Ποιος θα γίνει ο νέος Τζέιμς Μποντ; Οι έξι ηθοποιοί που διεκδικούν έναν ρόλο δισεκατομμυρίων
Άγγελος ΓεραιουδάκηςΠέντε χρόνια μετά την τελευταία αποστολή του Ντάνιελ Κρεγκ, η αναζήτηση του επόμενου Τζέιμς Μποντ φαίνεται να περνά στην πιο κρίσιμη φάση της. Έξι ονόματα βρίσκονται στο επίκεντρο των τελευταίων δημοσιευμάτων, την ώρα που η Amazon MGM, ο Ντενί Βιλνέβ και μια καινούργια δημιουργική ομάδα καλούνται να αποφασίσουν όχι μόνο ποιος θα φορέσει το σμόκιν, αλλά κυρίως ποιος θα οδηγήσει έναν από τους πιο ανθεκτικούς κινηματογραφικούς ήρωες στην επόμενη εποχή του.
Εδώ και περισσότερες από έξι δεκαετίες ο Τζέιμς Μποντ λειτουργεί ως κάτι πολύ μεγαλύτερο από πρωταγωνιστής μιας σειράς κατασκοπευτικών ταινιών. Είναι ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σύμβολα του εμπορικού κινηματογράφου, ένας ήρωας που κατάφερε να αλλάξει πρόσωπο, ύφος και εποχή, κρατώντας σχεδόν αμετάβλητο τον πυρήνα του.
Η ιστορία του ξεκίνησε στα βιβλία. Ο Ιαν Φλέμινγκ παρουσίασε για πρώτη φορά τον πράκτορα 007 στο «Casino Royale» το 1953, αντλώντας στοιχεία από τη δική του θητεία στις βρετανικές υπηρεσίες πληροφοριών στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Εννέα χρόνια αργότερα, το 1962, το «Dr. No» με τον Σον Κόνερι μετέφερε τον Μποντ στη μεγάλη οθόνη και εγκαινίασε ένα κινηματογραφικό φαινόμενο που εξακολουθεί να βρίσκεται σε εξέλιξη. Το επίσημο φιλμικό canon αριθμεί σήμερα 25 παραγωγές, από το «Dr. No» μέχρι το «No Time to Die» του 2021.
Έξι Μποντ, έξι διαφορετικές εποχές
Η μακροβιότητα του 007 στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό σε μια απλή ιδέα. Ο χαρακτήρας μπορούσε να παραμένει ο ίδιος και ταυτόχρονα να αλλάζει μαζί με τον άνθρωπο που τον ενσάρκωνε. Ο Σον Κόνερι έδωσε στον Μποντ την πρώτη οριστική κινηματογραφική του ταυτότητα. Στιβαρός, ειρωνικός, γοητευτικός και συχνά επικίνδυνος ακόμη και όταν παρέμενε απολύτως ακίνητος, διαμόρφωσε το πρότυπο πάνω στο οποίο θα κρίνονταν όλοι οι επόμενοι. Πρωταγωνίστησε σε έξι από τις επίσημες ταινίες της Eon Productions, επιστρέφοντας αργότερα και στο εκτός επίσημου canon «Never Say Never Again».
Το 1969, ο Αυστραλός Τζορτζ Λάζενμπι ανέλαβε για μία και μοναδική ταινία, το «On Her Majesty’s Secret Service». Η σύντομη παρουσία του απέκτησε με τα χρόνια διαφορετική εκτίμηση, κυρίως επειδή η ταινία επέτρεψε στον Μποντ να εμφανίσει μια συναισθηματική πλευρά που η σειρά μέχρι τότε κρατούσε στο περιθώριο.
