Βιβλίο|20.10.2026 07:30

Ξεφυλλίζοντας... τη σκοτεινή πλευρά της αυτοβελτίωσης, της φιλίας και ενός κόσμου γεμάτου καλλιτέχνες

Άγγελος Γεραιουδάκης

Τι θα συνέβαινε αν ένας ιός δεν έκανε τους ανθρώπους να αρρωσταίνουν, αλλά τους μετέτρεπε όλους σε καλλιτέχνες; Πάνω σε αυτή την παράξενη και ταυτόχρονα ευφυή ιδέα χτίζει ο Μιχάλης Αλμπάτης το μυθιστόρημά του «Η νόσος των ουρητηρίων», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Νήσος. Ένα βιβλίο που ξεκινά σαν σάτιρα και σταδιακά ανοίγει μια πολύ μεγαλύτερη συζήτηση γύρω από την τέχνη, την επιθυμία και το τι θα συνέβαινε σε έναν κόσμο όπου όλοι θα ένιωθαν την ανάγκη να δημιουργήσουν.

Όλα αρχίζουν από ένα δημόσιο ουρητήριο στην Αθήνα. Η πρώτη που προσβάλλεται από τον μυστηριώδη ιό είναι μια καθαρίστρια, η οποία ξαφνικά αισθάνεται την ανάγκη να στραφεί στη φιλοσοφία. Πολύ γρήγορα η νόσος εξαπλώνεται. Ταξιτζήδες ανακαλύπτουν τον χορό, ποδοσφαιριστές γράφουν χαϊκού και άνθρωποι που μέχρι τότε δεν είχαν καμία σχέση με την τέχνη αισθάνονται μια ακατανίκητη ανάγκη να ζωγραφίσουν, να γράψουν, να χορέψουν ή να δημιουργήσουν. Στην αρχή, όλα μοιάζουν ιδανικά. Οι πόλεμοι περιορίζονται, η επιθυμία για χρήμα και εξουσία υποχωρεί, οι πολιτικοί και θρησκευτικοί φανατισμοί εξασθενούν. Η ανθρωπότητα φαίνεται να περνά σε έναν παράξενο νέο Χρυσό Αιώνα, όπου η ομορφιά και η έκφραση έχουν μεγαλύτερη σημασία από την κατανάλωση και τον ανταγωνισμό. Σύντομα, όμως, γίνεται φανερό ότι ένας κόσμος γεμάτος αποκλειστικά καλλιτέχνες δεν είναι απαραίτητα ένας καλύτερος κόσμος. 

Ο Μιχάλης Αλμπάτης παρακολουθεί κυρίως δύο οικογένειες. Από τη μία βρίσκονται η Αριστέα και ο Μπάμπης, άνθρωποι της καθημερινότητας που επηρεάζονται από τη νέα πραγματικότητα. Από την άλλη, ο Άγης και η Κλυταιμνήστρα, οι οποίοι ήταν ήδη καλλιτέχνες πριν από την εμφάνιση της νόσου και, όπως και οι υπόλοιποι παλιοί καλλιτέχνες, παρουσιάζουν ανοσία. Μέσα από αυτούς τους χαρακτήρες το βιβλίο εξετάζει τι συμβαίνει όταν η τέχνη παύει να αποτελεί κάτι ξεχωριστό και γίνεται υπόθεση όλων.

