Βιβλίο|18.07.2026 16:27

Ελένη Γιαννακάκη στο ethnos.gr: «Οι Κρητικοί είναι οι τελευταίοι που θα συμμορφωθούν με τους νόμους του κράτους»

Άγγελος Γεραιουδάκης

Η Ελένη Γιαννακάκη είναι μία από τις σημαντικότερες σύγχρονες Ελληνίδες συγγραφείς. Κατάγεται από το Ρέθυμνο και έχει διδάξει Νεοελληνική Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Στα βιβλία της δεν την ενδιαφέρει μόνο να αφηγηθεί μια ιστορία. Μέσα από καθημερινές εικόνες, όπως η μαγειρική ή οι δουλειές του σπιτιού, μιλά για βαθιά ανθρώπινα συναισθήματα, τις ενοχές, την απώλεια και τις ευθύνες που κουβαλά ο άνθρωπος. Με απλή αλλά ιδιαίτερα δυνατή γραφή καταφέρνει να συγκινεί και να προβληματίζει τον αναγνώστη.

Το νέο της μυθιστόρημα έχει τον τίτλο «Κρητικό Πιλάφι» από τις εκδόσεις Πατάκη και αποτελεί ένα από τα πιο δυνατά έργα της. Η ιστορία εκτυλίσσεται στην Κρήτη και έχει στο επίκεντρο μια μητέρα, την Αλεξάνδρα, μια συνταξιούχο λυκειάρχη που ζει μόνη σε ένα μικρό χωριό. Εκείνη ετοιμάζει με πολλή αγάπη το κυριακάτικο τραπέζι για τα δύο παιδιά της. Ανάμεσα στα φαγητά ξεχωρίζει το παραδοσιακό κρητικό πιλάφι, ένα πιάτο που συνδέεται με την οικογένεια, τη φροντίδα και την παράδοση.

Καθώς η Αλεξάνδρα μαγειρεύει, οι σκέψεις της ταξιδεύουν συνεχώς στο παρελθόν. Θυμάται γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωή της και προσπαθεί να συμφιλιωθεί με δύσκολες αποφάσεις και έντονες ενοχές. Σιγά - σιγά ο αναγνώστης καταλαβαίνει ότι πίσω από τη φαινομενικά ήρεμη καθημερινότητα κρύβεται μια βαθιά τραγωδία. Η συγγραφέας αποκαλύπτει την αλήθεια με υπομονή και διακριτικότητα, δημιουργώντας συγκίνηση, χωρίς υπερβολές.

Ένα από τα σημαντικότερα θέματα του βιβλίου είναι ο Βόρειος Οδικός Άξονας Κρήτης, ο γνωστός ΒΟΑΚ. Η Ελένη Γιαννακάκη χρησιμοποιεί την προσωπική ιστορία της ηρωίδας για να μιλήσει για τα πολλά τροχαία δυστυχήματα που έχουν στοιχίσει τη ζωή σε εκατοντάδες ανθρώπους. Το βιβλίο αποτελεί μια δυνατή υπενθύμιση ότι πίσω από κάθε δυστύχημα υπάρχουν οικογένειες που ζουν με τον πόνο και την απώλεια. Παράλληλα, θέτει ερωτήματα για την ευθύνη της πολιτείας, αλλά και της κοινωνίας, απέναντι στην οδική ασφάλεια και την ανθρώπινη ζωή.

Το «Κρητικό Πιλάφι» είναι ένα βιβλίο για τη μητρική αγάπη, τις δύσκολες επιλογές, τη δύναμη της μνήμης και την ανάγκη να αντιμετωπίζουμε την αλήθεια, όσο επώδυνη κι αν είναι. Η συγγραφέας δείχνει πως ακόμη και οι πιο απλές στιγμές της καθημερινότητας μπορούν να κρύβουν μεγάλα ερωτήματα για τη ζωή.

Το «Κρητικό πιλάφι» μοιάζει με ένα μυθιστόρημα που ξεκινά από την κουζίνα, αλλά καταλήγει να μιλά για τα πιο δύσκολα ερωτήματα της ζωής. Από πού γεννήθηκε αυτή η ιστορία;

Όλα είναι μέρος της καθημερινότητας και της ζωής γενικότερα. Το φαγητό, ως στοιχειώδης φροντίδα για επιβίωση, αλλά και σαν κοινωνικό φαινόμενο – αιτία συγχρωτισμού των ανθρώπων –, ο θάνατος και η οδύνη της απώλειας, η συντήρηση των αναμνήσεων σαν μια μορφή πρόσκαιρης αθανασίας. Η μαγειρική είχε πάντα για μένα μεταφορικά μια αμφίδρομη σχέση με τη συγγραφή. Κυρίως αυτή, αφού μπορείς να «παίξεις» με τα υλικά, τον χρόνο και τον τρόπο μαγειρέματος, σε αντίθεση με τη ζαχαροπλαστική, όπου οι αναλογίες είναι ως επί το πλείστον χημικά καθορισμένες. Η μαγειρική είναι δημιουργία.

