Βιβλίο|11.05.2026 12:40

Ο Ιταλός μετρ του νουάρ Sandrone Dazieri στην Ελλάδα: «Επιτέλους, έσπασε η κατάρα» λέει στο ethnos.gr

Άγγελος Γεραιουδάκης

Στην 22η Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, η προσέλευση του κοινού υπήρξε εντυπωσιακή. Χιλιάδες επισκέπτες περιηγήθηκαν στα περίπτερα της έκθεσης, γνώρισαν συγγραφείς, μεταφραστές, εικονογράφους και εκδότες, ενώ παρακολούθησαν το πλούσιο πρόγραμμα εκδηλώσεων, συζητήσεων και παρουσιάσεων βιβλίων.

Στο επίκεντρο των φετινών δράσεων βρέθηκαν ζητήματα όπως η τεχνητή νοημοσύνη, η σχέση του βιβλίου με τη σύγχρονη ψηφιακή εποχή, η ελευθερία της έκφρασης, η μετάφραση ως γέφυρα πολιτισμών, ο ρόλος των βιβλιοθηκών και των εκδοτών, η φιλαναγνωσία, η συλλογικότητα, τα επαγγελματικά δικαιώματα των συγγραφέων, αλλά και η δημόσια διάσταση της λογοτεχνίας. Συγγραφείς, μεταφραστές, εκδότες, πανεπιστημιακοί και άνθρωποι του βιβλίου ανέδειξαν τόσο τις νέες προκλήσεις όσο και τη διαχρονική δύναμη της λογοτεχνίας.

Ξεχωριστή, μεταξύ άλλων, ήταν η παρουσία του Ιταλού συγγραφέα Sandrone Dazieri (Σαντρόνε Ντατσιέρι), ο οποίος βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη για να παρουσιάσει το νέο του βιβλίο «Το κακό που κάνουν οι άνθρωποι», που κυκλοφορεί στην Ελλάδα από τις εκδόσεις Πατάκη. Γεννημένος στην Κρεμόνα της Ιταλίας το 1964, ο Dazieri εγκατέλειψε νωρίς την καριέρα του ως σεφ για να αφοσιωθεί στη συγγραφή και τη σεναριογραφία. Σήμερα θεωρείται μία από τις πλέον επιδραστικές φωνές της ιταλικής και ευρωπαϊκής αστυνομικής λογοτεχνίας, με έργο πολυμεταφρασμένο και διεθνή απήχηση. 

Στη χώρα μας κυκλοφορούν, επίσης, τα βιβλία του «Σκότωσε τον Πατέρα» (2017) — που έχει μεταφραστεί σε περισσότερες από 20 γλώσσες —, «Ο άγγελος» (2020) και «Ρήγας Καρό» (2023). Παράλληλα, ως σεναριογράφος και head writer, έχει συνδέσει το όνομά του με ιδιαίτερα επιτυχημένες τηλεοπτικές σειρές, όπως οι «Squadra Antimafia», «Intelligence» και «R.I.S. Roma». Λίγο πριν από την εμφάνισή του στην αίθουσα ΕΛΒΙΠ του Περιπτέρου 15, ο διάσημος συγγραφέας μίλησε αποκλειστικά στο ethnos.gr για το νέο του βιβλίο, την πρώτη του επίσκεψη στην Ελλάδα και τη σχέση του με το αναγνωστικό κοινό.

«Επιτέλους, έσπασε η "κατάρα" και ήρθα στην Ελλάδα»

«Ντρέπομαι λίγο που το παραδέχομαι, αλλά είναι η πρώτη φορά που έρχομαι στην Ελλάδα, παρότι σχεδόν όλοι όσοι γνωρίζω έχουν περάσει έστω και για διακοπές από εδώ. Είχα προγραμματίσει να έρθω δύο φορές στο παρελθόν, όμως και τις δύο κάτι προέκυψε πέρα από τον έλεγχό μου. Επιτέλους, η "κατάρα" έσπασε», ανέφερε χαρακτηριστικά, ο Sandrone Dazieri.

Ο ίδιος στάθηκε ιδιαίτερα στη σημασία της επαφής με αναγνώστες από διαφορετικές χώρες. «Όταν συναντώ αναγνώστες από έναν άλλο τόπο, με ενδιαφέρει ν' ανακαλύψω τι είναι αυτό που τους φάνηκε οικείο στις ιστορίες και στους χαρακτήρες μου. Και ύστερα μου αρέσει να τους ακούω να μιλούν για όσα διαβάζουν οι ίδιοι, για τους συγγραφείς της χώρας τους που αγαπούν. Είναι ο πιο γρήγορος τρόπος να αποκτήσεις αίσθηση ενός τόπου».

