Σινεμά|16.09.2026 18:30

Cinobo Όπερα: Μπορεί ένα bar, τρεις αίθουσες και 75 προβολές την εβδομάδα να μας κάνουν να επιστρέψουμε στο σινεμά;

Άγγελος Γεραιουδάκης

Κόκκινο παντού. Στα καθίσματα, στους τοίχους, στο φως που απλώνεται στην αίθουσα και φτάνει μέχρι την οθόνη. Μπαίνοντας στη νέα Αίθουσα 3 του Cinobo Όπερα, σχεδόν ενστικτωδώς σταματάς για λίγο πριν καθίσεις. Κοιτάζεις γύρω σου, γιατί ο ίδιος ο χώρος τραβάει πρώτος την προσοχή. Από τις τρεις αίθουσες του ανακαινισμένου κινηματογράφου, αυτή ήταν εκείνη που με κέρδισε αμέσως. Ίσως επειδή ξεφεύγει από την εικόνα που έχουμε συνηθίσει στις περισσότερες κινηματογραφικές αίθουσες της Αθήνας. Το βαθύ κόκκινο, οι διαφορετικές αποχρώσεις που δημιουργεί ο φωτισμός και η σχεδόν απόλυτη μονοχρωμία της δίνουν έντονο χαρακτήρα. Πριν ακόμη αρχίσει η ταινία, έχεις ήδη την αίσθηση ότι βρίσκεσαι κάπου μοναδικά.

Λίγα μέτρα πιο πέρα, η εικόνα αλλάζει εντελώς. Πίσω από τις βαριές μπορντό κουρτίνες βρίσκεται το BAR 2046, ένας χώρος που μοιάζει περισσότερο με κανονικό bar της πόλης παρά με συμπλήρωμα ενός κινηματογράφου. Ξύλινες επιφάνειες, χαμηλός και ζεστός φωτισμός, πορτοκαλί και καφέ αποχρώσεις, στρογγυλά τραπέζια, βινύλια και μια φωτεινή επιγραφή συνθέτουν μια ατμόσφαιρα που κοιτάζει συνειδητά προς το παρελθόν. Το όνομά του παραπέμπει φυσικά στο «2046» του Wong Kar-wai και οι κινηματογραφικές αναφορές συνεχίζονται και στην αισθητική του, που φέρνει στο μυαλό έναν κόσμο πιο σκοτεινό, πιο ρομαντικό και πιο νοσταλγικό.

Αυτές οι δύο πρώτες εικόνες εξηγούν ίσως καλύτερα από οτιδήποτε άλλο τη λογική πίσω από το νέο Cinobo Όπερα. Η ανακαίνιση δεν έγινε μόνο για να αποκτήσει ο χώρος καλύτερο ήχο, νέα καθίσματα και πιο σύγχρονες συνθήκες προβολής. Η φιλοδοξία είναι μεγαλύτερη. Ο στόχος είναι να δημιουργηθεί ένας κινηματογράφος στον οποίο να θέλεις να περάσεις χρόνο, να έρθεις νωρίτερα, να μείνεις μετά την ταινία, να συναντήσεις φίλους ή ακόμη και να κατέβεις για ένα ποτό χωρίς να έχεις απαραίτητα προγραμματίσει κάποια προβολή.

Με άλλα λόγια, το Cinobo Όπερα επιχειρεί να ξανακάνει το «πάμε σινεμά» ολοκληρωμένη έξοδο και όχι απλώς την παρακολούθηση μιας ταινίας για δύο ώρες. Και αυτή η επιλογή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σήμερα, σε μια περίοδο κατά την οποία η κινηματογραφική αίθουσα χρειάζεται να δώσει ξανά στο κοινό έναν λόγο για να αφήσει την άνεση του σπιτιού και να επιστρέψει στη μεγάλη οθόνη.