Στο άλλο ήμισυ της εξίσωσης, στο γράψιμο δηλαδή, η αντικατάσταση μιας λέξης με κάποια άλλη, η αλλαγή της σειράς των λέξεων, το σβήσε-γράψε, το να δοκιμάζεις διαρκώς τον εσωτερικό ρυθμό μιας πρότασης, το να χώνεις έναν καινούργιο ήρωα ή περιστατικό γιατί κάτι νιώθεις ξαφνικά πως σου λείπει, όπως αλάτι ή λεμόνι αντίστοιχα, όλα αυτά σημαίνουν σκέτο «μαγείρεμα». Κοινότατη η μεταφορά άλλωστε: η «κουζίνα του συγγραφέα», δεν διαβάζουμε επανειλημμένα; Κάπως έτσι ξεκίνησε το πρώτο μου βιβλίο, από μια σκέψη, μια μεταφορά, ενώ μαγείρευα στη μικροσκοπική τότε κουζίνα του σπιτιού μου.

Γιατί επιλέξατε να αφηγηθείτε μια τόσο σκληρή ιστορία μέσα από κάτι τόσο καθημερινό, όπως η προετοιμασία ενός κυριακάτικου οικογενειακού τραπεζιού;

Η μαγειρική όπως και η συγγραφή, έχουν αποδέκτες: ποτέ δεν μαγείρεψα για μένα, ή έστω ποτέ δεν έβαλα φαντασία, δεν πειραματίστηκα, όταν είμαι μόνη μου. Μαγειρεύω για όσους θα κάτσουν γύρω από το τραπέζι για να κορέσουν την πείνα τους, αλλά και για να απολαύσουν το φαγητό, να συζητήσουν γι’ αυτό κάποιες φορές αν τους αρέσει, και παράλληλα να μιλήσουν για άπειρα άλλα θέματα που μπορεί να τους απασχολούν θετικά ή αρνητικά. Η οικογένεια ή ακόμη και μια ομάδα φίλων έρχεται κοντά, κοντύτερα, δένεται γύρω από ένα τραπέζι.

Σ’ αυτό το πλαίσιο λοιπόν η ηρωίδα μου, η Αλεξάνδρα και κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας του γεύματος αλλά κυρίως κατόπιν, όπου καθισμένη στο τραπέζι προσπαθεί να αναπαραγάγει στη φαντασία της μια τέτοια οικογενειακή σκηνή βγαλμένη απ’ το παρελθόν, εν ολίγοις να θυμηθεί για άλλη μια φορά τι είχε και τι έχασε. Ουσιαστικά οργανώνει ένα μνημόσυνο για τους απόντες της, όπου το γαμοπίλαφο έχει αντικαταστήσει εδώ τον δίσκο με κόλλυβα.

Γιατί επιλέξατε ειδικά το κρητικό πιλάφι;

Το κρητικό πιλάφι αποτελούσε πάντα, τουλάχιστον στη δυτική Κρήτη, το πρώτο πιάτο κάθε επίσημου ή μεγάλου οικογενειακού τραπεζιού, όπως οι Ιταλοί προσφέρουν ζυμαρικό. Ή και το μοναδικό πιάτο στο κλειστό οικογενειακό τραπέζι της Κυριακής. Επιπλέον, ήταν και είναι το πρώτο πιάτο στα γαμήλια τραπέζια, εξ ου και ο χαρακτηρισμός «γαμοπίλαφο» από τους μη Κρητικούς, που έχει πια υιοθετηθεί ακόμη και από κάποιες ταβέρνες στην Κρήτη.

Στο προηγούμενο βιβλίο σας, «Ρέκβιεμ για μια Οκτάβια», ασχοληθήκατε με τη μητρότητα πριν ακόμη γεννηθεί ένα παιδί, ενώ στο «Κρητικό πιλάφι» εστιάζετε σε μια μητέρα που κουβαλά το βάρος μιας ολόκληρης ζωής. Τι είναι αυτό που σας φέρνει ξανά και ξανά στη σχέση μάνας και παιδιού;

Για μένα η μητρότητα με βρήκε απροετοίμαστη, παρότι στα 34. Σαν μια βραδυφλεγής βόμβα! Στο κεφάλι μου υπάρχει πάντα ένα «πριν» και ένα «μετά». Πριν τα παιδιά και μετά τα παιδιά. Εντελώς σχηματικά βέβαια γιατί αυτές οι περιχαρακώσεις όπως και η συνειδητοποίησή τους είναι ρευστές και σημειώνονταν σε ...δόσεις. Στην αρχή είχα πει, εντάξει τελειώσαμε και μ’ αυτό, όλα καλά και όρτσα τα πανιά! Αμ, δε!