Ακολούθησε ο Ρότζερ Μουρ, ο οποίος πρωταγωνίστησε σε επτά ταινίες από το 1973 έως το 1985 και έφερε περισσότερο χιούμορ, κοσμοπολίτικη ελαφρότητα και αυτοσαρκασμό. Ο Τίμοθι Ντάλτον, στις δύο ταινίες του στα τέλη της δεκαετίας του ’80, κινήθηκε προς μια πιο σκληρή και πιο πιστή στον λογοτεχνικό Φλέμινγκ εκδοχή. Και ο Πιρς Μπρόσναν, από το «GoldenEye» του 1995 μέχρι το «Die Another Day» το 2002, επανέφερε το κλασικό glamour του ήρωα σε μια περίοδο κατά την οποία ο Ψυχρός Πόλεμος είχε τελειώσει και το ίδιο το είδος της κατασκοπείας αναζητούσε νέα θέση στο mainstream σινεμά. Κάθε αλλαγή ηθοποιού υπήρξε ουσιαστικά και μια μικρή επανεκκίνηση. Αυτό ακριβώς συμβαίνει ξανά σήμερα, μόνο που αυτή τη φορά η μετάβαση είναι μεγαλύτερη.
Ο Ντάνιελ Κρεγκ και ο Μποντ του 21ου αιώνα
Όταν ο Ντάνιελ Κρεγκ ανακοινώθηκε το 2005 ως ο έκτος επίσημος κινηματογραφικός 007, η επιλογή αντιμετωπίστηκε αρχικά με έντονη επιφύλαξη. Έμοιαζε αρκετά διαφορετικός από την εικόνα που είχε εδραιώσει ο Μπρόσναν. Το «Casino Royale» του 2006 άλλαξε γρήγορα τους όρους της συζήτησης.
Στις πέντε ταινίες του – «Casino Royale», «Quantum of Solace», «Skyfall», «Spectre» και «No Time to Die» – ο Κρεγκ παρουσίασε έναν πιο γυμνασμένο, πιο σκληρό και ταυτόχρονα περισσότερο ευάλωτο Μποντ. Ο χαρακτήρας απέκτησε παρελθόν, συναισθηματικές απώλειες, τραύματα και μια πιο ολοκληρωμένη προσωπική διαδρομή. Η εποχή του σταμάτησε να αντιμετωπίζει κάθε ταινία αποκλειστικά σαν αυτοτελή αποστολή και άρχισε να συνδέει τις ιστορίες σε μια ευρύτερη δραματική πορεία.
Και εμπορικά, το στοίχημα δικαιώθηκε. Το «Skyfall» ξεπέρασε τα 1,1 δισ. δολάρια παγκοσμίως, το «Spectre» πλησίασε τα 880 εκατ. και το «No Time to Die», παρά τις διαδοχικές αναβολές της πανδημίας, έφθασε περίπου στα 759 εκατ. δολάρια. Συνολικά, οι πέντε ταινίες της περιόδου Κρεγκ απέφεραν σχεδόν 4 δισ. δολάρια στις παγκόσμιες αίθουσες. Το franchise στο σύνολό του έχει ξεπεράσει τα 7 δισ. δολάρια σε κινηματογραφικές εισπράξεις, ένα μέγεθος που εξηγεί γιατί η επιλογή του νέου πρωταγωνιστή αποτελεί από μόνη της επιχειρηματική απόφαση εκατοντάδων εκατομμυρίων.
Για πρώτη φορά, ένας Μποντ της Amazon
Η επόμενη ταινία θα είναι σημαντική και για έναν ακόμη λόγο. Για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία του 007, η οικογένεια Μπρόκολι δεν θα έχει τον τελικό δημιουργικό έλεγχο. Η Amazon απέκτησε την MGM το 2022, όμως τον Μάρτιο του 2025 ολοκληρώθηκε μια νέα συμφωνία με τους επί δεκαετίες θεματοφύλακες του Bond, Μπάρμπαρα Μπρόκολι και Μάικλ Γουίλσον. Οι πλευρές παραμένουν συνιδιοκτήτες της πνευματικής ιδιοκτησίας, με την Amazon MGM Studios να έχει πλέον τον δημιουργικό έλεγχο των επόμενων παραγωγών.