Το σινεμά ψάχνει ξανά τον θεατή του

Μπορεί το σινεμά να παραμείνει μέρος της καθημερινότητάς μας σε μια εποχή που σχεδόν κάθε ταινία μπορεί να φτάσει στο σπίτι μας με λίγα κλικ; Αυτό είναι ένα από τα βασικά ερωτήματα που απασχολούν εδώ και χρόνια τον χώρο του κινηματογράφου. Η πανδημία έκανε τη συζήτηση ακόμη πιο έντονη, ενώ οι ψηφιακές πλατφόρμες άλλαξαν σημαντικά τις συνήθειές μας και τον τρόπο με τον οποίο επιλέγουμε να βλέπουμε ταινίες. Το σινεμά φυσικά δεν εξαφανίστηκε και οι αριθμοί δεν δείχνουν ότι οδεύουμε προς το «τέλος της κινηματογραφικής αίθουσας». Δείχνουν, όμως, κάτι εξίσου σημαντικό. Πηγαίνουμε λιγότερο συχνά σινεμά σε σχέση με τα χρόνια πριν από την πανδημία και η σχέση μας με τη μεγάλη οθόνη έχει αλλάξει.

Το 2024, κόπηκαν στην Ευρώπη περίπου 843 εκατομμύρια εισιτήρια, αριθμός μειωμένος κατά 1,7% σε σχέση με το 2023. Η πραγματική απόσταση γίνεται ακόμη πιο καθαρή όταν κοιτάξει κανείς λίγο πιο πίσω. Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο Οπτικοακουστικών Μέσων, η προσέλευση στις ευρωπαϊκές αίθουσες παρέμενε περίπου 24% χαμηλότερα από τον μέσο όρο της περιόδου 2017-2019, δηλαδή των τελευταίων ετών πριν από την πανδημία. Η εικόνα παρέμεινε δύσκολη και το 2025. Οι πρώτες εκτιμήσεις του ίδιου οργανισμού έδειξαν περίπου 796 εκατομμύρια εισιτήρια στην ευρύτερη ευρωπαϊκή αγορά, 5,5% λιγότερα από την προηγούμενη χρονιά. Τα έσοδα των κινηματογράφων αποδείχθηκαν πιο ανθεκτικά, μεταξύ άλλων λόγω της αύξησης της μέσης τιμής του εισιτηρίου.

Η κατάσταση, βέβαια, δεν είναι ίδια παντού. Η UNIC, που εκπροσωπεί κινηματογράφους και ενώσεις αιθουσαρχών σε 39 ευρωπαϊκές αγορές, κατέγραψε την Ελλάδα ανάμεσα στις χώρες όπου τα έσοδα των κινηματογράφων αυξήθηκαν μέσα στο 2025. Γι' αυτό και όταν μιλάμε για «κρίση του σινεμά» χρειάζεται να είμαστε συγκεκριμένοι. Οι άνθρωποι δεν σταμάτησαν να αγαπούν τις ταινίες. Άλλαξε ο τρόπος με τον οποίο τις βλέπουν. Και αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση για τα σινεμά σήμερα.

Το σπίτι έχει γίνει ισχυρός ανταγωνιστής. Οι ψηφιακές πλατφόρμες προσφέρουν εκατοντάδες επιλογές οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας, πολλές ταινίες φτάνουν πλέον γρήγορα στη μικρή οθόνη, ενώ μια έξοδος για σινεμά απαιτεί χρόνο, μετακίνηση και χρήματα. Ο κινηματογράφος δεν ανταγωνίζεται πια μόνο μια άλλη αίθουσα ή μια άλλη ταινία. Ανταγωνίζεται τον καναπέ, την τηλεόραση, το κινητό και τελικά όλες τις επιλογές που έχουμε για να περάσουμε τον περιορισμένο ελεύθερο χρόνο μας. Έτσι, αλλάζει και η ερώτηση που καλούνται να απαντήσουν σήμερα οι αιθουσάρχες. Δεν αρκεί πλέον να αναρωτιούνται ποια ταινία θα φέρει τον κόσμο στην αίθουσα. Χρειάζεται να απαντήσουν και σε κάτι πιο δύσκολο: Τι μπορεί να προσφέρει σήμερα το σινεμά που δεν μπορεί να προσφέρει ο καναπές του σπιτιού μας; Και ακριβώς πάνω σε αυτή την ερώτηση μοιάζει να χτίζεται η νέα εποχή του Cinobo Όπερα.