Η απόφαση να κάνω παιδιά ξεκίνησε από την απλοική βεβαιότητα ότι ναι μεν θα προκύψουν περισσότερες υποχρεώσεις για μένα, μεγαλύτερη κούραση, λιγότερος προσωπικός χρόνος, συμβίωση με περισσότερα άτομα στο σπίτι, οικονομικό στρίμωγμα αλλά μέχρι εκεί! Πίστευα ότι κατά τ’ άλλα, σαν χαρακτήρας, σαν προσωπικότητα, θα παρέμενα η ίδια, με τη ίδια δίψα για ζωή, τις ίδιες φιλοδοξίες και ιδέες για το μέλλον, για μένα και τον άνδρα μου. Η πραγματικότητα αποδείχθηκε σταδιακά, με το χρόνο, εντελώς διαφορετική.

Με ποιον τρόπο σας άλλαξε;

Η μητρότητα άρχισε να με «διαβρώνει», να με καθορίζει σαν άτομο. Ήταν σαν να είχε σταδιακά ανοιχτεί στη ζωή μου ένα καινούργιο παράθυρο από το πουθενά κι άρχισα να βλέπω τη ζωή μέσα από το περίγραμμά του αποκλειστικά, μέσα απ’ την περιορισμένη οπτική του πλαισίου του. Η μητρότητα σε απομυζεί, σου ρουφά το μεδούλι, σε τραβάει μέσα, κάτω, σαν μια μαύρη τρύπα, όλο και πιο κάτω όσο περνούν τα χρόνια, καθώς η σχέση με τα παιδιά ξεδιπλώνεται, αναπτύσσεται, ενισχύεται, ταυτόχρονα με την επίγνωση ότι ποτέ δεν θα ξαναβγείς στην επιφάνεια, στο «πριν», στον ορίζοντα γεγονότων αυτής της τρύπας, με την παλιά σου μορφή και ταυτότητα.

Εν ολίγοις, ποτέ δεν θα πάψεις να είσαι μάνα, είτε ζουν τα παιδιά σου είτε όχι, ακριβώς όπως έπαψες να είσαι τόσα άλλα πράγματα εντωμεταξύ και εξ αιτίας τους. Μια ρωγμή στο χρόνο, που λέει κάποια στιγμή κι η ηρωίδα μου στο βιβλίο, που όλο μεγαλώνει, όλο βαθαίνει, ενώ εσύ γερνάς. Ναι, η μητρότητα είναι μια συγκλονιστική, διαμορφωτική κατά τη γνώμη μου εμπειρία και συνεπώς στοιχειώνει και τα βιβλία μου. Είναι η δική μου προοπτική της ζωής τέλος πάντων μετά το «μετά». Αντιλαμβάνομαι βέβαια ότι μ’ αυτόν τον τρόπο ίσως βγάζω απ’ το ταμπλώ τόσες άλλες γυναίκες που αθέλητα ή από επιλογή δεν έγιναν ποτέ μάνκες είτε βιολογικά είτε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο. Επέλεξα να μιλήσω για τη μόνη συνθήκη που γνωρίζω καλά, παρότι τις περισσότερες φορές τα θέματά μου δεν είναι απόσταγμα προσωπικών εμπειριών. Δεν κάνω αυτοβιογραφία και πόσω μάλλον σ’ αυτό εδώ! Τ

Βέβαια, «Το σκούρο γκρι σχεδόν μαύρο» έχει στοιχεία αυτοβιογραφίας... 

Ναι, γιατί όταν έγραφα εκείνο το βιβλίο, είχα ζήσει από πολύ κοντά καταστάσεις νευροεκφυλιστικών ασθενειών. Η συγκεκριμένη αντίληψη για τη μητρότητα υπάρχει και στο «Ρέκβιεμ για μια Οκτάβια», όπως αναφέρατε σε προηγούμενη ερώτησή σας, καθώς βρήκα τρομακτικά ενδιαφέρον το γεγονός ότι ένας διαφορετικός οργανισμός, όπως το χταπόδι βιώνει τη μητρότητα σαν μια έντονα «συναισθηματική» διαδικασία, τουλάχιστον σύμφωνα με τα ανθρώπινα μέτρα και σταθμά, μια διαδικάσία φθοράς και αυτοκαταστροφής. Κάποιος θα με αντέκρουε εδώ, ότι η περίπτωση του χταποδιού είναι ορμονική και όχι πολιτισμική.

Οπωσδήποτε παίζει σημαντικό ρόλο η περιρρέουσα κουλτούρα στις ανθρώπινες κοινωνίες (ας μην ξεχνάμε τι αποστροφή εξακολουθεί να προκαλεί η είδηση ότι μια μάνα εγκατέλειψε τα παιδιά της. Κάτι που δεν συμβαίνει αντίστοιχα στην περίπτωση ενός πατέρα, να το πούμε κι αυτό!) και κάπως έτσι εξηγούνται και οι όποιες συνήθως μικρές αποκλίσεις, στο πως βιώνεται η μητρότητα δηλαδή σε διαφορετικές κουλτούρες, εθνότητες και χώρες. Από την άλλη, το τι ποσοστό απ' όλο αυτό είναι θέμα νευροδιαβιβαστών ή ζήτημα κουλτούρας ή και τα δύο μαζί σε κάποια αναλογία, τουλάχιστον για το ανθρώπινο είδος, είναι ένα πολύ δύσκολο ερώτημα ν’ απαντηθεί κι ούτε είναι του παρόντος.

