Σινεμά|17.01.2026 14:45

Ρωτήσαμε τους θεατές αν τους άρεσε η ταινία «Τι ψυχή θα παραδώσεις μωρή;» – Τα σχόλια δεν ήταν ενθαρρυντικά

Άγγελος Γεραιουδάκης

Η κινηματογραφική μεταφορά του «Τι ψυχή θα παραδώσεις μωρή;» συγκέντρωσε έντονο ενδιαφέρον ήδη από τις πρώτες ημέρες προβολής. Η κίνηση στα ταμεία δείχνει ότι η συμπάθεια του κοινού για την ιστορία παραμένει μεγάλη, σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά την πρώτη της εμφάνιση στην τηλεόραση. Η αρχική σειρά, που προβλήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’90, είχε γνωρίσει μεγάλη επιτυχία και για πολλούς έμεινε «ανοιχτή υπόθεση», αφού σταμάτησε απότομα, χωρίς ποτέ να δοθεί ένα ολοκληρωμένο τέλος.

Στις κινηματογραφικές αίθουσες συναντά κανείς ένα κοινό ετερόκλητο. Θεατές που έζησαν τη σειρά την εποχή της πρώτης προβολής, νεότεροι που τη γνώριζαν μέσα από επαναλήψεις και βίντεο από τα social media, φίλοι της ελληνικής κωμωδίας, αλλά και άνθρωποι που αναζητούν απλώς μια βραδινή έξοδο τώρα που ο καιρός ψυχραίνει. Μετά την προβολή, τα σχόλια είναι αναπόφευκτα. Τι κρατά η ταινία από τη σειρά, τι αλλάζει, τι προσθέτει και —κυρίως— ποια είναι η συνέχεια της Αλέκας, της Φωφώς, της Πόπης και της Ντομινίκ.

Η ιστορία ακολουθεί τέσσερις γυναίκες που γνωρίστηκαν σ' ένα ορφανοτροφείο. Εκεί δημιουργήθηκε ένας στενός δεσμός, βασισμένος σε όσα έζησαν μαζί και σ' ένα κοινό τραύμα που σημάδεψε την παιδική τους ηλικία. Ο κοινωνικός λειτουργός του ιδρύματος, ο Γεράσιμος Μαντάς, κακοποιεί τις ανήλικες με τρόπο που τις οδηγεί σε μια σιωπηλή συμφωνία. Κάποια στιγμή θα επιστρέψουν και θα τον αντιμετωπίσουν.

Στην κινηματογραφική εκδοχή, η ιστορία ξετυλίγεται σε δύο μέρη. Το πρώτο εστιάζει στη σημερινή ζωή των τεσσάρων γυναικών. Παρακολουθούμε την καθημερινότητά τους, τις σχέσεις τους, τις διαφορές τους και τον τρόπο με τον οποίο καθεμία κουβαλά το παρελθόν της. Η Αλέκα, η Ντομινίκ, η Φωφώ και η Πόπη έχουν ακολουθήσει διαφορετικούς δρόμους και αντιμετωπίζουν αλλιώς όσα συνέβησαν, όμως ο δεσμός τους παραμένει. Η συνάντησή τους γίνεται όταν ο Γεράσιμος Μαντάς επιστρέφει στην Ελλάδα, εμφανιζόμενος πλέον ως δημόσιο πρόσωπο με δράση υπέρ κακοποιημένων παιδιών. Η επιστροφή του λειτουργεί ως καταλύτης.

Τι λέει το κοινό για την ταινία

Για να αποτυπωθεί με μεγαλύτερη ακρίβεια ο τρόπος με τον οποίο το κοινό υποδέχθηκε την ταινία, αναζητήσαμε θεατές ανά την Ελλάδα. Σκοπός ήταν η συγκέντρωση εντυπώσεων από ανθρώπους διαφορετικών ηλικιών και αναφορών, ώστε να προκύψει μία πιο συνολική εικόνα. Η επιλογή αυτής της μεθοδολογίας κρίθηκε σημαντική, καθώς ο θεατής είναι τελικά εκείνος που στηρίζει τις παραγωγές και επηρεάζει την πορεία τους. Κάτι που είδαμε έντονα και στην ταινία του «Καποδίστρια» σε σκηνοθεσία Γιάννη Σμαραγδή.

