Ξεφυλλίζοντας... ιστορίες για τη μοναξιά, τη διαφορετικότητα και την ανάγκη να ανήκουμε κάπου
Άγγελος ΓεραιουδάκηςΗ Mieko Kawakami επιστρέφει με την «Αδελφότητα του Κίτρινου», ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης που ξεκινά από τη φιλία δύο γυναικών και σταδιακά γίνεται μια πολύ πιο σκληρή ιστορία για τη φτώχεια, το χρήμα και τις επιλογές που αναγκάζεται να κάνει κάποιος όταν οι δυνατότητες γύρω του στενεύουν. Το βιβλίο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός, σε μετάφραση της Βάσιας Τζανακάρη.
Η Χάνα είναι δεκαπέντε ετών και ζει με τη μητέρα της σε ένα μικρό διαμέρισμα στα προάστια του Τόκιο. Η μητέρα της εργάζεται σε ένα κακόφημο μπαρ, τα χρήματα δεν φτάνουν και η καθημερινότητά τους δεν προσφέρει ιδιαίτερη ασφάλεια. Μέσα σε αυτή τη ζωή εμφανίζεται η Κιμίκο, μεγαλύτερή της, δυναμική και γεμάτη αυτοπεποίθηση. Για τη Χάνα γίνεται γρήγορα κάτι περισσότερο από φίλη. Είναι ο άνθρωπος που της δείχνει ότι ίσως υπάρχει ένας άλλος τρόπος να ζήσει. Μαζί ανοίγουν το «Λέμον», ένα μικρό μπαρ στη Σανγκεντζάγια. Ο χώρος δεν έχει τίποτα το εντυπωσιακό, όμως για τη Χάνα γίνεται το πρώτο μέρος όπου αισθάνεται ότι ανήκει κάπου. Δουλεύει, βγάζει δικά της χρήματα και δημιουργεί γύρω της έναν μικρό κύκλο ανθρώπων. Στην παρέα προστίθενται ακόμη δύο νεαρές γυναίκες και για ένα διάστημα όλα μοιάζουν να πηγαίνουν προς τη σωστή κατεύθυνση. Η αίσθηση ελευθερίας, όμως, αποδεικνύεται εύθραυστη.
Η συγγραφέας κοιτάζει αυτή την παρέα χωρίς να την εξιδανικεύει. Οι γυναίκες του βιβλίου αγαπούν η μία την άλλη, στηρίζονται, συγκρούονται και κάνουν λάθη. Κυρίως προσπαθούν να επιβιώσουν σε ένα περιβάλλον όπου η οικονομική ανασφάλεια καθορίζει σχεδόν κάθε απόφαση. Όσο τα προβλήματα μεγαλώνουν, η ανάγκη για χρήματα τις οδηγεί όλο και πιο κοντά σε έναν κόσμο παρανομίας και εκμετάλλευσης. Η ιστορία αποκτά τότε στοιχεία αστυνομικού μυθιστορήματος, χωρίς να χάνει ποτέ τον κοινωνικό της πυρήνα. Αυτό είναι και ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του βιβλίου. Η συγγραφέας δείχνει ένα διαφορετικό Τόκιο από εκείνο που συχνά συναντάμε στη σύγχρονη ιαπωνική λογοτεχνία. Δεν υπάρχουν ήσυχα καφέ, όμορφα βιβλιοπωλεία και μια πόλη σχεδόν αποστειρωμένη από τα προβλήματά της. Εδώ υπάρχουν μικρά μπαρ, στενά σοκάκια, φτωχές γειτονιές, επισφαλείς δουλειές και νέοι άνθρωποι που προσπαθούν να ανέβουν κοινωνικά έχοντας ελάχιστα μέσα στη διάθεσή τους.
Η αφήγηση κινείται σε αρκετά σημεία με αργό ρυθμό, καθώς η Mieko Kawakami επιμένει στην καθημερινότητα των ηρωίδων της και στις μικρές λεπτομέρειες που διαμορφώνουν τη ζωή τους. Στο δεύτερο μισό, ορισμένες επεξηγήσεις τραβούν περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται και δοκιμάζουν κάποιες φορές την υπομονή του αναγνώστη. Αυτή η επιμονή, ωστόσο, είναι και εκείνη που δίνει στη Χάνα και στον κόσμο της αληθοφάνεια. Μέσα από τη ζωή της, η συγγραφέας δείχνει πως οι επιλογές μας δεν γίνονται ποτέ ανεξάρτητα από τις συνθήκες γύρω μας. Συχνά καθορίζονται από τις ευκαιρίες που έχουμε, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε και, τελικά, από τα περιθώρια που μας αφήνει η ίδια η ζωή.
