Βιβλίο | 12.09.2026 10:30

Ο Έλληνας της διασποράς αντιστέκεται στην αποδοχή της απώλειας

Newsroom

«Η Αλεξάνδρεια της μνήμης και του μύθου» ζωντανεύει στον ομότιτλο συλλογικό τόμο της Ελληνοεκδοτικής στο πλαίσιο της σειράς του εκδοτικού οίκου που ιχνηλατεί το βαθύρριζο χνάρι του Ελληνισμού προηγούμενοι προορισμοί Σμύρνη, Κωνσταντινούπολη και Κύπρος. Την έκδοση ανθολόγησε ο συγγραφέας Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης και επιμελήθηκε η Μαρία Ντότσικα η οποία μας ξεναγεί στην αγαπημένη πόλη που εξακολουθεί να δονεί το συλλογικό φαντασιακό.

Πού ζει τελικά η Αλεξάνδρεια; Στη μνήμη ή στο συλλογικό φαντασιακό μας και για ποιους λόγους;

Αν το πολύ ξεκινά από το ελάχιστο και το εμπεριέχει, κι αν το «ελάχιστο» γι’ αυτή την πόλη είναι η ιδέα του Μεγάλου Αλεξάνδρου και συνεκδοχικά το ριζιμιό λιθάρι του για τη θεμελίωσή της, τότε η Αλεξάνδρεια εν Αιγύπτω –παρά το πέρασμα των αιώνων, το παλίμψηστο των κατακτητών της, το αμάλγαμα των φερτών κατοίκων της και τα σφάλματα που καθόρισαν τον βίο τους– μοιάζει με τον γεννήτορά της: ζει στις κουΐντες της Ιστορίας, που δελεάζουν τον οδοιπόρο των καιρών, και έχει μια δεύτερη ζωή στους μύθους, που, μολονότι δεν κρατούν ανόθευτα τα ίχνη της αλήθειας, αποκαλύπτουν όμως τον τρόπο σκέπτεσθαι, τη στροφορμή της φαντασίας και τις ψυχικές ανάγκες των Αλεξανδρινών και μη που τους δημιούργησαν. Εξάλλου, αν κάτι μας γοητεύει, όπως συμβαίνει με την Αλεξάνδρεια, ερωτευόμαστε αρχικά την ιδέα μας γι’ αυτό και υπό το συγκεκριμένο πρίσμα χτίζουμε μια αγάπη ζωντανή μέσα μας, ικανή ίσως να καρδιοχτυπά κι όταν αυτό γερνά, τότε που μας λείπει η πρώτη αίγλη του. Και, βέβαια, ο καθένας επιλέγει τι θυμάται ή τι φαντάζεται –αφού με τη φαντασία αναδημιουργούνται οι μνήμες– για τις αγάπες του, ώστε να τις βιώνει στο παρόν.

Ποια τα λογοτεχνικά υλικά της συλλογικής έκδοσης την οποία επιμεληθήκατε;

Αφηγήματα, σημειώσεις ημερολογίων, αναμνήσεις και μαρτυρίες ή στοχαστικά κείμενα, που με τη μη γραμμική πορεία του χρόνου ανασύρουν ψηφίδες παρελθούσας ζωής, σμίγοντας την ιστορία με τον μύθο μιας πόλης-κάτοπτρο των ανθρώπων της. Η αίσθηση της απώλειας και το ανεξίτηλο τραύμα του ξεριζωμού εξαιτίας του Νασερικού εθνικισμού ως θεματικοί άξονες αναμετρώνται με τον κοσμοπολιτισμό και τη νοσταλγία της ακμαίας ελληνικής κοινότητας στην Αλεξάνδρεια. Και η ποιητική ειρωνεία του Καβάφη πανταχού παρούσα.

Ο συνθέτης Νίκος Ξυδάκης και η Άλκηστις Πρωτοψάλτη συμμετέχουν με ενδιαφέροντα κείμενά τους, στην έκδοση την οποία χαρακτηρίζει η λογοτεχνική πολυφωνία. Τι προσφέρει στον αναγνώστη;
Τα κείμενα και των δύο ανθρώπων της μουσικής έρχονται να αποκαλύψουν. Διαφορετικά αλλά συμπληρωματικά μεταπλάθουν τη βιωματική εμπειρία στην Αλεξάνδρεια ως γεωγραφικό σταθμό και ως ψυχικό προορισμό. Οι φωνές τους όπως και των άλλων συγγραφέων ακουμπούν στο δέρμα μας και μας πονούν ή μας ανακουφίζουν. Η λογοτεχνική πολυφωνία με τα διαφορετικά στιλ γραφής προσομοιάζει στο μωσαϊκό της πόλης που μιλά στον αναγνώστη καλώντας τον να συνθέσει ο ίδιος ελεύθερα την εικόνα του για εκείνη.