Η Κρητικιά μάνα διαφέρει από την υπόλοιπη Ελληνίδα μάνα ή πρόκειται για έναν μύθο που έχουμε καλλιεργήσει όλα αυτά τα χρόνια;

Θα έλεγα ότι η κρητικιά μάνα τώρα πια δεν διαφέρει από τις υπόλοιπες Ελληνίδες μάνες. Στο παρελθόν, ο ρόλος των γυναικών/μανάδων στα περίφημα «εγκλήματα τιμής» (βεντέτες) της Κρήτης θεωρείτο σημαντικός. Λέγεται πως οι γυναίκες ήταν αυτές που παρασκηνιακά ενθάρρυναν τους άντρες της οικογένειας να σκοτώσουν για να «πάρουν το αίμα [των σκοτωμένων δικών τους] πίσω». Κι αυτό όχι για φεμινιστικούς λόγους, όπως θα μπορούσε να φανταστεί κανείς, αλλά για την τιμή της οικογένειας στην κοινωνία, καθώς αυτή η τιμή ή αντίστοιχα η απώλειά της θα είχε αντίκτυπο στις ζωές όλων των γυναικών της οικογένειας, εν ολίγοις στην «αποκατάσταση» των ανύπαντρων κοριτσιών.

Η οικογένεια και η φήμη της στην κοινωνία, λοιπόν, βάρυνε περισσότερο απ’ τις ζωές κάποιων μελών της αφού τα ίδια τα μέλη της αποδέχονταν στην ουσία να θυσιαστούν (να δολοφονηθούν σε πράξεις αντεκδίκησης ή να γεράσουν στη φυλακή). Υπήρχαν φυσικά και οι δολοφονίες γυναικών από την ίδια την οικογένεια αν θεωρούνταν πως την είχαν «ατιμάσει» με το να συνάψουν σχέση εκτός γάμου.

Η ελληνίδα μάνα πάντως είναι μια κατηγορία από μόνη της κι αυτό οφείλεται στον σημαντικό ρόλο που εξακολουθεί να κατέχει η οικογένεια στην Ελλάδα. Η ελληνική οικογένεια στηρίζει τα μέλη της πάσει θυσία και εφ' όρου ζωής, μόνο που η υποστήριξη αυτή εξαργυρώνεται με αυταρχισμό και παρέμβαση στις προσωπικές ζωές των μελών της. Η μάνα, λοιπόν, με το φωτοστέφανο (ή μήπως το αγκάθινο στεφάνι;) της μητρότητας πιστεύεται πως έχει κεκτημένο δικαίωμα να επεμβαίνει με διάφορους τρόπους στις ζωές των παιδιών της, όπως παραδέχεται ότι έκανε και η ηρωίδα μου στο «Κρητικό Πιλάφι».

Πόσο έχει αλλάξει η θέση της γυναίκας στην Κρήτη; Έχουν ξεπεραστεί οι παραδοσιακοί ρόλοι ή εξακολουθούν να επιβιώνουν βαθιά πατριαρχικά στερεότυπα;

Αντίστοιχα με την αλλαγή του παραδοσιακού ρόλου της μάνας, έχει αλλάξει και η θέση της γυναίκας στην Κρήτη. Όταν ήμουν έφηβη θυμάμαι περιπτώσεις που ο πειραγμένος υμένας της νύφης αποκαθίστατο στην εντέλεια την επαύριο του γάμου με επιπλέον προίκα απ’ την πλευρά της οικογένειάς της. Αν η οικογένεια δεν είχε τη δυνατότητα να πληρώσει, ο γαμπρός επέστρεφε την κοπέλα στο πατρικό της ως χρησιμοποιημένο αντικείμενο με τις ανάλογες κοινωνικές συνέπειες γι' αυτήν και για την οικογένεια.

Τώρα πιά και για μερικές δεκαετίες, η θέση της κρητικιάς δεν διαφέρει καθόλου απ’ αυτήν της οποιασδήποτε άλλης Ελληνίδας. Η σεξουαλική επανάσταση του τέλους του ’60 έφθασε κάποια στιγμή, αν και με σημαντική καθυστέρηση, και στην Κρήτη, και μάλιστα και στις πιο παραδοσιακές και πατριαρχικές κοινότητες όπως είναι τα Ανώγεια και τα Σφακιά για παράδειγμα, κυρίως μέσω του τουρισμού, αλλά επίσης λόγω της διευκόλυνσης των ταξιδιών, της ομογενοποιημένης κουλτούρας που προωθείτο από τα ΜΜΕ, κυρίως τα ιδιωτικά, και πιο πρόσφατα μέσα απ’ την ευρεία διάδοση των κοινωνικών μέσων. Τώρα πια στην Κρήτη οι οικογένειες δεν αλληλοσκοτώνονται εξ αιτίας της καταπάτησης του μαλακού υπογαστρίου κόρης ή αδερφής, αλλά της καταπάτησης χασισοχώραφων ή οικονομικών συμφωνιών από εμπορία όπλων, προστασία καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος κλπ.