Για όσους βρίσκονται πάντα καθ’ οδόν
Στο «Σε ξένο δωμάτιο», ο Damon Galgut γράφει για έναν άνθρωπο που βρίσκεται συνεχώς σε κίνηση, χωρίς ποτέ να είναι βέβαιο ότι ξέρει τι ακριβώς αναζητά. Τρία ταξίδια, σε διαφορετικές περιόδους της ζωής του, γίνονται η αφορμή για ένα μυθιστόρημα γύρω από τη μοναξιά, την επιθυμία, την απώλεια και τη δυσκολία να πλησιάσουμε πραγματικά τους άλλους. Το βιβλίο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Διόπτρα, σε μετάφραση της Κλαίρης Παπαμιχαήλ.
Ο κεντρικός ήρωας λέγεται Ντέιμον, όπως και ο συγγραφέας, και η ιστορία κινείται ανάμεσα στην προσωπική μνήμη και στη μυθοπλασία. Στο πρώτο μέρος ταξιδεύει στην Ελλάδα και συναντά έναν Γερμανό ταξιδιώτη, τον Ράινερ. Ακολουθεί μαζί του ένα κομμάτι της πορείας του και γίνεται, όπως υποδηλώνει και ο τίτλος του μέρους, ο Ακόλουθος. Στο δεύτερο ταξίδι, στην Αφρική, γνωρίζει τον Ζερόμ και έρχεται αντιμέτωπος με μια επιθυμία που μένει σε μεγάλο βαθμό ανεκπλήρωτη. Εκεί γίνεται ο Εραστής. Στο τρίτο και πιο σκληρό μέρος, ταξιδεύει στην Ινδία μαζί με μια φίλη που αντιμετωπίζει σοβαρά ψυχικά προβλήματα και αναλαμβάνει τον ρόλο του Προστάτη.
Τα ταξίδια όμως δεν προσφέρουν στον ήρωα τη λύτρωση που συνήθως περιμένουμε από ιστορίες φυγής. Ο Ντέιμον αλλάζει χώρες, γνωρίζει ανθρώπους και βρίσκεται συνεχώς σε καινούργια μέρη, παραμένει όμως με έναν τρόπο ξένος. Ακόμη και οι πιο έντονες γνωριμίες του μοιάζουν προσωρινές, σαν σχέσεις που δημιουργούνται για λίγο και στη συνέχεια χάνονται μόλις αλλάξει ο τόπος. Ο συγγραφέας γράφει με έναν ιδιαίτερο τρόπο, περνώντας συχνά από το πρώτο στο τρίτο πρόσωπο. Ο Ντέιμον είναι ταυτόχρονα εκείνος που ζει τα γεγονότα και εκείνος που τα παρατηρεί από απόσταση. Αυτή η εναλλαγή ενισχύει την αίσθηση αποξένωσης που υπάρχει σε ολόκληρο το βιβλίο. Είναι σαν ο ήρωας να μην μπορεί να πλησιάσει πλήρως ούτε τους ανθρώπους γύρω του ούτε τον ίδιο του τον εαυτό.
Η αφήγηση είναι λιτή και ο Damon Galgut αποφεύγει να εξηγεί τα πάντα, αφήνοντας χώρο κυρίως σε όσα μένουν ανείπωτα ανάμεσα στους ανθρώπους. Μια επιθυμία που δεν βρίσκει ποτέ τις σωστές λέξεις, μια σχέση που τελειώνει πριν προλάβει να αποκτήσει σταθερή μορφή, μια προσπάθεια να σταθείς δίπλα σε κάποιον όταν δεν γνωρίζεις πραγματικά πώς. Μέσα από αυτές τις μικρές και συχνά δύσκολες στιγμές, το «Σε ξένο δωμάτιο», που βρέθηκε στη βραχεία λίστα του Booker το 2010, μιλά για την ανάγκη να βρούμε έναν τόπο ή έναν άνθρωπο όπου θα αισθανθούμε ότι ανήκουμε. Και μαζί για εκείνη τη δύσκολη παραδοχή πως μερικές φορές συνεχίζουμε να ταξιδεύουμε όχι επειδή ξέρουμε πού θέλουμε να φτάσουμε, αλλά επειδή δεν έχουμε ακόμη βρει πού θέλουμε να μείνουμε.