Η νέα εποχή διαθέτει ήδη ισχυρά ονόματα. Παραγωγοί είναι η Έιμι Πασκάλ, με πολυετή παρουσία στο σύμπαν του «Spider-Man», και ο Ντέιβιντ Χέιμαν, ο άνθρωπος πίσω από τις κινηματογραφικές ταινίες «Harry Potter». Στη σκηνοθεσία βρίσκεται ο Ντενί Βιλνέβ, δημιουργός των «Sicario», «Arrival», «Blade Runner 2049» και των δύο «Dune». Ο ίδιος έχει περιγράψει τον Bond ως κομμάτι των πρώτων κινηματογραφικών του αναμνήσεων και έχει δηλώσει ότι στόχος του είναι να τιμήσει την παράδοση και παράλληλα να ανοίξει τον δρόμο για τις επόμενες αποστολές. Το σενάριο γράφει ο Στίβεν Νάιτ, δημιουργός του «Peaky Blinders», με εμπειρία σε ιστορίες βρετανικού χαρακτήρα, εγκλήματος και κατασκοπείας.
Η Amazon MGM επιβεβαίωσε τον Μάιο ότι η διαδικασία επιλογής του επόμενου Bond βρίσκεται σε εξέλιξη, αποφεύγοντας να σχολιάσει συγκεκριμένα ονόματα. Τον τελευταίο καιρό, ωστόσο, δημοσιεύματα φέρνουν έξι ηθοποιούς κοντά σε screen tests: Τζακ Μπάρτον, Κάλουμ Τέρνερ, Τζακ Λόουντεν, Τζέικομπ Ελόρντι, Πολ Μέσκαλ και Χάρις Ντίκινσον. Η συγκεκριμένη εξάδα παραμένει ανεπίσημη, ενώ οι δοκιμές φέρονται να έχουν τοποθετηθεί στις αρχές Σεπτεμβρίου.
Τζακ Μπάρτον: Το αουτσάιντερ που ξαφνικά έγινε φαβορί
Μέχρι πριν από μερικές εβδομάδες, το όνομα του Τζακ Μπάρτον δύσκολα θα βρισκόταν σε μια συζήτηση για τον επόμενο μεγάλο πρωταγωνιστή του Χόλιγουντ. Σήμερα ο 31χρονος Βρετανός αποτελεί ίσως την πιο ενδιαφέρουσα περίπτωση της λίστας ακριβώς επειδή παραμένει σχετικά άγνωστος.
Απόφοιτος του Oxford School of Drama, έχει περάσει από το «Heartstopper», το «War of the Worlds» και το «Grantchester», ενώ πραγματοποίησε μια μικρή εμφάνιση στο «Poor Things» του Γιώργου Λάνθιμου. Περισσότερο βάρος έχει πιθανότατα η συμμετοχή του στο «SAS: Rogue Heroes», σειρά του Στίβεν Νάιτ, δηλαδή του σεναριογράφου που έχει αναλάβει σήμερα τον νέο Μποντ.
Το μεγαλύτερο πλεονέκτημά του είναι ακριβώς εκείνο που σε άλλη περίπτωση θα θεωρούνταν μειονέκτημα: το κοινό γνωρίζει ελάχιστα γι’ αυτόν. Ο Μπάρτον θα μπορούσε να μπει στον ρόλο δίχως να κουβαλά μια ήδη πανίσχυρη star persona. Πρόκειται για στρατηγική που έχει λειτουργήσει ξανά. Ο Μποντ ιστορικά έχει τη δύναμη να δημιουργεί σταρ, αντί να χρειάζεται απαραιτήτως έναν ήδη παγκόσμιο σταρ για να επιβιώσει.
Δημοσιεύματα των τελευταίων ημερών τον παρουσιάζουν ακόμη και ως την έκπληξη που έχει προχωρήσει πολύ ψηλά στην κούρσα. Μέχρι να υπάρξει επίσημη επιβεβαίωση, πάντως, αυτό παραμένει μέρος της έντονης φημολογίας που συνοδεύει κάθε casting του 007.