Τουλάχιστον το κρητικό γυναικείο σώμα έχει χάσει την τιμή του στο ντόπιο χρηματιστήριο αξιών οπότε κάτι είναι κι αυτό. Να διευκρινίσω εδώ ότι οι παραπάνω ενασχολήσεις αφορούν συγκεκριμένα κοινωνικά στρώματα και περιοχές στην Κρήτη με στενά πατριαρχικούς κώδικες συμπεριφοράς παλιότερα που σταδιακά εκφυλίστηκαν σε μαφιόζικους κώδικες «τιμής».

Παρά τις συνεχείς καμπάνιες ενημέρωσης και τη δημόσια συζήτηση γύρω από τον ΒΟΑΚ, η Κρήτη εξακολουθεί να πληρώνει βαρύ φόρο αίματος στην άσφαλτο. Πώς εξηγείτε ότι αυτή η πραγματικότητα δεν αλλάζει;

Ο ΒΟΑΚ ήταν και είναι μια ανοιχτή πληγή στην Κρήτη για πολλές δεκαετίες. Αλλωστε είναι ένας δρόμος που άρχισε να κατασκευάζεται τη δεκαετία του ’60. Εννοείται ότι δεν πληρεί τις ανάγκες ενός νησιού, όπως η Κρήτη, και ειδικά τα καλοκαίρια με τόσο τουρισμό! Έχω βαρεθεί ν’ ακούω ή να διαβάζω ιστορίες ατυχημάτων που αφήνουν άπειρους νεκρούς και ανάπηρους κάθε χρόνο. Προσωπικά γνωρίζω οικογένειες που έχασαν νέα παιδιά στον ΒΟΑΚ.

Στατιστικά τα ατυχήματα στον ΒΟΑΚ αποτελούν το 36% των ατυχημάτων στους υπόλοιπους δρόμους της Κρήτης. Φυσικά υπήρξε η ολιγωρία των προηγούμενων κυβερνήσεων, αν πάρουμε υπόψη ότι η συζητήσεις για αναβάθμιση είχαν αρχίσει ήδη από το ’90. Απ’ την άλλη σημαντικό ρόλο σ’ αυτήν την καθυστέρηση έχουν παίξει και οι ίδιοι οι πολίτες καθώς υποβάλλονται διαρκώς ενστάσεις ώστε να αλλάξει η θέση του δρόμου και μην περάσει απ’ το χωράφι το δικό τους αλλά απ’ αυτό του γείτονα.... Εδώ αναφύεται και πάλι ο ρόλος των κομμάτων και των κυβερνήσεων που παρεισφρέουν ρουσφετολογικά υπερ των δικών τους ψηφοφόρων στις αποφάσεις που λαμβάνονται σε σχέση μ’ αυτές τις ενστάσεις και πάει λέγοντας. Ειδικά το τμήμα που αφορά το νομό Ρεθύμνου είναι το μόνο που ακόμη δεν έχει οριστικοποιηθεί λόγω τέτοιων ενστάσεων.

Γιατί πιστεύετε ότι υπάρχει αυτή η «κρητικολαγνεία» γύρω από το νησί; Πώς εξηγείτε ότι πολλοί Κρητικοί μεγαλώνουν με την αίσθηση πως ανήκουν σε έναν ξεχωριστό τόπο ή ακόμη και σε μια ξεχωριστή «ράτσα»;

Πιστεύω η άποψη των ίδιων των Κρητικών ότι είναι ανώτερης ράτσας άνθρωποι ξεκινά απ’ τους συνεχείς αιματηρούς αγώνες κατά των Τούρκων μέχρι την απελευθέρωση και την ενσωμάτωσή της Κρήτης στην Ελλάδα το 1913, και πιο πρόσφατα, λόγω της κρητικής αντίστασης στον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο και κυρίως του γεγονότος ότι κάποιες περιοχές δεν αλώθηκαν ποτέ από τους κατακτητές. Οι κάτοικοι των περιοχών αυτών, απομονωμένων λόγω μορφολογίας του εδάφους, θεωρήθηκαν παραδείγματα εκπληκτικής γενναιότητας, διατήρησαν μέχρι πρόσφατα αυστηρό κώδικα παραδοσιακής συμπεριφοράς, συνέχισαν να κατέχουν όπλα παρανόμως (με την ανοχή της εκάστοτε κυβέρνησης, εννοείται), τα οποία χρησιμοποιούνταν σε εγκλήματα τιμής, όπως είπα και πιο πριν, και τώρα πια στις παράνομες οικονομικές δραστηριότητές τους.