Στην ερώτηση αν έχει ξεχωρίσει κάποιον Έλληνα συγγραφέα ή έργο της ελληνικής λογοτεχνίας που τον έχει επηρεάσει, ο Sandrone Dazieri απάντησε με χιούμορ: «Πέρα από τους κλασικούς, δεν ξέρω. Τον Όμηρο; Μετράει αυτό;. Θα έλεγα τον Πέτρο Μάρκαρη. Νομίζω πως μοιραζόμαστε μια παρόμοια ματιά πάνω στην κοινωνία».

Το κακό που κάνουν οι άνθρωποι

Με κινηματογραφικό ρυθμό, συνεχείς ανατροπές και έντονο ψυχολογικό βάθος, ο Sandrone Dazieri επιστρέφει με το νέο του βιβλίο «Το κακό που κάνουν οι άνθρωποι», στήνοντας ένα πολυεπίπεδο αφήγημα γύρω από τη διαφθορά, τις θαμμένες αλήθειες και τη λεπτή γραμμή που χωρίζει το θύμα από τον θύτη. Πρόκειται για ένα αστυνομικό θρίλερ που φωτίζει τη σιωπή, αλλά και τις ευθύνες όσων επιλέγουν να ανέχονται το κακό.

Δανειζόμενος τον σαιξπηρικό στίχο από τον «Ιούλιο Καίσαρα» — «Το κακό που κάνουν οι άνθρωποι ζει και μετά απ’ τους ίδιους, το καλό συχνά θάβεται με τα κόκαλά τους» — ο Ιταλός συγγραφέας επιχειρεί να εξερευνήσει το σκοτεινό πρόσωπο της εξουσίας, της δικαιοσύνης και του ανθρώπινου ψυχισμού. Ερωτηθείς τι ήταν εκείνο που τον οδήγησε να επιλέξει τη συγκεκριμένη φράση ως τίτλο και θεμέλιο της ιστορίας του, ο ίδιος εξηγεί: «Ξεκίνησα να γράφω ένα εντελώς διαφορετικό βιβλίο, με διαφορετικό τίτλο. Υποτίθεται ότι θα επικεντρωνόταν στον δολοφόνο και λεγόταν κάτι σαν "Il Persico". Στην πορεία, όμως, κατάλαβα πως η ιστορία που πραγματικά με ενδιέφερε δεν ήταν η δική του. Δεν πιστεύω στα τέρατα· τα τέρατα δεν υπάρχουν. Υπάρχουν άρρωστοι άνθρωποι και υπάρχουν άνθρωποι που επιλέγουν το κακό είτε από συμφέρον είτε επειδή στερούνται ηθικής πυξίδας. Εκείνη που με ενδιέφερε ήταν η αστυνομικός που τον κυνηγά, η Ιτάλα. Προσπαθεί να κάνει το σωστό με τον μόνο τρόπο που ξέρει, μέσω της βίας. Και γνωρίζει πολύ καλά ότι στο τέλος θα πέσει κι η ίδια θύμα της. Παρ’ όλα αυτά συνεχίζει, γιατί δεν μπορεί πλέον να συμβιβαστεί με τον εαυτό της. Και ξέρει πως κανείς δεν θα τη θυμάται γι’ αυτό».

Στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκεται η αστυνομικός Ίταλα Καρούζο, γνωστή ως «Βασίλισσα», η οποία έρχεται αντιμέτωπη με μια υπόθεση που θεωρητικά είχε κλείσει εδώ και χρόνια. Η ίδια είχε οδηγήσει στη σύλληψη ενός άντρα, ο οποίος θεωρήθηκε υπεύθυνος για την απαγωγή και τη δολοφονία τριών νεαρών κοριτσιών. Ωστόσο, από τότε κάτι δεν της ταίριαζε. Και αυτό το ανησυχητικό κενό επιστρέφει με τρόπο αδυσώπητο.

Όταν η δεκαεξάχρονη Αμάλα Καβαλκάντε εξαφανίζεται από το σπίτι της στη βόρεια Ιταλία, όλα μοιάζουν να συνδέονται με την παλιά υπόθεση. Η νεαρή κοπέλα βρίσκεται φυλακισμένη στο υπόγειο ενός εγκαταλελειμμένου κτιρίου, έχοντας ως μοναδικά όπλα την ευφυΐα και την επιμονή της να επιβιώσει. Την ίδια στιγμή, η Φραντσέσκα Καβαλκάντε και η Ιτάλα Καρούζο καλούνται να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες των επιλογών τους και να αναμετρηθούν με το βάρος της προσωπικής ευθύνης.

