη να αναθεωρήσει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τη συναίνεση. Όλα φαίνεται να τους χωρίζουν. Οι ρίζες τους, οι αξίες τους, οι προσανατολισμοί τους. Ο Ενζό υπερασπίζεται μια συντηρητική ανδροπρέπεια, ενώ ο Εμίλ διεκδικεί μια queer ταυτότητα. Κι όμως, οι μύχιες επιθυμίες τους συγκλίνουν. Και οι δύο επιθυμούν τη βία. Ο ένας να την ασκεί, ο άλλος να την υφίσταται. Ώσπου, μια μέρα, η σχέση τους γίνεται αντικείμενο δημόσιας συζήτησης και πυροδοτεί ένα νέο κοινωνικό κίνημα, το #BeyondConsent.
Μέσα από αυτή την ιστορία, το βιβλίο δείχνει κάτι πολύ βασικό. Οι άνθρωποι επηρεάζονται από όσα ζουν από μικρή ηλικία. Η οικογένεια, το περιβάλλον, οι φίλοι, ακόμα και αυτά που βλέπει κανείς στα μέσα ενημέρωσης παίζουν ρόλο στο τι θεωρεί φυσιολογικό ή επιθυμητό. Έτσι, μια επιλογή μπορεί να φαίνεται προσωπική, αλλά στην πραγματικότητα έχει επηρεαστεί από πολλούς παράγοντες.
Ο συγγραφέας προσπαθεί να δείξει ότι η επιθυμία συνδέεται άμεσα με το ποιος είναι κάποιος και τι έχει ζήσει. Οι ήρωες του βιβλίου προσπαθούν να καταλάβουν καλύτερα τον εαυτό τους και να δουν αν αυτά που θέλουν ταιριάζουν με τις αξίες τους. Αυτή η διαδικασία τους οδηγεί σε σκέψεις και συναισθήματα που τους αλλάζουν. Ο Ευάρεστος Πιμπλής μιλάει στο ethnos.gr για το #MeToo, τη νέα εποχή των σχέσεων και το τι σημαίνει πραγματική ελευθερία.
Η ιστορία που περιγράφετε στο βιβλίο σας γεννήθηκε από μια προσωπική σκέψη ή από κάτι που παρατηρήσατε γύρω σας;
Από τότε που εμφανίστηκε το #MeToo, η έννοια της συναίνεσης βρίσκεται στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου στις χώρες της Δύσης. Η πλοκή του μυθιστορήματος εκτυλίσσεται στη Γαλλία του 2032, όπου υποθέτω ότι μια κουλτούρα της συναίνεσης θα έχει εμπεδωθεί. Τότε, ένα «όχι» θα σημαίνει ξεκάθαρα όχι. Μέσα από τη συνάντηση δύο εκ διαμέτρου αντίθετων ανδρών, του Ενζό και του Εμίλ, η οποία θα γεννήσει ένα νέο κοινωνικό κίνημα, το #BeyondConsent, το βιβλίο επιχειρεί να σκεφτεί το επόμενο βήμα: τι σημαίνει ένα «ναι»; Με άλλα λόγια, πόσο ελεύθεροι είμαστε πραγματικά στον πιο εσωτερικό, στον πιο μύχιο χώρο της ύπαρξής μας, εκείνον της σεξουαλικότητας; Η ιστορία που περιγράφω προέκυψε από τη θέληση να θέσω, με λογοτεχνικούς όρους, αυτά τα ερωτήματα που απασχολούσαν τόσο εμένα όσο και ανθρώπους γύρω μου, και στα οποία δεν έβρισκα απαντήσεις ούτε στην τέχνη ούτε στον δημόσιο διάλογο.