Κάλουμ Τέρνερ: Ο πιο «κλασικός» Μποντ της εξάδας
Αν κάποιος από τους έξι μοιάζει να πληροί εξαρχής πολλές από τις παραδοσιακές προϋποθέσεις του ρόλου, αυτός είναι ο Κάλουμ Τέρνερ. Στα 36 του, ο Βρετανός ηθοποιός διαθέτει το ύψος, το παρουσιαστικό και την κομψότητα που παραπέμπουν σχεδόν αυτομάτως στην κλασική εικόνα του 007. Έγινε ευρύτερα γνωστός ως Theseus Scamander στις ταινίες «Fantastic Beasts», απέσπασε υποψηφιότητα BAFTA για το «The Capture» και στη συνέχεια πέρασε σε μεγαλύτερες παραγωγές, όπως το «The Boys in the Boat» του Τζορτζ Κλούνεϊ και το «Masters of the Air».
Η περίπτωση Τέρνερ έχει ένα ιδιαίτερο πλεονέκτημα: βρίσκεται σε εκείνο το σπάνιο σημείο μιας καριέρας όπου ο ηθοποιός είναι αρκετά αναγνωρίσιμος ώστε να εμπνέει εμπιστοσύνη σε ένα στούντιο, παραμένοντας αρκετά «καθαρός» από έναν μοναδικό ρόλο που να τον ακολουθεί παντού.
Το βρετανικό GQ τον τοποθετεί αυτή την περίοδο στην κορυφή της δικής του κατάταξης για τον επόμενο 007. Το σημαντικότερο ερώτημα γύρω από τον Τέρνερ αφορά περισσότερο την κατεύθυνση του Βιλνέβ: εάν αναζητά έναν Μποντ που θα διατηρεί σαφή σχέση με την κλασική παράδοση, ο Κάλουμ Τέρνερ μοιάζει εξαιρετικά ασφαλής επιλογή. Εάν η επιθυμία είναι μια ριζικότερη επανεκκίνηση, ο ανταγωνισμός γίνεται πιο ανοιχτός.
Τζακ Λόουντεν: Ένας κατάσκοπος ήδη εκπαιδευμένος
Ο Τζακ Λόουντεν, 36 ετών, έχει μια ιδιόμορφη σχέση με τον ρόλο. Εδώ και χρόνια υποδύεται έναν πράκτορα των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών. Στο «Slow Horses» είναι ο River Cartwright, ένας MI5 agent με φιλοδοξίες, ικανότητες και αρκετές ατέλειες ώστε να απέχει πολύ από τη σχεδόν μυθολογική αποτελεσματικότητα του Bond. Αυτή ακριβώς η απόσταση μπορεί να κάνει την υποψηφιότητά του ενδιαφέρουσα. Ο Λόουντεν έχει ήδη δοκιμαστεί σε ιστορίες κατασκοπείας, ενώ έχει εμφανιστεί στο «Dunkirk» του Κρίστοφερ Νόλαν και στο «Mary Queen of Scots», διαθέτοντας τόσο κινηματογραφική εμπειρία όσο και ισχυρό θεατρικό υπόβαθρο.
Οι φήμες γύρω από το όνομά του ενισχύθηκαν ιδιαίτερα τον Αύγουστο. Το GQ σημείωνε ότι διαθέτει ένα σπάνιο μείγμα. Αρκετή εμπειρία σε μεγάλες παραγωγές, ουσιαστική δραματική κατάρτιση και ακόμη χώρο ώστε ο Μποντ να γίνει ο ρόλος που θα καθορίσει τη διεθνή εικόνα του. Επιπλέον, ως Σκωτσέζος προσθέτει μια μικρή συμβολική σύνδεση τόσο με τον Κόνερι όσο και με τη σκωτσέζικη καταγωγή που απέκτησε ο ίδιος ο λογοτεχνικός Μποντ στα βιβλία του Φλέμινγκ.
Τζέικομπ Ελόρντι: Η επιλογή της νέας παγκόσμιας γενιάς
Ο Τζέικομπ Ελόρντι βρίσκεται στο ακριβώς αντίθετο άκρο από τον Barton. Ο 29χρονος Αυστραλός είναι ήδη ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους ηθοποιούς της γενιάς του. Μετά το «Euphoria» και τις ταινίες «The Kissing Booth», έκανε μια σαφή στροφή προς πιο απαιτητικές κινηματογραφικές επιλογές, όπως το «Priscilla» της Σοφία Κόπολα, το «Saltburn» της Έμεραλντ Φένελ και το «Frankenstein» του Γκιγιέρμο ντελ Τόρο, για το οποίο έφθασε μέχρι την πρώτη του οσκαρική υποψηφιότητα.