Ο Γρηγόρης δηλώνει ότι η ταινία του άφησε «μια χλιαρή αίσθηση», αναγνωρίζοντας ωστόσο τις πρωταγωνίστριες που, παρά τη «σκιά» της σειράς και των ερμηνειών της, κατάφεραν —ιδίως η Λεκάκη— να δώσουν τη δική τους εκδοχή στους χαρακτήρες. Θετική θεωρεί και τη συμμετοχή πολλών γνωστών ηθοποιών σε μικρούς ρόλους - έκπληξη, ενώ ξεχωρίζει αρνητικά τις παρουσίες της Νίκης Λάμη και του Ηλία Γκότση.

Σεναριακά δεν στέκεται ιδιαίτερα, καθώς μεγάλο μέρος της πλοκής είναι ήδη γνωστό. Δηλώνει πως στο δεύτερο μέρος —εκεί όπου η ιστορία ξεφεύγει από τα γνώριμα— περιμένει να δει «τι μέλλει γενέσθαι». Τα μεγαλύτερα προβλήματα, σύμφωνα με τον ίδιο, εντοπίζονται στη σκηνοθεσία και κυρίως στο μοντάζ. «Πολλά πλάνα θύμιζαν τηλεοπτική σειρά, ενώ κανείς δεν ασχολήθηκε με το ότι οι ηθοποιοί ξεκινάνε την ταινία φθινόπωρο και μέσα σε 15 - 20 μέρες έχουν ζήσει όλες τις εποχές. Ενα συνεχές σέπια φίλτρο που "άδειασε" τα χρώματα, glitch εφέ "βγαλμένα από το 2002" και sound design που περισσότερο θόρυβο πρόσθετε παρά ατμόσφαιρα». Ο Γρηγόρης καταλήγει ότι «χωρίς αυτό το κακό μοντάζ» η ταινία θα ήταν αισθητά καλύτερη και προτιμούσε να την είχε δει «στην τηλεόραση, αντί να στηθεί στον κινηματογράφο».

Παράλληλα, ο Απόστολος αυτοπροσδιορίζεται ως μεγάλος θαυματής της σειράς και δηλώνει πως χάρηκε «που ξαναείδε και ξανάκουσε» αγαπημένες ατάκες. Αναγνωρίζει ότι το μεγαλύτερο μέρος μεταφέρθηκε σχεδόν αυτούσιο, με κάποιες απαραίτητες προσαρμογές για το σήμερα.

Ξεχωρίζει ιδιαίτερα το ότι η ταινία έδειξε ξεκάθαρα τις ιστορίες γυναικών που ζουν βία μέσα στο σπίτι τους. Κάτι που γνώριζε ότι υπάρχει, αλλά δεν περίμενε να το δει τόσο έντονα στην οθόνη. Αναφέρει πως κάποιοι στο σινεμά «δεν ήθελαν να δουν αυτό το κομμάτι». Από ερμηνείες, δηλώνει ενθουσιασμένος με την αμεσότητα της Βλαντή και της ηθοποιού που υποδύθηκε την Πόπη, ενώ απολαμβάνει τη Λεκάκη ως Φωφώ σ' έναν χαρακτήρα διαφορετικό από εκείνον της σειράς. Το μόνο που θα ήθελε «λίγο πιο εκρηκτική» ήταν η Ανδρίτσου, ίσως λόγω σύγκρισης με τη Ρώπα. «Βέβαια, μπορεί και λανθασμένα να τις συγκρινω».