Πάντως αυτή η ηθογραφικού τύπου κουλτούρα ότι οι Κρητικοί πιστεύουν ότι αποτελούν ανώτερη κατηγορία πολιτών έχει σοβαρές συνέπειες για τους ίδιους κατά κύριον λόγο αλλά και για τη χώρα. Οι Κρητικοί σε μεγάλο βαθμό είναι οι τελευταίοι που θα συμμορφωθούν με τους νόμους του κράτους για οποιοδήποτε ζήτημα, και για να εστιαστώ στο θέμα που μας ενδιαφέρει εδώ, δηλαδή στα τροχαία, οι κρητικοί οδηγοί ήταν οι τελευταίοι που φόρεσαν ζώνες, που έβαλαν κράνος οδηγώντας μηχανή και φυσικά οι τελευταίοι που θα παραδεχθούν ότι είναι μεθυσμένοι και δεν θα έπρεπε να οδηγήσουν. Και εδώ αναφέρομαι στους άνδρες της Κρήτης κατ' εξοχήν.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά να είμαι σε αυτοκίνητο συγγενούς επιστρέφοντας από γλέντι, ο οποίος, όταν του ζήτησα να κατεβάσει λίγο την ταχύτητα εξ αιτίας του ότι είχε πιει, σταμάτησε το αυτοκίνητο πάνω στα βουνά που βρισκόμασταν εκείνη τη στιγμή κάπου στις 3:00 π.μ. και μου ζήτησε να κατέβω. Εννοείται ότι δεν το έκανα και άφησα την τύχη μου στα χέρια του – ευτυχώς χωρίς συνέπειες – και την αίσθηση της μαγκιάς του αλώβητη.

Το βιβλίο αγγίζει και το θέμα της ευθανασίας, ένα ζήτημα που εξακολουθεί να διχάζει. Πιστεύετε ότι η αγάπη μπορεί να οδηγήσει έναν άνθρωπο σε αποφάσεις που οι υπόλοιποι αδυνατούν να κατανοήσουν;

Η ευθανασία (όπως και η αυτοκτονία) εξακολουθούν να αποτελούν θέματα ταμπού στις περισσότερες κοινωνίες. Σε κάποιες ευρωπαϊκές χώρες και πολιτείες της Αμερικής έχουν αρχίσει σταδιακά να νομιμοποιούνται αλλά πάντα υπό αυστηρούς νομικούς όρους. Κατ’ αρχάς πιστεύω πως οι θρησκείες στον πλανήτη πρώτες απαγόρευσαν την έξοδο στους «επαναστάτες» κατά της ζωής χωρίς την έγκριση κάποιου Θεού και μετά φυσικά ακολούθησαν τα κράτη με σχετικές νομοθεσίες.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι οι ινδουιστές αυτόχειρες στην Ινδία δεν επιτρέπεται να αποτεφρωθούν όπως γίνεται με τους υπόλοιπους νεκρούς αλλά ρίχνονται στον Γάγγη ως μιάσματα. Προσωπικά είμαι υπέρ της ευθανασίας για όσους/όσες δεν δύνανται για οποιουσδήποτε λόγους να αυτοκτονήσουν, αλλά οπωσδήποτε μέσα σε ένα αυστηρό νομοθετικό πλαίσιο που να διασφαλίζει ότι η επιθυμία κάποιου/ας να πεθάνει είναι ειλικρινής.

Υπάρχει όμως μια σημαντική διαφορά ανάμεσα σε κάποιον/α που θέλει να πεθάνει έχοντας σώας τας φρένας (τώρα το πόσο μπορεί κάποιος/α με βαριά κατάθλιψη να θεωρηθεί ότι έχει σώας τας φρένας είναι ζήτημα που σηκώνει πολλή συζήτηση αλλά δεν είναι του παρόντος) και σε κάποιον/α που ουσιαστικά δολοφονείται στο όνομα της αγάπης, ποιότητας της ζωής και δεν ξέρω σε ποιο άλλο, χωρίς να είναι σε θέση ο ίδιος ή η ίδια να συναινέσει. Και αυτό είναι το ζήτημα που εγείρει το «Κρητικό Πιλάφι». Το τι πιστεύω προσωπικά δεν έχει και τόση σημασία εδώ, αφού το μυθιστόρημα δεν προσφέρει λύση ή κάποια άτεγκτη άποψη γι' αυτό το μείζον ηθικό ζήτημα.

Ως συγγραφέας, υπήρξαν στιγμές που δυσκολευτήκατε απέναντι στις επιλογές της ηρωίδας σας ή προσπαθήσατε να τη δικαιολογήσετε;

Δεν προσπαθώ να δικαιολογήσω τους ήρωές μου και τις επιλογές τους. Αν μπορούν να το κάνουν οι ίδιοι έχει καλώς, αν όχι, δε με απασχολεί ιδιαίτερα. Καταπιάνομαι με κάποιες συχνά ασυνήθιστες περιπτώσεις ανθρώπων ή γεγονότων στα βιβλία μου ρίχνοντας το φακό πάνω τους για λίγο. Αν οι αναγνώστες καταφέρουν να δουν πράγματα που πιθανόν δεν έχουν παρατηρήσει ή σκεφθεί επ’ αυτών, μου αρκεί. Η λογοτεχνία άλλωστε δεν προσφέρει λύσεις. Θέτει απλώς ερωτήματα ή αναδεικνύει πτυχές που έχουν περιπέσει σε αφάνεια απ’ την αμβλυωπία της συνήθειας.