Πίσω από το χιούμορ και την υπερβολή υπάρχει μια αιχμηρή σάτιρα για τον κόσμο της τέχνης και της λογοτεχνίας, για την ανάγκη αναγνώρισης, τον ναρκισσισμό αλλά και την επιθυμία του ανθρώπου να αφήσει πίσω του κάτι δικό του. Το ενδιαφέρον είναι ότι η ιδέα του βιβλίου προϋπήρχε της πανδημίας του Covid, αν και εκείνη η περίοδος βοήθησε τον συγγραφέα να την αναπτύξει περισσότερο. Η «Νόσος των ουρητηρίων» είναι τελικά ένα παράξενο, σατιρικό και φιλοσοφικό μυθιστόρημα που ξεκινά από ένα σχεδόν κωμικό ερώτημα για να φτάσει σε ένα πολύ πιο δύσκολο. Αν όλοι μπορούσαμε να γίνουμε καλλιτέχνες, θα γινόταν πράγματι ο κόσμος καλύτερος ή απλώς θα βρίσκαμε έναν καινούργιο τρόπο να είμαστε οι ίδιοι;

Οταν το τέλειο σώμα γίνεται επικίνδυνη εμμονή

Πόσο μακριά μπορεί να φτάσει κανείς στην προσπάθειά του να γίνει μια «καλύτερη» εκδοχή του εαυτού του; Στο «Γυμναστήριο», η Βερένα Κέσσλερ παίρνει έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους χώρους της σύγχρονης καθημερινότητας και τον μετατρέπει σε ένα παράξενο, σαρκαστικό και σταδιακά όλο και πιο σκοτεινό σκηνικό. Το βιβλίο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Δώμα, σε μετάφραση της Δέσποινας Κανελλοπούλου.

Η ηρωίδα του βιβλίου δεν έχει όνομα. Αναζητώντας μια καινούργια αρχή, πιάνει δουλειά στο MEGA GYM, ένα σύγχρονο γυμναστήριο γεμάτο καθρέφτες, ιδρωμένα σώματα και ανθρώπους που παρατηρούν συνεχώς τόσο τον εαυτό τους όσο και τους γύρω τους. Στη συνέντευξη για τη δουλειά λέει ένα μικρό ψέμα. Ισχυρίζεται ότι έχει μόλις γεννήσει, προκειμένου να δικαιολογήσει το σώμα της. Μόνο που το ψέμα σύντομα αρχίζει να μεγαλώνει, καθώς οι συνάδελφοί της ζητούν να μάθουν περισσότερα για το μωρό που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. 

Στην αρχή, η νέα της δουλειά μοιάζει σχεδόν ιδανική. Δεν υπάρχουν οι απαιτήσεις και οι πιέσεις της προηγούμενης επαγγελματικής της ζωής, οι συνάδελφοι είναι φιλικοί και ο εργοδότης της δηλώνει υπερήφανα φεμινιστής. Σταδιακά, όμως, το γυμναστήριο παύει να είναι απλώς ο χώρος όπου εργάζεται. Η ηρωίδα αρχίζει να προπονείται όλο και περισσότερο, να παρατηρεί το σώμα της, να θέτει νέους στόχους και να πιέζει τον εαυτό της συνεχώς πιο μακριά. Αυτό που ξεκινά ως ένας τρόπος να στηρίξει το ψέμα της μετατρέπεται σε εμμονή. Η συγγραφέας χρησιμοποιεί τον μικρόκοσμο του γυμναστηρίου για να μιλήσει για κάτι πολύ μεγαλύτερο. Για μια εποχή όπου δεν αρκεί απλώς να είσαι καλά, αλλά πρέπει διαρκώς να γίνεσαι καλύτερος, πιο όμορφος, πιο παραγωγικός και πιο πειθαρχημένος. Το σώμα γίνεται ακόμη ένα πεδίο ανταγωνισμού, ενώ η αυτοβελτίωση μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε αυτοτιμωρία. 

Παράλληλα, όσο προχωρά η ιστορία, καταλαβαίνουμε ότι η αφηγήτρια δεν προσπαθεί μόνο να αλλάξει το σώμα της. Προσπαθεί να αφήσει πίσω και μια προηγούμενη εκδοχή του εαυτού της, καθώς κομμάτια από το παρελθόν της αρχίζουν σταδιακά να εμφανίζονται. Το «Γυμναστήριο» ξεκινά με χιούμορ, αλλά όσο προχωρά αποκτά πιο σκοτεινή και ανησυχητική διάσταση. Είναι ένα μυθιστόρημα για το σώμα, την εικόνα, τη φιλοδοξία και την ανάγκη να ελέγχουμε τα πάντα. Κυρίως όμως για το σημείο όπου η επιθυμία να αλλάξουμε τον εαυτό μας μπορεί να καταλήξει να μας κάνει να τον χάσουμε.