Γράφετε στο κείμενο με το οποίο «ανοίγει» η συλλογή: «…Σμίγω με εκείνη που δεν με δέχθηκε ή θα με δεχόταν, αν εγώ δεν ένιωθα ξένος – ναι, παντού και πάντα ξένος…» Ο καημός του Έλληνα της διασποράς, του εσωτερικού μετανάστη αλλά και του ανθρώπου που δεν «βολεύεται» πουθενά. Είναι, λέτε, η κοινή μας μοίρα αυτό το αίσθημα;

Ο Έλληνας της διασποράς ή και ο εσωτερικός μετανάστης αντιστέκονται στην αποδοχή της απώλειας, εξ ου και ο καημός που τον νιώθουν με την καρδιά, αλλά χρειάζεται να τον κατανοήσουν και με το πνεύμα. Και τούτο το επηρεάζει η προσωρινότητα της ύπαρξής μας, η σκληρή αλήθεια του εαυτού μας που αναμετριέται με τη σιωπή του σύμπαντος. Πού ανήκουμε; Όπου κι αν εγκατασταθεί κανείς, παλεύει με την αδυναμία αναγνώρισης του οικείου και τον πόθο της σαφήνειας, τείνει στη συνάντηση με τον τόπο και τους ανθρώπους, αλλά στη σύνδεση ίσως δεν φτάνει, γιατί, ακόμη κι αν νομίσει πως τα κατάφερε, κάτι μεταβάλλεται σ’ εκείνον ή στους άλλους. Μια ζωή βρισκόμαστε καθ’ οδόν. Μπορεί να πάψει αυτός ο σισύφειος μόχθος; Ποιος ξέρει…

Τι θα διαπιστώσει για την εποχή μας ο ερευνητής του μέλλοντος όταν ανατρέξει στη σειρά της ΕΛΛΗΝΟΕΚΔΟΤΙΚΗΣ η οποία ιχνηλατεί τον ελληνισμό της διασποράς σε Σμύρνη, Κύπρο, Κωνσταντινούπολη και όχι μόνο;

Θα διαπιστώσει ίσως ό,τι κι εμείς ως ερευνητές του μέλλοντος σε σχέση με τους ομοπάτριδες που έζησαν στον παρελθόν: πως όσο γράφουμε γι’ αυτόν τον κόσμο –δηλαδή, τον ελληνισμό της διασποράς σε Σμύρνη, Κύπρο, Κωνσταντινούπολη, Αλεξάνδρεια μαζί με όσα θα προσφέρει η ιχνηλάτηση κι άλλων ελληνικών τοπόσημων– τον θεωρούμε οικείο. Γιατί; Βρίσκουμε στη μνήμη και στον μύθο του εν σπέρματι την αλήθεια, τις αλήθειες, την πλάνη και τις ψευδαισθήσεις μας. Και δεν είναι λίγο να βρίσκεις ψηφίδες του εαυτού σου που σε περίμεναν στις ζωές των άλλων, των περασμένων, σαν σε καθρέπτη. Ιδίως όταν έχουν μεταμορφωθεί σε πέτρες-μνημεία οι βεβαιότητες και όλα τα «νομίζω» που εγκαταλείπονται αδιάφορα ή λαμπρύνονται χωρίς γνώση.

Αν, θα έπρεπε να φιλοτεχνήσετε έναν πίνακα για ν’ αποδώσετε την ουσία της συλλογής, ποια χρώματα θα επιλέγατε;

Παρότι η φιλοτέχνηση ενός ζωγραφικού πίνακα για την απόδοση μιας τόσο πολυπρισματικής συλλογής για την «Οδύσσεια» των Ελλήνων ίσως είναι σαν να αποπειράται κανείς μ’ ένα ποτήρι νερό να ξεδιψάσει ολόκληρο πλήθος ανθρώπων, θα πρότεινα στον πλαστουργό του –γιατί εμένα αυτή η ικανότητα με ξεπερνά– να εργαστεί με τα χρώματα που δείχνουν το φως της θαλασσογραμμής σαν δειλινό κοκκίνισμα ως αντίστιξη στο επερχόμενο λυκόφως της στεριάς. Κι ας απλώσει στη φωλιά του αλατιού τη γαλήνη της μαβιάς πορσελάνης που λικνίζει τους ποιητές και καταλύει την άμυνα στα μάτια των ανθρώπων. Α, ναι, και μια δροσιά στις πλάκες των αυλών που σου υπόσχεται ότι η ζωή αρχίζει ξανά κάθε μέρα, έστω κι αν θυμάσαι αυτό που δεν έπρεπε να σου πάρει κανείς.

ΑλεξάνδρειαΚύπροςΣμύρνη