Από το λουκέτο σε μια αίθουσα που τετραπλασίασε τα εισιτήριά της

Στην Αθήνα, η συζήτηση για το μέλλον του σινεμά αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Τα τελευταία χρόνια, ιστορικές κινηματογραφικές αίθουσες έκλεισαν ή βρέθηκαν αντιμέτωπες με το ενδεχόμενο να αλλάξουν χρήση. Το Ideal είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό πρόσφατο παράδειγμα, όμως δεν ήταν το μόνο. Κάτι αντίστοιχο θα μπορούσε να είχε συμβεί και στο Όπερα. Όταν ο χώρος επρόκειτο να αλλάξει χέρια, υπήρχε σοβαρό ενδεχόμενο να πάψει να λειτουργεί ως κινηματογράφος, καθώς ανάμεσα στους ενδιαφερόμενους υπήρχαν άνθρωποι που προέρχονταν από τον χώρο του θεάτρου. Για την ομάδα του Cinobo, αυτή ακριβώς η πιθανότητα ήταν ένας από τους βασικούς λόγους για να διεκδικήσει το κτίριο.

Γιατί η απώλεια ακόμη μιας κινηματογραφικής αίθουσας στο κέντρο δεν θα σήμαινε απλώς ένα ακόμη κλειστό σινεμά. Θα σήμαινε λιγότερες ώρες προβολών, λιγότερο χώρο για μικρότερες παραγωγές, φεστιβαλικές ταινίες και έργα που δύσκολα βρίσκουν θέση στα μεγάλα multiplex. Θα σήμαινε, τελικά, ακόμη μία λιγότερη δυνατότητα για το κοινό να έρθει σε επαφή με ένα διαφορετικό είδος κινηματογράφου. Το Όπερα τελικά παρέμεινε σινεμά. Και από εκεί ξεκίνησε μια δεύτερη ζωή για τον χώρο.

Όταν το Cinobo ανέλαβε το Όπερα το 2023, δεν υπήρχε ούτε ο χρόνος ούτε η οικονομική δυνατότητα για μια μεγάλη ανακαίνιση. Από τη στιγμή που η ομάδα πήρε τα κλειδιά μέχρι την ημέρα που ο κινηματογράφος άνοιξε ξανά, πέρασαν μόλις δύο εβδομάδες. Έγιναν τότε μόνο οι απολύτως απαραίτητες παρεμβάσεις. Ο χώρος καθαρίστηκε, βελτιώθηκαν η εικόνα και ο ήχος, βάφτηκε και άνοιξε ξανά για το κοινό. Η πραγματική αλλαγή, όμως, ήρθε μέσα από τον τρόπο με τον οποίο στήθηκε το πρόγραμμα και από την προσπάθεια να αποκτήσει ξανά το Όπερα σταθερή θέση στη ζωή της πόλης. Τα επόμενα χρόνια φιλοξένησε νέες κυκλοφορίες, κλασικές ταινίες, αφιερώματα, πρεμιέρες, φεστιβάλ και ειδικές εκδηλώσεις, δίνοντας περισσότερο χώρο σε ένα σινεμά που δεν περιορίζεται μόνο στις μεγάλες εμπορικές κυκλοφορίες.