Ο Ελόρντι διαθέτει κάτι εξαιρετικά χρήσιμο για την Amazon. Πρόσβαση σ' ένα νεότερο, παγκόσμιο κοινό που ίσως δεν έχει την ίδια συναισθηματική σχέση με τον Μποντ που είχαν προηγούμενες γενιές. Έχει επίσης την έντονη φυσική παρουσία και τη σχέση με τη μόδα και το tailoring που ταιριάζουν σε έναν χαρακτήρα του οποίου η κομψότητα αποτελεί μέρος της μυθολογίας του.
Το ερώτημα είναι εάν η λάμψη του έχει ήδη γίνει υπερβολικά μεγάλη. Στην ηλικία των 29 ετών θα μπορούσε να υπογράψει για μια ολόκληρη δεκαετία ταινιών, ταυτόχρονα όμως ο θεατής θα έπρεπε να ξεχάσει τον Τζέικομπ Ελόρντι ώστε να πιστέψει στον Τζέιμς Μποντ. Για ένα στούντιο που θέλει άμεση παγκόσμια αναγνωρισιμότητα αυτό αποτελεί πλεονέκτημα. Για έναν σκηνοθέτη που θέλει να δημιουργήσει τον δικό του 007 από το μηδέν, ίσως αποτελεί μεγαλύτερη πρόκληση.
Πολ Μέσκαλ: Ο Μποντ της ευαισθησίας
Ο Πολ Μέσκαλ είναι ίσως η λιγότερο αυτονόητη και γι’ αυτό μία από τις πιο συναρπαστικές επιλογές. Ο 30χρονος Ιρλανδός έγινε γνωστός μέσα από το «Normal People» και μέσα σε ελάχιστα χρόνια πέρασε στο «Aftersun», που του χάρισε υποψηφιότητα για Οσκαρ, στο «All of Us Strangers» και τελικά στη μεγάλης κλίμακας παραγωγή «Gladiator II». Έχει αποδείξει ότι μπορεί να κινηθεί από τον εξαιρετικά εσωτερικό κινηματογράφο σε μια παραγωγή εκατοντάδων εκατομμυρίων.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται το ενδιαφέρον της περίπτωσής του. Ο Κρεγκ άνοιξε τον δρόμο για έναν Bond που μπορούσε να πονά, να χάνει και να εμφανίζει συναισθηματικές ρωγμές. Ο Μέσκαλ θα μπορούσε να μεταφέρει αυτή την ιδέα ακόμη πιο κοντά στη σύγχρονη αντίληψη της ανδρικής ταυτότητας. Λιγότερο απρόσιτος, περισσότερο εσωτερικός, διατηρώντας ταυτόχρονα τη σωματικότητα που απαιτεί μια action παραγωγή.
Υπάρχει και ένας πρακτικός παράγοντας. Έχει ήδη αναλάβει τον Πολ ΜακΚάρτνεϊ στο φιλόδοξο κινηματογραφικό εγχείρημα τεσσάρων ταινιών για τους Beatles που σκηνοθετεί ο Σαμ Μέντες. Ένας ρόλος όπως ο Μποντ απαιτεί πολυετή διαθεσιμότητα, επομένως ο προγραμματισμός ενδέχεται να αποτελέσει κομμάτι της εξίσωσης.
Χάρις Ντίκινσον: Ανάμεσα στο arthouse και στο blockbuster
Ο Χάρις Ντίκινσον, επίσης 30 ετών, ίσως διαθέτει το πιο δύσκολο να οριστεί προφίλ της εξάδας, κάτι που μπορεί τελικά να λειτουργεί υπέρ του. Ξεκίνησε με το ανεξάρτητο «Beach Rats» και στη συνέχεια πέρασε με εντυπωσιακή άνεση από το «Triangle of Sadness» του Ρούμπεν Εστλουντ στο «The Iron Claw» και από εκεί στο «Babygirl» δίπλα στη Νικόλ Κίντμαν. Παράλληλα, έκανε το σκηνοθετικό του ντεμπούτο μεγάλου μήκους με το «Urchin», δείχνοντας φιλοδοξίες που ξεπερνούν το συμβατικό μοντέλο ενός ανερχόμενου leading man.