Αν η Αλεξάνδρα μπορούσε να γυρίσει τον χρόνο πίσω, πιστεύετε ότι θα έκανε διαφορετικές επιλογές ή θα παρέμενε η ίδια γυναίκα;

Είναι πολύ πιθανό η Αλεξάνδρα να έκανε άλλες επιλογές στην προσωπική και επαγγελματική της ζωή αλλά δεν είμαι σίγουρη ότι η διαφορετική της ιστορία, αν είχε υπάρξει, θα άλλαζε ριζικά το πως αντιμετώπισε την απώλεια των παιδιών της. Κάποια πράγματα δεν είναι στενά θέματα περιρρέουσας κουλτούρας, τουλάχιστον κατά τη γνώμη μου, αλλά χαρακτήρα. Εκτός κι αν είχε αποφασίσει να μην κάνει παιδιά!

Στο μυθιστόρημά σας «Σκούρο γκρι, σχεδόν μαύρο» γράφετε για μια κοινωνία που αντιμετωπίζει τους ηλικιωμένους σαν «τους καινούργιους παρίες». Πιστεύετε ότι τελικά φοβόμαστε περισσότερο το γήρας παρά τον ίδιο τον θάνατο;

Είναι γεγονός πως τα γηρατειά αντιμετωπίζονται πια σαν ένα απ’ τα μεγαλύτερα προβλήματα των κοινωνιών, όπως είναι το δημογραφικό, τουτέστι οικονομικό ζήτημα, αλλά και ως ένα είδος αρρώστιας της οποίας η εξέλιξη θα πρέπει να ανασταλεί, αν κρίνομε από τα ποσά που δίνονται στην έρευνα για ανακάλυψη αντιγηραντικών θεραπειών. Οι γέροι απ’ την άλλη αντιπροσωπεύουν για την κοινωνία την παρακμή, τη μη παραγωγικότητα και βασικά την υπενθύμιση σε μας ότι για όλα υπάρχει ένα τέλος. Ναι, αν ρωτάτε την προσωπική μου άποψη, φοβάμαι τα γηρατειά και οτιδήποτε αυτά συνεπάγονται (νευροεκφυλιστικές και άλλες ασθένειες, ανικανότητα αυτοεξυπηρέτησης, απώλεια ποιότητας της ζωής, επιβάρυνση των συγγενών αν υπάρχουν) αλλά όχι το θάνατο. Άλλωστε η μόνη βεβαιότητα που έχουμε σ’ αυτον τον κόσμο είναι πως όλοι μας θα φύγουμε κάποια στιγμή, νωρίτερα ή αργότερα; Αλλοίμονο μόνο σ’ αυτούς που μένουν πίσω και θυμούνται.

Παρατηρώντας κανείς το έργο σας, διαπιστώνει ότι καταπιάνεστε διαρκώς με δύσκολα κοινωνικά ζητήματα, όπως είναι η μητρότητα, η απώλεια, το γήρας, τα ηθικά διλήμματα. Τι είναι αυτό που θέλετε να πετυχαίνει κάθε βιβλίο σας όταν φτάνει στα χέρια του αναγνώστη;

Γράφω συνήθως γι’ αυτό που μπορεί να φοβάμαι ή στην καλύτερη περίπτωση που μπορεί να με ξενίζει ακόμη και να μ’ ενοχλεί. Για να ξορκίσω τους φόβους μου (όπως για παράδειγμα γερατειά, παιδεραστία όταν είχα μικρά παιδιά, πιθανή απώλεια αγαπημένων), ή να εξερευνήσω αυτό το διαφορετικό που περνάει ως ακατανόητο και συχνά ανεξερεύνητο. Απλώς σαν παραβατική συμπεριφορά που εμπίπτει αποκλειστικά στο χώρο του ποινικού δικαίου.

Για μένα άλλωστε αυτός είναι και ο κύριος λόγος ύπαρξής της λογοτεχνίας πέρα απ’ την όποια αισθητική απόλαυση που μπορεί να προσφέρει. Να εξερευνά αυτό το κάτι, το μικρό ή το μεγάλο, που μας διαφοροποιεί μεταξύ μας σαν μέλη μιας κοινωνίας και συμβάλλει στην πολιτισμική ποικιλομορφία και επιβίωσή της. Και να ρίχνει μια εναλλακτική και ίσως πιο συμπαθητική και καθαρότερη ματιά σε κάτι που δεν κατανοούμε, και είτε μας φοβίζει είτε μας ξενίζει. Άλλωστε η λογοτεχνία και δη η πεζογραφία δεν δίνει λύσεις όπως είπα και πιο πριν. Κάπως έτσι λοιπόν προέκυψε κι η ιδέα για το παρόν βιβλίο. Αναρωτήθηκα πως γίνεται μια μάνα να πατάει πάνω στις στάχτες του παιδιού της προσπαθώντας να αποκομίσει προσωπικά οφέλη μέσω της δημοσιότητας που της προσφέρθηκε αναπάντεχα.