Πού τελειώνει η αλήθεια και πού αρχίζει η συνωμοσία;
Στην «Επικράτηση», η Nina Allan ξεκινά από μια εξαφάνιση και σταδιακά οδηγεί τον αναγνώστη σε έναν κόσμο όπου η πραγματικότητα, η επιστημονική φαντασία και οι θεωρίες συνωμοσίας αρχίζουν να μπλέκονται μεταξύ τους. Το βιβλίο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πόλις, σε μετάφραση της Άλκηστης Τριμπέρη.
Ο Φρανκ είναι ένας ιδιαίτερα ευφυής προγραμματιστής με μεγάλη αγάπη για τη μουσική του Μπαχ. Περνά μεγάλο μέρος του χρόνου του αναζητώντας μοτίβα και συνδέσεις στα πράγματα γύρω του, ενώ παράλληλα συμμετέχει σε διαδικτυακές κοινότητες όπου κυκλοφορούν θεωρίες συνωμοσίας και ακραίες ιδέες. Η σύντροφός του, Ρέιτσελ, γνωρίζει αρκετές από τις ιδιαιτερότητές του και συνεχίζει να τον αγαπά, ακόμη κι όταν η συμπεριφορά του γίνεται όλο και πιο δύσκολο να εξηγηθεί. Όταν ο Φρανκ εξαφανίζεται, η Ρέιτσελ ζητά τη βοήθεια της Ρόμπιν, μιας πρώην αστυνομικού που πλέον εργάζεται ως ιδιωτική ντετέκτιβ. Η Ρόμπιν έχει κι εκείνη μια ιδιαίτερη σχέση με τη μουσική του Μπαχ, αλλά και μια προσωπική ζωή που δεν είναι τόσο ξεκάθαρη όσο δείχνει στην αρχή. Η έρευνα για τον Φρανκ την οδηγεί σε ένα παράξενο διαδικτυακό δίκτυο και σε ένα ξεχασμένο μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας της δεκαετίας του 1950, το οποίο κάποιοι πιστεύουν ότι δεν είναι απλώς μυθοπλασία.
Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, το βιβλίο περιγράφει έναν πόλεμο ανάμεσα στη Γη και έναν εξωγήινο πολιτισμό που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη, μόνο που οι περισσότεροι άνθρωποι δεν μπορούν να τον αντιληφθούν. Από εκεί και πέρα, η Nina Allan αφήνει συνεχώς ανοιχτό το ερώτημα αν οι χαρακτήρες βλέπουν πράγματα που οι υπόλοιποι αγνοούν ή αν απλώς προσπαθούν να δώσουν νόημα σε έναν κόσμο που συχνά δεν έχει. Αυτό είναι και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της «Επικράτησης». Η συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται τόσο για μια κλασική αστυνομική λύση όσο για την ανάγκη των ανθρώπων να συνδέουν γεγονότα, να αναζητούν κρυφά μοτίβα και να δημιουργούν εξηγήσεις ακόμη και όταν τα στοιχεία δεν επαρκούν. Η μουσική, η επιστημονική φαντασία και η συνωμοσιολογία συνυπάρχουν σε μια ιστορία όπου καμία εκδοχή δεν μοιάζει εντελώς ασφαλής.
Η αφήγηση είναι απαιτητική και σε αρκετά σημεία κινείται πιο αργά απ’ όσο θα περίμενε κανείς από ένα βιβλίο που ξεκινά ως μυστήριο. Η Nina Allan ανοίγει συνεχώς νέες κατευθύνσεις, προσθέτει ιστορίες μέσα στην ιστορία και δεν βιάζεται να δώσει απαντήσεις. Αυτή η επιλογή μπορεί να δυσκολέψει τον αναγνώστη, είναι όμως και εκείνη που κάνει το βιβλίο να ξεχωρίζει από ένα συμβατικό θρίλερ. Επί της ουσίας, η «Επικράτηση» είναι ένα μυθιστόρημα για την αλήθεια και για τον τρόπο με τον οποίο την κατασκευάζουμε. Για την ανάγκη να βρίσκουμε σχέσεις ανάμεσα στα γεγονότα και για εκείνη τη λεπτή γραμμή όπου η αναζήτηση μιας εξήγησης μπορεί να καταλήξει σε εμμονή.