Ο Ντίκινσον έχει βρετανική καταγωγή, ισχυρή φυσική παρουσία και αρκετή αναγνωρισιμότητα ώστε η επιλογή του να προκαλέσει ενδιαφέρον, διατηρώντας παράλληλα την ικανότητα να εξαφανίζεται μέσα στους χαρακτήρες του. Δεν θυμίζει άμεσα κανέναν προηγούμενο Μποντ, ίσως το μεγαλύτερο προσόν του. Και εκείνος έχει ήδη μια μεγάλη δέσμευση μπροστά του. Θα υποδυθεί τον Τζον Λένον στις τέσσερις ταινίες του Σαμ Μέντες για τους Beatles, στο ίδιο εγχείρημα όπου ο Mescal αναλαμβάνει τον ΜακΚάρτνεϊ.
Τελικά, τι Μποντ ψάχνουν;
Οι έξι υποψήφιοι μοιάζουν σχεδόν σαν έξι διαφορετικές απαντήσεις στην ίδια ερώτηση. Ο Τζακ Μπάρτον προσφέρει το άγνωστο πρόσωπο πάνω στο οποίο μπορεί να οικοδομηθεί ένας νέος μύθος. Ο Κάλουμ Τέρνερ αποτελεί την πιο άμεση γέφυρα προς την παραδοσιακή κομψότητα του χαρακτήρα. Ο Τζέικομπ Ελόρντι διαθέτει βρετανικότητα, δραματική αξιοπιστία και ήδη μια παράξενη «προϋπηρεσία» στις μυστικές υπηρεσίες. Ο Τζέικομπ Ελόρντι φέρνει παγκόσμια αναγνωρισιμότητα και ένα τεράστιο νεότερο κοινό. Ο Πολ Μέσκαλθα μπορούσε να οδηγήσει τον ήρωα σε ακόμη πιο συναισθηματικό έδαφος. Ο Dickinson συνδυάζει το ανεξάρτητο ευρωπαϊκό σινεμά με την προοπτική ενός mainstream leading man.
Αυτός είναι και ο λόγος που το casting έχει μεγαλύτερη σημασία από το ποιος δείχνει καλύτερος με σμόκιν. Η επιλογή θα αποκαλύψει ποιον Τζέιμς Μποντ θέλει να δημιουργήσει ο Ντενί Βιλνέβ και, ακόμη περισσότερο, τι σκοπεύει να κάνει η Amazon με ένα από τα πολυτιμότερα brands που πέρασαν ποτέ στα χέρια της. Η παραγωγός Έιμι Πασκάλ έχει αφήσει να εννοηθεί ότι το τέλος του 2026 αποτελεί ένα πιθανό χρονικό σημείο για να μάθουμε την απάντηση, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι η διαδικασία γίνεται με μεγάλη προσοχή, καθώς ο Ντάνιελ Κρεγκ άφησε πίσω του έναν ιδιαίτερα υψηλό πήχη.
Μέχρι τότε, το πραγματικό ερώτημα ίσως είναι διαφορετικό από εκείνο που κυριαρχεί στις στοιχηματικές εταιρείες και στα fan forums. Δεν είναι απλώς ποιος θα γίνει ο επόμενος Τζέιμς Μποντ. Είναι ποια εκδοχή του Τζέιμς Μποντ μπορεί να έχει λόγο ύπαρξης στα τέλη της δεκαετίας του 2020. Γιατί το σμόκιν, η Aston Martin, το «007» και η χαρακτηριστική μουσική μπορούν να επιστρέψουν σχεδόν αυτούσια. Ο άνθρωπος μέσα στο κοστούμι, όπως απέδειξαν ο Κόνερι, ο Μουρ, ο Ντάλτον, ο Μπρόσναν και τελικά ο Κρεγκ, είναι εκείνος που κάθε φορά πρέπει να πείθει το κοινό ότι ο πιο διάσημος κατάσκοπος του κινηματογράφου αξίζει άλλη μία αποστολή.