Αμβέρσα: Η αρχή της «λογοτεχνικής τρέλας» του Ρομπέρτο Μπολάνιο!
NewsroomΗ «Αμβέρσα» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Άγρα σε μετάφραση του Κρίτων Ηλιόπουλου, είναι η πρώτη ολοκληρωμένη λογοτεχνική δημιουργία του Ρομπέρτο Μπολάνιο. Ο ίδιος ο συγγραφέας περιέγραψε την Αμβέρσα ως «αστυνομικό μυθιστόρημα, αν και μπορεί να μην της φαίνεται». Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι αυτή η «αορατότητα» δεν έχει να κάνει τόσο με τη γραφή αυτή καθαυτή, όσο με την αναρχική, σχεδόν ντανταϊστική, διάρθρωση του κειμένου και κυρίως με την θεματολογική προσέγγιση των λογοτεχνικών του απεικονίσεων. Ο όρος απεικονίσεις θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί περισσότερο, ή έστω πιο ορθολογικά, στην παρουσίαση (ή κριτική) ενός ντοκιμαντέρ ή μιας ταινίας και λιγότερο στην κατανόηση ενός θιασώτη της λογοτεχνικής πρόζας του Μπόρχες όπως ο Μπολάνιο. Εντούτοις η γραφή του Μπολάνιο κατάφερνε να συνδυάζει την λογοτεχνική πρόζα με την σχεδόν κινηματογραφική απεικόνιση των περιγραφών και των λέξεων του σε βαθμό τέτοιο που να τον καθιστούν σχεδόν μοναδικό στο είδος.
Αυτό ο μοναδικός συνδυασμός που εμφανίζεται πρώτη φορά στην Αμβέρσα, εξηγεί σε μεγάλο βαθμό αυτό που τελικά είδαμε στους Άγριους Ντεντέκτιβ, στο 2666, στις Πουτάνες φόνισσες, στο Μακρινό Αστέρι και ούτω καθεξής. Τούτο βέβαια που καταγράφεται στην Αμβέρσα είναι η λογοτεχνική (και κινηματογραφική παράλληλα) απόδοση από ενός σκληρού κοινωνικού μοτίβου που πιθανότατα τροφοδοτήθηκε από την εικόνα της Ισπανίας του 1980. Μιλάμε για μια Ισπανία (ο συγγραφές «οπτικοποιεί» μέσα από την λογοτεχνική του πρόζα κυρίως την Καταλονία) ή οποία έχει βγει μόλις πέντε χρόνια από την σχεδόν σαραντάχρονη δικτατορία του Φράνκο και εικόνα της παραμένει, σύμφωνα με τον Μπολάνιο, τουλάχιστον καταθλιπτική. Όπως ο ίδιος περιγράφει με ιδιαίτερα γλαφυρό τρόπο στο κεφάλαιο «Νείλος»:
«Κτίρια εγκαταλελειμμένα στη Βαρκελώνη, σχεδόν μια πρόκληση για μια ήρεμη αυτοκτονία…»
Το ζήτημα οπότε στην Αμβέρσα του Μπολάνιο δεν είναι η όποια «αστυνομική μυθιστορία» συνοδεύει τη γραφή, αλλά το μοτίβο μέσα στο οποία διαρθρώνονται οι περιγραφές του. Ακόμη και ο τίτλος μοιάζει «τυχαίος, αν αναλογιστούμε ότι η Αμβέρσα δεν είναι παρά ένα μικρό απόσπασμα, από τα 56 συνολικά που απαρτίζουν το βιβλίο. Μια αδέσποτη σφαίρα από τις 56 όπως μας πληροφορεί το οπισθόφυλλο του βιβλίου.
Εστιάζοντας στην μυθιστορία: ο ήρωας φτάνει στην μεταδικτατορική Ισπανία της δεκαετίας του 1980 όπου εκεί κάνει διάφορες δουλειές προκειμένου να επιβιώσει. Σε έναν από τους χώρους πέρασε εργαζόμενος, σε ένα κάμπινγκ για την ακρίβεια, διαπράττεται ένα έγκλημα. Και κάπως έτσι μια… σφήνα αστυνομικού μυστηρίου ντύνει κατά κάποιο τρόπο την «Αμβέρσα».
Σε αυτό το μοτίβο τοποθετείται επίσης η ύπαρξη ενός περίεργου καμπούρη (και δυνάμει δολοφόνου) που ζει στο δάσος, ενός Σάξωνα συγγραφέα και μιας κοπέλας-βαποράκι που διακινεί μικροποσότητες ναρκωτικών και πλαγιάζει με διεφθαρμένους μπάτσους. Προφανώς η μυθιστορία αυτή καθαυτή, όπως άλλωστε συμβαίνει στα περισσότερα κείμενα του Μπολάνιο, δεν έχει αποτελεί την καρδιά του κειμένου, αλλά λειτουργεί ως το φόντο μέσα στο οποίο αναπτύσσονται και αναπαράγονται οι κοινωνικές σχέσεις και κυρίως διαστέλλεται ή συστέλλεται ο χωροχρόνος. Προφανώς η άναρχη δομή (ή και ντανταϊστική όπως την ονομάσαμε στην αρχή) των 56 αφηγήσεων, συνηγορεί στον υποστηρικτικό (και μόνο) ρόλο της αστυνομικής πλοκής στο κείμενο του Μπολάνιο. Κάτι σαν ένα σκόρπιο υλικό που με έναν περίεργο τρόπο ταξινομείται ώστε να αποδώσει τις πολύπλευρες (υλιστικές ή ιδεαλιστικές) ανησυχίες του συγγραφέα.