Σήμερα ξέρουμε καλύτερα τι σημαίνει «συναίνεση» ή έχουμε μπερδευτεί περισσότερο;
Και τα δύο συμβαίνουν. Από τη μία, το ότι ένα «όχι» σημαίνει «όχι» αποτυπώνεται πλέον ακόμη και σε νομικές μεταβολές στους ποινικούς κώδικες πολλών ευρωπαϊκών χωρών, όπου η απουσία συναίνεσης ταυτίζεται με ποινικά κολάσιμη πράξη. Αυτός ο νομικός ορισμός της συναίνεσης είναι θεμελιώδης για την καταπολέμηση των σεξουαλικών επιθέσεων. Από την άλλη, όσο προσπαθούμε να την ορίσουμε, τόσο αποκαλύπτεται η πολυπλοκότητα αυτής της έννοιας. Γιατί, με την επιθυμία, με το «ναι», τίθεται το αιώνιο ερώτημα του αν η ελεύθερη βούληση έχει όρια. Η έκδοση ολοένα και περισσότερων βιβλίων που αναδεικνύουν πόσο περίπλοκο είναι το ζήτημα της συναίνεσης είναι ενδεικτική. Σκέφτομαι, για παράδειγμα, το «Συναίνεση» της Βανέσα Σπρινγκορά, που μεταφράστηκε από τα γαλλικά και κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Μετρονόμος στην Ελλάδα, ενώ ανέβηκε και στο θέατρο σε εξαιρετική σκηνοθεσία της Ειρήνης Λαμπρινοπούλου, αλλά και «Το νόημα της συναίνεσης» της Ισπανίδας φιλοσόφου Κλάρα Σέρρα, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πόλις.
Μπορεί κάποιος να συναινεί χωρίς να καταλαβαίνει πλήρως τι πραγματικά θέλει;
Το να ξέρουμε τι θέλουμε δεν είναι καθόλου αυτονόητο. Συχνά δεν γνωρίζουμε καν ποιες είναι οι δυνατότητες που μας προσφέρονται, τι θα μπορούσαμε να επιθυμήσουμε, τι θα μας άρεσε και τι όχι. Αυτό ισχύει για όλες τις πτυχές της ανθρώπινης ζωής, άρα πρέπει να υπάρχει χώρος για ανακάλυψη, για δοκιμή, για αμφιβολία. Στο βιβλίο μου, ωστόσο, τα δύο κεντρικά πρόσωπα φαίνεται να ξέρουν πολύ καλά τι θέλουν και σε τι συναινούν. Κι όμως, αυτό ακριβώς είναι που προβληματίζει τον έναν από τους δύο, τον Εμίλ: γιατί να συναινεί στη σκηνοθεσία της ομοφοβίας στη μυχιότητα, ενώ παράλληλα αγωνίζεται για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του στην κοινωνία; Το νόημα της λογοτεχνίας είναι να θέτει τέτοια ερωτήματα, που δεν έχουν εύκολες απαντήσεις. Η αφήγηση μιας μυθοπλαστικής ιστορίας μπορεί να επιτρέψει στον καθένα να τα επεξεργαστεί σε βάθος, δίχως δογματισμό.

Πόσο βαθιά πιστεύετε ότι είναι ριζωμένη η πατριαρχία σήμερα;
Νομίζω πως παραμένει πολύ βαθιά ριζωμένη. Το βλέπουμε στην καθημερινότητά μας, από τις διαφορές στην ανατροφή αγοριών και κοριτσιών μέχρι και στον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται πολιτικά στην Ευρώπη η αντίδραση στα κινήματα ισότητας. Οφείλω βέβαια να πω ότι, στο Παρίσι, όπου ζω, νιώθω πως πολλά πράγματα έχουν αλλάξει. Στο αεροδρόμιο της Αθήνας, άκουσα τις προάλλες έναν γάλλο πατέρα να λέει στο αγοράκι του: «Υπάρχουν άραγε στην Ελλάδα, στις τουαλέτες των ανδρών, πάγκοι για την αλλαγή της πάνας σου όπως στην Γαλλία;» πριν δει πως όχι, δεν υπάρχουν. Ίσως αυτό το συμβάν ακούγεται ασήμαντο. Όμως, πρόκειται για μικρές αλλαγές που μπορούν να μετασχηματίσουν ρόλους και συνήθειες και να δείξουν πως η πατριαρχία δεν είναι μια μοιραία ή αμετάβλητη κατάσταση. Αυτό που με ενδιέφερε βέβαια στο βιβλίο ήταν να δείξω πως τα πατριαρχικά πρότυπα δεν εκφράζονται μόνο μέσα από εμφανείς μορφές εξουσίας ή ανισότητας, αλλά και μέσα από πιο διακριτικά πρότυπα που εσωτερικεύονται και παίζουν ρόλο μέχρι και στη διαμόρφωση της επιθυμίας.