Απαντώντας στο κατά πόσο η έννοια της ηθικής ευθύνης καθορίζει τους χαρακτήρες του βιβλίου, ο Dazieri σημειώνει: «Η ηθική ευθύνη είναι αυτό που κινεί την Ιτάλα και τη Φραντσέσκα. Η Ιτάλα ενοχοποιεί έναν άνθρωπο που μπορεί να 'ναι αθώος και το γνωρίζει. Από εκείνη τη στιγμή κουβαλά μέσα της έναν "δρυοκολάπτη" που χτυπά ασταμάτητα το κεφάλι της, χωρίς ποτέ να σωπαίνει. Η Φραντσέσκα, τριάντα χρόνια νωρίτερα, ήταν η δικηγόρος εκείνου του άντρα. Είχε καταλάβει ότι τα στοιχεία ήταν στημένα, όμως τότε έκανε τα πρώτα της βήματα και δεν πάλεψε όσο έπρεπε. Έφυγε για το Λονδίνο, έχτισε καριέρα, προσπάθησε να ξεχάσει. Όταν επιστρέφει στην Ιταλία και απαγάγουν την ανιψιά της, συνειδητοποιεί αμέσως ότι ο πραγματικός δολοφόνος κυκλοφορεί ακόμη ελεύθερος και ότι η ίδια το γνώριζε από παλιά. Για μένα, η ηθική ευθύνη δεν είναι μια σωστή πράξη που κάνεις μία φορά και τελειώνει εκεί. Είναι κάτι με το οποίο ζεις καθημερινά, ακόμη κι όταν κανείς δεν το βλέπει και κανείς δεν πρόκειται ποτέ να σου ζητήσει λογαριασμό γι’ αυτό».

«Η βία είναι μια μόλυνση που περνά από γενιά σε γενιά»

Στο μυθιστόρημα, το κακό μοιάζει να αναπαράγεται διαρκώς, δημιουργώντας έναν αέναο κύκλο βίας και τραύματος. Ερωτηθείς αν πιστεύει πως η βία γεννά αναπόφευκτα περισσότερη βία — και κατά πόσο η λογοτεχνία μπορεί να βοηθήσει στην κατανόηση των βαθύτερων αιτιών της — ο Sandrone Dazieri απαντά χωρίς δισταγμό: «Δεν το πιστεύω απλώς, αλλά είμαι βέβαιος πως η πρόσφατη ιστορία μάς το αποδεικνύει ξεκάθαρα. Η βία είναι μια μόλυνση που περνά από γενιά σε γενιά. Το θύμα γίνεται θύτης και όσοι έχουν βιώσει ένα τραύμα συχνά το επιστρέφουν στον κόσμο με κάποια μορφή. Η Ιτάλα πιστεύει ότι μπορεί να κλείσει μια τρύπα ανοίγοντας μια άλλη, κι έτσι αφήνει πίσω της μια κληρονομιά αίματος που διασχίζει τριάντα χρόνια και φτάνει σ' ένα ακόμη κορίτσι. Η απάντηση στη βία δεν είναι περισσότερη βία. Είναι η ευφυΐα, η ενσυναίσθηση, η υπομονή να αναζητήσεις το κακό στη ρίζα του. Και σε αυτό βοηθά η λογοτεχνία. Σου λέει πως τα τέρατα δεν υπάρχουν. Σου κρατά έναν καθρέφτη και σου υπενθυμίζει ότι ορισμένες σκοτεινές πλευρές ανήκουν σε όλους μας».

Το βιβλίο αγγίζει παράλληλα ζητήματα όπως η έμφυλη βία, η διαφθορά και η κατάχρηση εξουσίας, στοιχεία που διατρέχουν ολόκληρη την ιστορία και ενισχύουν τον κοινωνικό χαρακτήρα του έργου. Για τον Dazieri, η αστυνομική λογοτεχνία αποτελεί ένα ιδιαίτερα ισχυρό εργαλείο διερεύνησης των πιο σκοτεινών όψεων της κοινωνίας. 

«Κάθε λογοτεχνία είναι ένα εργαλείο για να ξεκλειδώσεις και να κατανοήσεις το παρόν. Το νουάρ και το θρίλερ διαθέτουν μερικά επιπλέον μέσα, επειδή έχουν την έρευνα. Ενα έγκλημα που σε αναγκάζει να εισβάλεις σε σπίτια, σε εισαγγελικά γραφεία, σε οικογένειες και συνειδήσεις. Όταν γράφω, όμως, αυτό το είδος δεν λειτουργεί ως προσωπείο για να μιλήσω για κάτι άλλο. Είναι ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο σκέφτομαι μια ιστορία. Πιστεύω ότι η αστυνομική λογοτεχνία έχει τη δύναμη να φτάνει σε σκοτεινές και δύσκολες αλήθειες, εκεί όπου άλλα λογοτεχνικά είδη συχνά διστάζουν να μπουν. Μέσα από την ένταση της πλοκής και τη δύναμη της αφήγησης, μπορεί να φωτίσει πλευρές της κοινωνίας όπως η διαφθορά, η κατάχρηση εξουσίας και η πατριαρχική βία, αφήνοντας ένα βαθύ αποτύπωμα στη σκέψη και τη φαντασία του αναγνώστη».

Διεθνής Έκθεση Βιβλίου ΘεσσαλονίκηςσυγγραφέαςΠατάκηςΘεσσαλονίκηαστυνομική λογοτεχνίαβία