Η Ελευθερία υπογραμμίζει ότι η σύγκριση με τη σειρά είναι «αναπόφευκτη», όχι ως προς το ποιος έπαιζε καλύτερα, αλλά ως προς το πώς θα ήταν οι ίδιοι ηθοποιοί σήμερα. Δηλώνει ότι εκείνη και η παρέα της πήγαν με τη σκέψη πως «η ταινία δεν θα είναι τόσο καλή όσο η σειρά», όμως τελικά «και οι τέσσερις» την απόλαυσαν. Γέλασαν πολύ και τους άρεσε που ενσωματώθηκαν στοιχεία του σήμερα — όπως ο Μπισμπίκης ή η Σάττι, αλλά και ο γάμος ομοφυλόφιλων που παριστάνουν τους στρέιτ. Στα αρνητικά της ταινίας βάζει τις συμμετοχές influencers/TikTokers, όπως ο Γκότσης και η Μαριπόζα. «Θα μπορούσαν να βάλουν κομπάρσους». Η Δέσποινα, που ήταν στην ίδια παρέα με την Ελευθερία, συμφωνεί πως ήταν «μια πολύ ωραία προσπάθεια», που κράτησε το αυθεντικό χωρίς να το μιμηθεί, χωρίς να μοιάζει «κακή αντιγραφή». Αναγνωρίζει χιούμορ, καλές ερμηνείες και συνολικά δηλώνει ότι της άρεσε.

Κλείνοντας, ο Αλέξανδρος περιγράφει το πρώτο μέρος της ταινίας ως ένα έργο που αφήνει «ανάμεικτες εντυπώσεις». Όσον αφορά το μοντάζ θεωρεί και εκείνος ότι ήταν προβληματικό. Απότομα κοψίματα, πολλά εφέ που θυμίζουν «ινδική σαπουνόπερα ή παλιακή τηλεταινία» και κυριαρχία του sepia effect που χαρακτηρίζει το οπτικό αποτέλεσμα. «Στα πιο κρίσιμα σημεία -εκεί όπου οι τέσσερις βασικές ηρωίδες έρχονται σε επαφή με το βαθύ τους τραύμα- η εναλλαγή από το χιούμορ στο δράμα μοιάζει άτσαλη, χωρίς τον απαραίτητο χρόνο για ουσιαστική συναισθηματική εμβάθυνση».

Το cast, ωστόσο, θεωρεί ότι αποτελεί τη βασική δύναμη της ταινίας. Με αρνητικό πρόσημο επιλέγει τον Γκότση «με ύφος TikTok», τον Λευτέρη Ελευθερίου που μοιάζει σαν «γέμισμα τηλεοπτικού χρόνου» και τη Νίκη Λάμια που παίζει στον γνώριμο υποκριτικό της τόνο σ' έναν κατά τα άλλα αβανταδόρικο ρόλο. «Σημειώνω εδώ ότι θα είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον να διατηρηθεί ο διπλός ρόλος Ντίντα - Πόπη, ώστε να προστεθεί μια επιπλέον ερμηνευτική διάσταση στην Ουζουνίδου, και είναι ένα από τα σημεία, που με απογοήτευσε».

Αντίθετα, επαινεί Κώκλα, Ανανία, Χάνο και Κατσανδρή που δίνουν ερμηνείες που σε κάνουν «να ξεχνάς πώς είχαν αποδοθεί στη σειρά». Στις τέσσερις πρωταγωνίστριες αναγνωρίζει το υποκριτικό τους ταλέντο, με Ουζουνίδου και Λεκάκη να ξεχωρίζουν ιδιαίτερα. «Ισως επειδή οι χαρακτήρες τους συνεχίζουν να "τραυματίζονται" πιο έντονα στο σήμερα. Ως σκηνή διακρίνω την αναβίωση από τη Λεκάκη της ατάκας "Έλα, δεν το πιστεύω", την οποία καταφέρνει αβίαστα να κάνει απόλυτα δική της».  

Σε επίπεδο σεναρίου θεωρεί ότι, παρά τις αδέξιες μεταβάσεις, η συμπύκνωση επτά επεισοδίων σε δύο ώρες έγινε επαρκώς. Στα σκηνικά και κοστούμια στέκεται θετικά, με μόνη ένσταση την έλλειψη αίσθησης εποχής («γούνες τη μία μέρα, κοντομάνικα την άλλη»).