Θεωρείτε ότι οι άνδρες σήμερα βρίσκονται σε μια φάση επαναπροσδιορισμού;
Σίγουρα, πολλοί άνδρες βρίσκονται σήμερα σε μια φάση επαναπροσδιορισμού. Οι κοινωνικές ισορροπίες, οι διεκδικήσεις των γυναικών αλλά και των μειονοτήτων ωθούν σε μια αναθεώρηση του τρόπου με τον οποίο η ανδρική ταυτότητα καθορίζει τη θέση του καθενός στην κοινωνία. Σήμερα βλέπουμε να αναδύονται πρότυπα που δεν συνδέονται με την παραδοσιακή ανδρική ταυτότητα. Αυτή η αλλαγή έχει αναπόφευκτα αντίκτυπο στο πώς συμπεριφέρονται γενικότερα οι άνδρες. Ταυτόχρονα, όμως, υπάρχουν και άνδρες, όπως ο Ενζό στο βιβλίο, οι οποίοι δεν θέλουν να αλλάξουν, φοβούμενοι ότι θα χάσουν την κυριαρχία τους. Έτσι γεννιούνται αντιδράσεις και παρατηρούμε μια επιστροφή σε πιο συντηρητικές στάσεις, ιδιαίτερα στη διαδικτυακή «ανδρόσφαιρα» και σε ορισμένα μασκουλινιστικά πολιτικά κινήματα, συχνά συνδεδεμένα με την ακροδεξιά.
Μεγαλώνοντας, νιώσατε ότι έπρεπε να «ταιριάξετε» σε ένα συγκεκριμένο πρότυπο;
Ένιωθα πάντως, ειδικά στην εφηβεία, πως αν δεν ταίριαζε κανείς σε συγκεκριμένα ανδρικά πρότυπα, το πλήρωνε, υφιστάμενος μπούλινγκ και καταπίεση. Αυτό ίσχυε για όλα τα αγόρια που δεν ήθελαν να συμμορφωθούν με την αγέλη, ανεξαρτήτως σεξουαλικού προσανατολισμού. Είναι θλιβερό το ότι αυτοί που επικρατούν είναι αυτοί που καταπιέζουν όσους δεν έχουν διάθεση να καταπιέζουν τους άλλους. Μεγαλώνοντας, κατάλαβα πως το ζητούμενο είναι να διαμορφώνει κανείς ένα περιβάλλον που να του επιτρέπει να παραμένει ευθυγραμμισμένος με τις αξίες του.
Σήμερα για κάποιον που είναι στην ηλικία σας είναι πιο εύκολο να είναι ο εαυτός του ή όχι;
Δύσκολη η γενίκευση για μια ολόκληρη γενιά. Θα επαναλάβω αυτό που είπα και νωρίτερα. Νομίζω πως αυτό που επιτρέπει σε κάποιον να είναι ευτυχής με τον εαυτό του είναι το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζει, ένα οικογενειακό, κοινωνικό, επαγγελματικό, γεωγραφικό και πολιτισμικό περιβάλλον που να του επιτρέπει να είναι ο εαυτός του και να νιώθει άνετα και σε διαφορετικά περιβάλλοντα. Νομίζω, λοιπόν, πως χρειάζεται να είναι ο καθένας ανοιχτός στην προσωπική αλλά και στην κοινωνική αλλαγή. Γι’ αυτό και η μετασχηματιστική δύναμη του πολιτισμού, αλλά και της πολιτικής, έχει τόση σημασία.

Τι σας τράβηξε στο να φέρετε δύο τόσο φαινομενικά διαφορετικούς χαρακτήρες, όπως είναι ο Ένζο και ο Εμίλ, κοντά;
Επέλεξα δύο χαρακτήρες που αντιπροσωπεύουν την πόλωση της εποχής μας. Ο Ενζό είναι ένας μάτσο άντρας που ταυτίζεται με τη μασκουλινιστική ιδεολογία. Ο Εμίλ είναι ένας κουήρ άντρας, ο οποίος μάχεται για τα δικαιώματά του. Φέρνοντάς τους κοντά, ήθελα να εξερευνήσω τη σχέση που μπορεί να αναπτύξει ένα άτομο με τον αντίθετο πόλο, καθώς και το πώς αυτός μπορεί να προκαλεί ταυτόχρονα αποστροφή και επιθυμία.