Πόσο καλά γνωρίζουμε πραγματικά τους ανθρώπους που αγαπάμε;

Μια φιλία που κρατά σχεδόν τρεις δεκαετίες, δύο οικογένειες που έχουν μάθει να μοιράζονται σχεδόν τα πάντα και ένα Σαββατοκύριακο που θα ανατρέψει τις ισορροπίες τους βρίσκονται στο επίκεντρο του «Μεταξύ φίλων» του Hal Ebbott. Ένα ψυχολογικό μυθιστόρημα για τις σχέσεις που θεωρούμε ακλόνητες, μέχρι τη στιγμή που ένα γεγονός μάς αναγκάζει να τις κοιτάξουμε από την αρχή. Ο Έιμος και ο Έμερσον γνωρίστηκαν στο πανεπιστήμιο και παραμένουν φίλοι εδώ και τριάντα χρόνια, παρότι προέρχονται από πολύ διαφορετικούς κόσμους. Σήμερα βρίσκονται στη μέση ηλικία, έχουν δημιουργήσει τις δικές τους οικογένειες και έχουν χτίσει ζωές που, τουλάχιστον εξωτερικά, μοιάζουν επιτυχημένες. Οι γυναίκες τους είναι επίσης φίλες, οι έφηβες κόρες τους έχουν μεγαλώσει μαζί και οι δύο οικογένειες μοιράζονται διακοπές, γιορτές και αναμνήσεις.

Ένα φθινοπωρινό Σαββατοκύριακο συγκεντρώνονται στο εξοχικό του Έμερσον για να γιορτάσουν τα γενέθλιά του. Στην αρχή όλα κινούνται στους γνώριμους ρυθμούς μιας παρέας που γνωρίζεται χρόνια. Πολύ γρήγορα, όμως, μικρές εντάσεις και παλιές αντιζηλίες αρχίζουν να βγαίνουν στην επιφάνεια. Κάτω από την οικειότητα υπάρχουν πράγματα που δεν έχουν ειπωθεί ποτέ, ανταγωνισμοί που έχουν συσσωρευτεί και παράπονα που όλοι προτιμούσαν μέχρι τότε να αγνοούν. Μια βίαιη πράξη έρχεται να αλλάξει οριστικά τις σχέσεις τους. Οι δύο οικογένειες καλούνται πλέον να αποφασίσουν ποιον εμπιστεύονται, ποιον θέλουν να προστατεύσουν και πόσο μακριά μπορούν να φτάσουν για να διατηρήσουν τη ζωή που έχουν χτίσει. Εκείνη η φιλία που έμοιαζε δεδομένη αποδεικνύεται πολύ πιο εύθραυστη απ’ όσο πίστευαν.

Ο Hal Ebbott χρησιμοποιεί αυτή τη σύγκρουση για να μιλήσει όχι μόνο για τη φιλία, αλλά και για την κοινωνική τάξη, τον γάμο, την οικογένεια, την ανδρική σχέση και την εξουσία. Κυρίως όμως τον ενδιαφέρουν εκείνες οι μικρές υποχωρήσεις που κάνουμε για χρόνια προκειμένου να μη διαταράξουμε μια σχέση ή μια εικόνα ευτυχίας. Το «Μεταξύ φίλων», σε μετάφραση Κάλλιας Παπαδάκη από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, είναι ένα μυθιστόρημα για όσα μπορεί να κρύβονται πίσω από σχέσεις δεκαετιών και για τη στιγμή που η αλήθεια γίνεται αδύνατο να αγνοηθεί. Γιατί μερικές φορές δεν είναι ένα μυστικό εκείνο που καταστρέφει μια φιλία, αλλά όλα όσα είχαν μείνει ανείπωτα πολύ πριν αυτό αποκαλυφθεί.