Η δική μας ματιά στην ταινία

Το να μεταφέρεις στον κινηματογράφο μια σειρά που έχει αφήσει τόσο έντονο αποτύπωμα στην τηλεόραση δεν είναι εύκολη υπόθεση. Η ταινία επιλέγει να μείνει πολύ κοντά σε ό,τι ήδη γνωρίζουμε, ξαναφέρνοντας σκηνές, ατάκες και ρυθμό που οι θεατές θυμούνται καλά. Σχεδόν τριάντα χρόνια μετά, ο Αλέξανδρος Ρήγας επιστρέφει στην ιστορία, αυτή τη φορά για να της δώσει ένα τέλος στο σινεμά, αναλαμβάνοντας μόνος του και το σενάριο και τη σκηνοθεσία. Ωστόσο, το ερώτημα είναι αναπόφευκτο. Μπορεί αυτή η κινηματογραφική εκδοχή να σταθεί στο ύψος των προσδοκιών που δημιούργησε η σειρά; Δυστυχώς, όχι όσο θα ήθελε κανείς.

Όσο κι αν προσπαθεί να σταθεί αυτόνομα, η ταινία σε οδηγεί συνεχώς σε συγκρίσεις με τη σειρά. Όχι τόσο λόγω των ηθοποιών, όσο λόγω του τρόπου που είναι φτιαγμένη. Η λογική παραμένει καθαρά τηλεοπτική και δεν προσαρμόζεται πραγματικά στη μεγάλη οθόνη. Το μοντάζ είναι γρήγορο και συχνά βιαστικό, οι σκηνές μοιάζουν κομμένες και ραμμένες όπως τότε, και οι διάλογοι ακούγονται σχεδόν ίδιοι. Οι γνωστές ατάκες επιστρέφουν αυτούσιες, περισσότερο σαν υπενθύμιση του παλιού παρά σαν κάτι που έχει να πει κάτι καινούργιο.

Εκεί που φαίνεται περισσότερο το πρόβλημα είναι στους ήρωες. Οι ρόλοι αυτοί είχαν γραφτεί για συγκεκριμένους ηθοποιούς και μια πολύ συγκεκριμένη εποχή. Σήμερα μεταφέρονται σχεδόν όπως ήταν, χωρίς ουσιαστικές αλλαγές. Έτσι, το νέο καστ καλείται κυρίως ν' αναπαράγει κάτι ήδη γνωστό, χωρίς χώρο να δώσει κάτι δικό του. Οι ηρωίδες (Βασιλική Ανδρίτσου, Παναγιώτα Βλαντή, Μαρία Λεκάκη και Λένα Ουζουνίδου) κινούνται πάνω στα ίδια νεύρα και τις ίδιες εντάσεις.

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με το βασικό θέμα της ιστορίας, την κακοποίηση. Ενώ η σειρά είχε τολμήσει να το αγγίξει πολύ πριν από το #Metoo, η ταινία το ξαναπιάνει χωρίς να το επεξεργαστεί περισσότερο. Μένει στην επιφάνεια, χωρίς βάθος και χωρίς καθαρή κατεύθυνση, με αποτέλεσμα να χάνει τη δύναμη που είχε τότε. Συνολικά, η αίσθηση είναι πως βλέπεις τηλεοπτικό υλικό παρουσιασμένο με κινηματογραφικό περιτύλιγμα, όχι μια ταινία που στέκεται από μόνη της. Επίσης, η ταινία φανερώνει πόσο δύσκολο είναι για τον Αλέξανδρο Ρήγα να δουλέψει μόνος του. Χωρίς κάποιον να βάλει φρένο ή να φιλτράρει το υλικό, οι επαναλήψεις πληθαίνουν και το αποτέλεσμα κουράζει. Κάποια πράγματα που κάποτε δούλευαν, εδώ απλώς ανακυκλώνονται, μέχρι να χάσουν τη δύναμή τους.

Καταραμένο σενάριο ή απλώς συμπτώσεις;

Το τηλεοπτικό «Τι ψυχή θα παραδώσεις μωρή;» ήταν εξαρχής μια ιδιαίτερη περίπτωση για τα ελληνικά δεδομένα. Μετά την επιτυχία των «Δύο Ξένων», ο Αλέξανδρος Ρήγας και ο Δημήτρης Αποστόλου θέλησαν να ξεφύγουν από την καθαρή κωμωδία και να δοκιμάσουν κάτι με πιο σκοτεινή ατμόσφαιρα. Μια ιστορία που είχε στο κέντρο της την κακοποίηση και τις συνέπειές της. Αφετηρία αποτέλεσε η ταινία «Sleepers» και, με τη στήριξη του παραγωγού Νίνου Ελματζιόγλου, το MEGA άναψε το πράσινο φως για μια παραγωγή με υψηλό κόστος και μεγάλες προσδοκίες.