Σε ποιον από τους δύο νιώθετε πιο κοντά;
Νιώθω, σίγουρα, πιο κοντά στον Εμίλ και θέλω κι εγώ να τείνω προς τις ανθρωπιστικές αξίες που αυτός πρεσβεύει. Συνειδητά, όμως, έδωσα στα ονοματεπώνυμα και των δύο χαρακτήρων τα δικά μου αρχικά, για να δείξω πως, πέρα από κάθε προσδιορισμό, ο καθένας θα μπορούσε να τείνει προς κάτι καλύτερο.
Βλέπετε τον Ενζό ως «προϊόν» της κοινωνίας του;
Και ναι και όχι. Ναι, με την έννοια ότι μεγαλώνει σε μια κοινωνία όπου, για να απολαύσει την αναγνώριση του περίγυρού του αλλά και μια κυρίαρχη κοινωνική θέση, πρέπει να γίνει ο μάτσο άνδρας τον οποίο περιγράφω. Οι γονείς του, τον ωθούν από μικρό να χρησιμοποιεί τη βία και το μίσος προκειμένου να επικρατεί. Βέβαια, το άτομο δεν είναι μονάχα προϊόν της κοινωνίας. Υπάρχει επίσης ζήτημα προσωπικής ευθύνης. Όταν του δίνεται η επιλογή να αλλάξει, ο Ενζό δεν αλλάζει.
Ο Εμίλ είναι πιο ελεύθερος ή απλώς διαφορετικά εγκλωβισμένος;
Όταν ο Εμίλ γράφει τη δική του αφήγηση, στο τρίτο μέρος του βιβλίου, έχει προηγηθεί το κίνημα #BeyondConsent, ένα κίνημα χειραφέτησης που γεννιέται στο δεύτερο μέρος ως αποτέλεσμα της ομοφοβικής επίθεσης του Ενζό εναντίον του. Μέσα από αυτή την αφήγηση, ο αναγνώστης ανακαλύπτει έναν πολύ πιο ώριμο, στοχαστικό και ευαίσθητο χαρακτήρα. Ο Εμίλ προσπαθεί διαρκώς να τείνει προς μια μεγαλύτερη ελευθερία, αλλά και να επεξεργάζεται την ίδια την έννοια της ελευθερίας, αφού αναρωτιέται αν το να κάνει κανείς ό,τι θέλει συνιστά ελευθερία ή αν ελευθερία είναι, τελικά, το να πράττει κανείς αυτό που ευθυγραμμίζεται με τις αξίες του.
Σας φοβίζει η δύναμη που έχουν τα social media να «καταδικάζουν»; Μπορεί η κοινή γνώμη να γίνει πιο σκληρή από την ίδια τη δικαιοσύνη;
Η κοινή γνώμη είναι ο τρίτος πρωταγωνιστής του βιβλίου. Το δεύτερο μέρος του είναι γραμμένο ως μια επισκόπηση Τύπου, όπου συζητιέται, τόσο στον Τύπο όσο και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η σχέση των δύο βασικών ηρώων. Σε αυτό το δεύτερο μέρος, ένα διαδικτυακό κοινωνικό κίνημα, το #BeyondConsent, αναπτύσσεται μέσα από ένα σύνολο μικρών αφηγήσεων που συνθέτουν τη μεγάλη αφήγηση. Νομίζω πως τα κοινωνικά δίκτυα επεκτείνουν αυτό που τα πιο παραδοσιακά μέσα ήδη έκαναν μέσω της αρθρογραφίας. Αλλάζει όμως η κλίμακα και αλλάζουν οι κανόνες του παιχνιδιού. Ο τρόπος λειτουργίας πολλών μέσων απλουστεύει την πραγματικότητα, μας εγκλωβίζει σε «filter bubbles» και επιτρέπει την αλγοριθμική προώθηση μιας ρητορικής μίσους, στην υπηρεσία μιας οικονομίας της προσοχής. Για όλους αυτούς τους λόγους, χρειάζεται εγρήγορση και χρειάζεται και ρύθμιση. Ωστόσο, η κοινή γνώμη έχει τη σημασία της. Η δικαιοσύνη υπηρετεί τον νόμο, τον οποίο η πολιτική εξουσία διαμορφώνει λαμβάνοντας δημοκρατικά υπόψη την άποψη της κοινής γνώμης.