Ο φόβος του διαφορετικού
Στο «Indigo», ο Αυστριακός Clemens J. Setz ξεκινά από μια παράξενη ιδέα και χτίζει γύρω της έναν κόσμο που μοιάζει πολύ με τον δικό μας, μόνο που κάτι σε αυτόν δεν πηγαίνει καθόλου καλά. Στο κέντρο βρίσκονται παιδιά που πάσχουν από το λεγόμενο σύνδρομο Indigo. Όποιος τα πλησιάζει αρχίζει να αισθάνεται ναυτία, έντονους πονοκεφάλους και ζάλη. Τα παιδιά απομακρύνονται από τις οικογένειές τους και μεταφέρονται σε ειδικά ιδρύματα, ώστε να μην επηρεάζουν τους υπόλοιπους. Το μυθιστόρημα κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Gutenberg, στη σειρά Aldina, σε μετάφραση του Χρήστου Αστερίου.
Σε ένα τέτοιο οικοτροφείο στην Αυστρία φτάνει ένας νεαρός καθηγητής μαθηματικών που ονομάζεται, όπως και ο συγγραφέας, Clemens Setz. Σύντομα παρατηρεί ότι ορισμένα από τα παιδιά εξαφανίζονται μυστηριωδώς από το ίδρυμα. Κανείς δεν του εξηγεί πού μεταφέρονται και γιατί. Όταν αποφασίζει να ερευνήσει μόνος του τι συμβαίνει, χάνει τη δουλειά του. Χρόνια αργότερα, ο Ρόμπερτ Τέτσελ, ένας από τους πρώην μαθητές του ιδρύματος, διαβάζει στην εφημερίδα ότι ο παλιός καθηγητής του απαλλάχθηκε από την κατηγορία της δολοφονίας ενός άνδρα που κακοποιούσε ζώα. Το γεγονός τον αναγκάζει να επιστρέψει σε όσα συνέβησαν τότε και να προσπαθήσει να καταλάβει τι πραγματικά κρυβόταν πίσω από τις εξαφανίσεις των παιδιών.
Από εκεί και πέρα, το «Indigo» δεν ακολουθεί τον συνηθισμένο δρόμο ενός μυστηρίου. Ο συγγραφέας ανακατεύει την ιστορία με άρθρα, φωτογραφίες, αποσπάσματα, σημειώσεις, επιστημονικές αναφορές και πραγματικά ή φαινομενικά πραγματικά περιστατικά. Ο αναγνώστης πρέπει συνεχώς να αποφασίζει τι μπορεί να εμπιστευτεί και τι όχι. Ακόμη και το γεγονός ότι ο συγγραφέας δίνει το όνομά του σε έναν από τους βασικούς χαρακτήρες κάνει τα όρια ανάμεσα στη μυθοπλασία και στην πραγματικότητα ακόμη πιο ασαφή. Πίσω από αυτή την πολύ ιδιαίτερη δομή υπάρχει ένα αρκετά απλό και δυνατό θέμα. Τα παιδιά του Indigo είναι άνθρωποι που οι υπόλοιποι δεν μπορούν κυριολεκτικά να πλησιάσουν.
Αντί λοιπόν η κοινωνία να βρει έναν τρόπο να ζήσει μαζί τους, επιλέγει να τα απομονώσει. Ο Setz μιλά έτσι για τον φόβο απέναντι στο διαφορετικό, για τη μοναξιά και για την ευκολία με την οποία ένας άνθρωπος μπορεί να μετατραπεί σε «πρόβλημα» που πρέπει απλώς να απομακρυνθεί. Το βιβλίο δεν είναι πάντα εύκολο. Η αφήγηση διασπάται συνεχώς, οι πληροφορίες είναι πολλές και ο Setz δεν ενδιαφέρεται να δώσει στον αναγνώστη όλες τις απαντήσεις με έναν συνηθισμένο τρόπο. Αυτή η επιλογή μπορεί σε σημεία να κουράσει, είναι όμως ταυτόχρονα και το στοιχείο που κάνει το «Indigo» τόσο ανήσυχο και παράξενα γοητευτικό. Όσο προχωρά η ανάγνωση, η αίσθηση ότι κάτι κρύβεται πίσω από όσα βλέπουμε γίνεται όλο και πιο έντονη.
- ΕΟΠΥΥ: Δύο νέες εφαρμογές στο κινητό για αξιολόγηση υπηρεσιών και ιατρικό φάκελο
- Ο Μητσοτάκης θέλει σε ειδικό ρόλο τον Μεϊμαράκη, ο στόχος του Ανδρουλάκη και τα μηνύματα του υπουργικού
- Κυκλοφοριακό στην Αττική: Μποτιλιάρισμα 100 εκατ. ευρώ τον χρόνο στον Κηφισό
- Ενδιάμεσες εκλογές ΗΠΑ: «Μπλε κύμα» ή νέα έκπληξη; Οι κάλπες που θα καθορίσουν τα δύο τελευταία χρόνια του Τραμπ