Τα γυρίσματα ξεκίνησαν με τίτλο «Τιμής Ένεκεν» και ένα αρχικό καστ που περιλάμβανε τις Δήμητρα Παπαδοπούλου, Ελένη Καστάνη, Ασπασία Τζιτζικάκη, Ελισάβετ Κωνσταντινίδου και Ισαβέλλα Βλασιάδου. Πολύ γρήγορα, όμως, τα πράγματα άλλαξαν. Μετά από τέσσερα επεισόδια, τρεις ηθοποιοί αποχώρησαν και αντικαταστάθηκαν από τις Χρύσα Ρώπα, Ελένη Ράντου και Άβα Γαλανοπούλου, γεγονός που οδήγησε σε γυρίσματα από την αρχή και καθυστερήσεις.

Λίγο πριν από την πρεμιέρα ήρθε και δεύτερη αλλαγή. Η Ισαβέλλα Βλασιάδου αποχώρησε και ο ρόλος της Ντίντας πέρασε στην Άβα Γαλανοπούλου, η οποία κράτησε ταυτόχρονα και τον ρόλο της Πόπης. Οι συνεχείς αλλαγές δημιούργησαν ένα κλίμα αβεβαιότητας, ενώ τα δημοσιεύματα της εποχής μιλούσαν για εντάσεις και διαφωνίες στα παρασκήνια.

Παρά όλα αυτά, η σειρά έκανε πρεμιέρα στις 2 Οκτωβρίου 2000 με εντυπωσιακή ανταπόκριση. Η τηλεθέαση «χτύπησε» κόκκινο με 39% τηλεθέαση και περίπου 1.450.000 θεατές. Το κοινό την αγκάλιασε, τα επεισόδια σημείωναν σταθερά υψηλά νούμερα και οι επαναλήψεις, λόγω των καθυστερήσεων, διατηρούσαν το ενδιαφέρον. Από τα τέλη Νοεμβρίου μέχρι τον Φεβρουάριο του 2001 προβάλλονταν τα ίδια επεισόδια, ενώ τον Φεβρουάριο προστέθηκε ένα ακόμη, βασισμένο σε ήδη γυρισμένο υλικό. Λίγο μετά, η σειρά σταμάτησε οριστικά.

Οι λόγοι δεν ξεκαθαρίστηκαν ποτέ πλήρως. Ακούστηκαν πολλά για χρονοδιαγράμματα, κόστος και διαφωνίες με το κανάλι. Το γεγονός είναι ότι η ιστορία κόπηκε λίγο πριν φτάσει στο σημείο που όλοι περίμεναν την τιμωρία του Μαντά. Αυτό το απότομο τέλος κράτησε τη σειρά «ανοιχτή» στη μνήμη του κοινού για πάνω από είκοσι χρόνια.

Η κινηματογραφική μεταφορά ήρθε με την υπόσχεση να κλείσει αυτό το κενό. Ωστόσο, τα προβλήματα φαίνεται πως δεν έμειναν στο παρελθόν. Σύμφωνα με όσα γράφτηκαν, ο Αλέξανδρος Ρήγας δεν βρέθηκε στην πρώτη επίσημη προβολή της ταινίας, δείχνοντας δυσαρέσκεια για την πορεία της παραγωγής. Οι αναβολές και οι καθυστερήσεις επηρέασαν τον προγραμματισμό και μετέφεραν χρονικά την έξοδο της ταινίας, κάτι που τον προβλημάτισε έντονα. Την ώρα της avant premiere, ο ίδιος βρισκόταν σε πρόβα παιδικής θεατρικής παράστασης που σκηνοθετεί και θα κάνει πρεμιέρα σε λίγες εβδομάδες, μια επιλογή που πολλοί διάβασαν ως αποστασιοποίηση από το συγκεκριμένο πρότζεκτ. 

Παναγιώτα ΒλαντήΤι ψυχή θα παραδώσεις μωρή;Αλέξανδρος ΡήγαςΜαρία ΛεκάκηΒασιλική Ανδρίτσου