Νιώθετε ελεύθερος όταν γράφετε ή σας επηρεάζει το πώς θα διαβαστεί;
Σίγουρα σκέφτομαι πάντα το πώς θα διαβαστεί ένα κείμενο. Από τη στιγμή που θεωρώ ότι έχει λογοτεχνική αξία και ότι θα μπορούσε να ενδιαφέρει άλλους εκτός από εμένα, το γράφω για να διαβαστεί. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει πως δεν νιώθω ελεύθερος όταν γράφω. Το αντίθετο, νιώθω ελεύθερος, ακριβώς γιατί πιστεύω πως η ελευθερία έχει αξία μόνο αν την μοιραζόμαστε με άλλους.
Πώς θα περιγράφατε τον εαυτό σας σε κάποιον που δεν σας ξέρει καθόλου;
Γεννήθηκα στην Αθήνα το 1999 από Έλληνα πατέρα και Γαλλίδα μητέρα. Ζω σήμερα στο Παρίσι, όπου σπούδασα και εξειδικεύτηκα επαγγελματικά στην πολιτική του πολιτισμού και ειδικότερα στον τρόπο με τον οποίο το κράτος καλείται να αντιμετωπίσει τις αλλαγές που φέρνουν οι νέες τεχνολογίες και η τεχνητή νοημοσύνη στο χώρο του πολιτισμού. Κατά τα άλλα, θα έλεγα πως είμαι ένας απλός άνθρωπος. Μου αρέσει η ζωή, μου αρέσουν οι καλές παρέες, η θάλασσα, ο ήλιος, το καλό φαγητό, με παθιάζουν η τέχνη, οι ιδέες και η πολιτική. Επίσης, μου αρέσει να δουλεύω. Δουλεύω πολύ. Νομίζω πως μόνο δουλεύοντας μπορούμε να φέρουμε αλλαγή.
Γιατί επιλέξατε το Παρίσι για να ζήσετε εκεί ένα μέρος της ζωής σας; Τι σας προσφέρει αυτή η πόλη;
Πήρα γαλλικό απολυτήριο λυκείου και ήταν φυσική συνέπεια να σπουδάσω στη Γαλλία. Σπούδασα λοιπόν στο Παρίσι, πρώτα στη Σορβόννη και στη συνέχεια στο Sciences Po. Έπιασα δουλειά, δημιούργησα φιλίες και σχέσεις, μια χαρούμενη καθημερινότητα, και έτσι μένω εκεί, προς το παρόν. Την πόλη αυτή, την αγαπώ και τη γνωρίζω απ’ έξω. Το Παρίσι προσφέρει μια αίσθηση απίστευτης ελευθερίας, ακόμη κι αν η ζωή εκεί είναι αρκετά ακριβή, κάτι που προσδίδει στην πόλη και πτυχές αρκετά μεγάλης σκληρότητας.
Υπάρχει κάτι που σας λείπει από την Ελλάδα;
Πολλά μου λείπουν από την Ελλάδα, όπως, μάλλον, σε όλα τα παιδιά που έφυγαν για να ζήσουν, να σπουδάσουν ή να δουλέψουν στο εξωτερικό. Κάποια πολύ βασικά πράγματα είναι η θάλασσα, ο ουρανός, τα ωραία τοπία, το φαγητό. Και, βέβαια, η οικογένειά μου. Στον τομέα στον οποίο εργάζομαι, ωστόσο, οι επαγγελματικές δυνατότητες είναι περισσότερες στη Γαλλία. Θα ήθελα όμως πολύ, κάποια στιγμή, να εργαστώ υπέρ μιας σύγχρονης και καινοτόμας πολιτικής του πολιτισμού στη χώρα μας.