Όπως καταλαβαίνετε μιλάω για την Καρυστιανού εδώ, η οποία από κεντρικό πρόσωπο στην προσπάθεια απόδοσης δικαιοσύνης για το ατύχημα των Τεμπών μεταμορφώθηκε (αισθητικά, συμπεριφορικά, επικοινωνιακά) σε αρχηγό κόμματος με φιλοδοξίες ακόμη και πρωθυπουργίας. Δεν σημαίνει ότι οι επιλογές της είναι κατακριτέες. Ο καθένας ή η καθεμιά μας έχει δικαίωμα να κάνει και να λέει ότι θέλει εφόσον δεν παρανομεί και φυσικά εφόσον υπάρχουν ευήκοα ώτα τριγύρω.

Οπωσδήποτε ανήκει στις διαφορετικές και κάπως ακραίες περιπτώσεις στον κοινωνικό μας καμβά όσον αφορά τη διαχείριση της απώλειας παιδιού - σε αντίθεση φερ' ειπείν με την επίσης αγωνίστρια για δικαιοσύνη μάνα του Παύλου Φύσσα που αρνήθηκε πολιτική εμπλοκή όταν της προσφέρθηκε ή την ακόμη πιο ακραία περίπτωση μιας 55χρονης Αγγλίδας, η οποία έχοντας κάνει ανεπιτυχείς απόπειρες αυτοκτονίας, κατέφυγε στην Ελβετία για ευθανασία πριν από ένα μήνα περίπου καθώς δεν μπόρεσε να αντέξει το θάνατο του 23χρονου γιού της από πνιγμονή πέντε χρόνια πριν.

Πιστεύετε ότι οι ιστορίες που γράφετε, όσο βαθιά ελληνικές κι αν είναι, μπορούν να αγγίξουν το ίδιο έναν αναγνώστη στο εξωτερικό; Θα θέλατε να δείτε τα βιβλία σας να ταξιδεύουν μέσα από μεταφράσεις;

Νομίζω ότι οι ιστορίες μου αφορούν θέματα και προβληματισμούς που δεν συνδέονται με συγκεκριμένη εντοπιότητα. Αν το setting είναι το Ρέθυμνο της Κρήτης, το Hackney του Λονδίνου ή το Άμστερνταμ δεν έχει και τόση σημασία. Φυσικά και στις τρεις αυτές περιπτώσεις θα υπήρχαν στοιχεία απ’ την κουλτούρα του καθενός απ’ αυτούς τους τόπους που θα επηρέαζαν κάπως την πλοκή, αλλά δεν θα ήταν καθοριστικής σημασίας.

Δεν κάνω ηθογραφία, κι απ’ την άλλη, λόγω παγκοσμιοποίησης και φυσικά τουρισμού, δεν υπάρχουν πια πολλά πράγματα στην Κρήτη που θα εξέπλητταν κάποιον/α αναγνώστη/ια, τουλάχιστον του δυτικού κόσμου. Φυσικά και θα ήθελα να ταξίδευαν σε όλο τον κόσμο τα βιβλία μου αν υπήρχε το κατάλληλο πλαίσιο στην χώρα μας, αλλά για λόγους που έχουν αναλυθεί επισταμένα κάτι τέτοιο δεν υφίσταται ακόμη, κι ούτε ανήκω στην κατηγορία που θα πάρω υπό μάλης προσωπικά τα βιβλία μου και θ’ αρχίσω να χτυπάω πόρτες.

Τα τελευταία χρόνια τα φεστιβάλ και οι εκθέσεις βιβλίου αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη δυναμική. Πιστεύετε ότι διοργανώσεις, όπως το Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων, μπορούν να φέρουν περισσότερο κόσμο –και κυρίως νέους ανθρώπους– πιο κοντά στη λογοτεχνία;

Το φεστιβάλ των Χανίων είναι πια ένα καθιερωμένο και εξαιρετικό γεγονός (event) που κάθε χρόνο ανεβάζει και ψηλότερα τη μπάρα. Μακάρι να υπάρχουν κι άλλα τέτοια καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους και σ’ όλη την Ελλάδα – φέτος, διάβασα, πως υπήρξε κι ένα ακόμη, στη Σητεία. Εννοείται ότι αυτά, όπως και οι εκθέσεις βιβλίου, προωθούν τη διάδοση του βιβλίου και κυρίως τη διάδοση του ποιοτικού βιβλίου (σε σχέση με τα βιβλία «παραλίας» για να μην τα ονομάσω κάτι άλλο) στους νεότερους που είναι κολλημένοι στις οθόνες. 

Θα έπρεπε, βέβαια, το υπουργείο Πολιτισμού να αναλαμβάνει κεντρικά το κόστος τέτοιων εκδηλώσεων και να μη μένουν στο έλεος της τοπικής αυτοδιοίκησης (αν και αξίζουν συγχαρητήρια στον Δήμο Χανίων και την Περιφέρεια Κρήτης για τη χρηματοδότηση της συγκεκριμένης διοργάνωσης) ή της στήριξης ντόπιων ιδιωτών χορηγών, όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, με το Λογοτεχνικό Φεστιβάλ Σητείας.

ΠατάκηςΚρήτηθάνατοςσυγγραφέαςευθανασία