Εννέα ιστορίες για γυναίκες, άνδρες και όσα συμβαίνουν ανάμεσά τους

Εννέα ιστορίες, εννέα διαφορετικοί κόσμοι και στο κέντρο τους γυναίκες που προσπαθούν να επιβληθούν, να αγαπήσουν, να επιλέξουν ή απλώς να βρουν τη θέση τους απέναντι στους άλλους. Στη συλλογή διηγημάτων «Η Άννα και οι αρσενικοί», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Έρμα, ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης παρατηρεί τις ανθρώπινες σχέσεις με χιούμορ, ειρωνεία αλλά και μια διάθεση να φτάσει λίγο πιο βαθιά, εκεί όπου η επιθυμία του ενός συναντά αναπόφευκτα την επιθυμία του άλλου. Το βιβλίο δεν αφηγείται μία ενιαία ιστορία. Αποτελείται από εννέα διηγήματα, στα οποία οι γυναίκες βρίσκονται, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στο επίκεντρο. Άλλοτε πετυχαίνουν αυτό που θέλουν και άλλοτε αποτυγχάνουν, άλλοτε επιβάλλονται και άλλοτε παρασύρονται από περιστάσεις που δεν μπορούν να ελέγξουν. Αυτό που συνδέει τις ιστορίες είναι η σύγκρουση ανάμεσα στην προσωπική ελευθερία και στους ανθρώπους που βρίσκονται γύρω μας. Γιατί καμία επιλογή δεν γίνεται σε κενό χώρο και κάθε απόφαση μπορεί να επηρεάσει μια άλλη ζωή.

Ο συγγραφέας ξεκινά συχνά από μια αναγνωρίσιμη πραγματικότητα και στη συνέχεια την οδηγεί προς το παράλογο ή το απρόβλεπτο. Σε μία από τις ιστορίες, η ίδια η Αλίκη Βουγιουκλάκη εμφανίζεται μεταμφιεσμένη σε έναν διαγωνισμό για το ποια γυναίκα μπορεί να τη μιμηθεί καλύτερα. Σε μια άλλη, ένας άνδρας που είχε αποφασίσει ότι δεν έπρεπε να αγαπά τις γυναίκες παραβιάζει τον ίδιο του τον κανόνα, ενώ αλλού μια οικογενειακή βεντέτα οδηγείται σε μια εντελώς απρόσμενη κατεύθυνση. Αυτή η επαφή του ρεαλιστικού με το παράλογο είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά της συλλογής.

Οι ιστορίες μπορεί να μοιάζουν κάποιες στιγμές υπερβολικές, όμως πίσω από την υπερβολή τους βρίσκονται πολύ γνώριμες ανθρώπινες συμπεριφορές. Η ανάγκη να αγαπηθούμε, να ξεχωρίσουμε, να έχουμε τον έλεγχο, να εκδικηθούμε ή να ξεφύγουμε από τον ρόλο που μας έχει δοθεί. Το χιούμορ είναι συνεχώς παρόν, χωρίς όμως να εξαφανίζει την κοινωνική και πολιτική ματιά του συγγραφέα. Ο Νίκος Τζαμιώτης χρησιμοποιεί το παράδοξο για να παρατηρήσει τις σχέσεις των δύο φύλων, τις κοινωνικές συμβάσεις και κυρίως την απόσταση ανάμεσα σε αυτό που οι άνθρωποι επιθυμούν και σε αυτό που τελικά μπορούν να αποκτήσουν. 

ΈρμαΝήσοςΜεταίχμιοΔώμα