Οι μικρές αφηγήσεις του Μπολάνιο γύρω από το περιστατικό στο κάμπινγκ ενώ μοιάζουν αποσπασματικές -και ίσως να είναι έτσι εκ πρώτης όψης- συνθέτουν ένα ιδιόμορφο μοτίβο το οποία δείχνει να ενώνει μια ιστορία κατά ανάλογο τρόπο που «αυθαίρετα» κλικ ενός φακού δημιουργούν μια ολοκληρωμένη κινηματογραφική ιστορία μέσα στην οποία ο ήρωας ή οι ήρωες, η κίνηση και ο χρόνος συστέλλονται και διαστέλλονται με τέτοιο τρόπο που μοιάζουν τα πάντα να βρίσκονται έξω από οποιοδήποτε υλικό πεδίο ενώ υπάρχουν παντού. Σαν φαντάσματα!
Όπως ο ίδιος ο συγγραφέας σημειώνει στο πρόλογο του βιβλίου: «Έγραψα το βιβλίο αυτό για τα φαντάσματα, που είναι τα μόνα που έχουν χρόνο επειδή βρίσκονται εκτός χρόνου. Μετά την τελευταία φορά που το ξαναδιάβασα -τώρα- αντιλαμβάνομαι ότι δεν είναι μόνο χρόνος που έχει σημασία, ότι δεν είναι μόνο ο χρόνος αιτία τρόμου. Και η ηδονή επίσης μπορεί να τρομοκρατεί, το θάρρος επίσης μπορεί να τρομοκρατεί».
Σε τούτη τη τοποθέτηση ο Μπολάνιο δίνει και το λογοτεχνικό του στίγμα -με δεδομένο ότι πρόκειται για την πρώτη ολοκληρωμένη του δημιουργία- και κυρίως ότι αυτό κινείται γύρω από τον… Μπόρχες. Ο μεγάλος Αργεντίνος συγγραφές θεωρούσε των χρόνο ως την απόλυτη, βασανιστική ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης, έναν αέναο λαβύρινθο και μια ρευστή αυταπάτη. Ο Μπολάνιο προφανώς δεν ασπάζεται απόλυτα αυτή τη θέση, κυρίως μέσα από τα κείμενά του και την «Αμβέρσα» συγκεκριμένα, αυτή τη θέση του Μπόρχες, εντούτοις τοποθετεί τα… φαντάσματά του με τέτοιο τρόπο που θα μπορούσαν να λειτουργούν ως δυνάμει τροποποιειτές του ίδιου το χρόνου, επειδή αυτά μπορούν να ζουν τόσο εντός όσο εκτός του χωροχρόνου. Και την ίδια στιγμή δεν αρνείται ότι ο χρόνος παραμένει αιτία τρόμου, απλά δεν είναι η μόνη αιτία.
Τούτο το χωροχρονικό παιχνίδι αποκαλύπτεται στον Μπολάνιο μέσα από τους λογοτεχνικούς του πειραματισμούς. Οι πειραματισμοί είναι κάτι παραπάνω από εμφανείς στο κείμενο και έχουν να κάνουν κυρίως με το ύφος – ένα είδος ασκήσεων ύφους όπως θα μπορούσε να περιγράφει με διασκεδαστικό τρόπο ο Ρεϊμόν Κενώ-, δηλαδή με πειραματισμούς πάνω στην ίδια τη φύση του λογοτεχνικού κειμένου, με ιδιόμορφες εναλλαγές πεζού και ποιήματος ή ταυτόχρονα με ένα «πάντρεμα» και των δυο μορφών λογοτεχνικού λόγου. Επίσης είναι πιθανό οι πειραματισμοί αυτοί να «δικαιολογούν» κατά κάποιο τρόπο το γεγονός ότι το αρχικό κείμενο -όπως ο ίδιος ο συγγραφέας σημειώνει εξάλλου- είχε πολλές περισσότερες σελίδες από την τελική μορφή της «Αμβέρσας».
Εν κατακλείδι, η «Αμβέρσα» είναι αναρχικό - ντανταϊστικό κείμενο, που οπτικοποιεί τις σκέψεις και τις ανησυχίες του Ρομπέρτο Μπολάνιο γύρω από τις κοινωνικές σχέσεις που αναπτύσσονται σε μια ορισμένη χωροχρονική κατάσταση, στην Ισπανία του 1980. Οι αόρατοι άνθρωποι μιας βαθιάς ταξικής κοινωνίας παραμένουν στο οπτικό πεδίο του συγγραφέα και ο χρόνος, γι’ ακόμη μια φορά, εμφανίζεται ως αντίπαλος στην ορατότητά τους. Μόνο που και αυτή τη φορά δεν είναι ο μόνος αντίπαλος.
- Μάχη σε τρία μέτωπα για να περιοριστεί η φωτιά της Δυτικής Αττικής - Τεράστια η καταστροφή - Live ενημέρωση
- Μπλόκο στον διαγωνισμό της ΣΤΑΣΥ για τις νέες ηλεκτρονικές πινακίδες του ΗΣΑΠ
- «Πόλεμος ή συμφωνία;» Οι Ιρανοί προσπαθούν να διαβάσουν τις κινήσεις του Τραμπ - «Δεν ξέρουμε τι θα γίνει αύριο»
- Γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελάει πατέρα; - Έχουμε δικτατορία ανόητε…