Και το κοινό ανταποκρίθηκε. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ομάδας του Cinobo, μέσα σε αυτή την περίοδο τα εισιτήρια του Όπερα τετραπλασιάστηκαν. Η πρώτη φάση είχε, με άλλα λόγια, πετύχει. Το σινεμά είχε επιστρέψει, είχε βρει ξανά κοινό και είχε αποδείξει ότι υπήρχε χώρος για κάτι περισσότερο. Τρία χρόνια αργότερα ήρθε η στιγμή για το επόμενο βήμα. Για τη μεγάλη ανακαίνιση που, όπως λένε οι άνθρωποι του Cinobo, βρισκόταν εξαρχής μέσα στα σχέδιά τους.

Η πλατφόρμα που έφερε το εναλλακτικό σινεμά στο σπίτι επενδύει τώρα στη μεγάλη οθόνη

Υπάρχει κάτι ιδιαίτερα ενδιαφέρον στην ιστορία του Cinobo Όπερα. Το Cinobo έγινε γνωστό ως ψηφιακή πλατφόρμα. Δηλαδή ως ένας τρόπος να φτάνουν επιλεγμένες ταινίες στο σπίτι μας, σε μια εποχή που όλο και περισσότεροι θεατές έχουν συνηθίσει να βλέπουν κινηματογράφο από τον καναπέ τους. Και μερικά χρόνια αργότερα, η ίδια πλατφόρμα επενδύει σε μια κινηματογραφική αίθουσα. Εκ πρώτης όψεως μοιάζει αντιφατικό. Στην πραγματικότητα, όμως, οι δύο κόσμοι δεν χρειάζεται να βρίσκονται απέναντι.

Η ιδέα μιας φυσικής αίθουσας υπήρχε, σύμφωνα με την ομάδα του Cinobo, ήδη από τα πρώτα χρόνια λειτουργίας της πλατφόρμας. Η επιθυμία ήταν να υπάρξει κάποια στιγμή και ένας πραγματικός χώρος, στον οποίο το κοινό θα μπορούσε να συναντηθεί γύρω από τις ταινίες. Όταν άρχισαν να κλείνουν κινηματογράφοι στην Αθήνα, αυτή η σκέψη έγινε πιο επιτακτική. Γιατί ο θεατής που βλέπει μια ταινία στο σπίτι του δεν παύει να έχει ανάγκη και τη μεγάλη οθόνη. Μπορεί τη μία μέρα να επιλέξει το streaming και την επόμενη να θέλει να βρεθεί σε μια σκοτεινή αίθουσα μαζί με δεκάδες ακόμη ανθρώπους. Το ένα δεν ακυρώνει το άλλο. Αρκεί η έξοδος για σινεμά να του δίνει έναν λόγο να σηκωθεί από τον καναπέ.

Οι δύο αίθουσες που γνώριζε μέχρι σήμερα το κοινό έχουν πλέον γίνει τρεις. Η παλιά μεγάλη αίθουσα χωρίστηκε στα δύο, μια αλλαγή που έγινε τόσο για να αυξηθούν οι διαθέσιμες προβολές όσο και για να βελτιωθούν οι συνθήκες μέσα στον ίδιο τον χώρο. Η προηγούμενη αίθουσα ήταν πολύ μεγάλη σε σχέση με την οθόνη της, γεγονός που δεν επέτρεπε πάντα την καλύτερη δυνατή εμπειρία θέασης. Με τη νέα διαμόρφωση, άλλαξαν οι αναλογίες, δημιουργήθηκαν νέες διαβαθμίσεις στα καθίσματα για καλύτερη ορατότητα και αναβαθμίστηκαν τόσο η εικόνα όσο και ο ήχος. Η αλλαγή, όμως, δεν είναι μόνο τεχνική.

Η καθεμία από τις τρεις αίθουσες έχει τη δική της ξεχωριστή ταυτότητα και το δικό της χρώμα. Πράσινο, κόκκινο και μπλε. Η επιλογή της μονοχρωμίας δεν έγινε τυχαία. Για τον σχεδιασμό του νέου Cinobo Όπερα προηγήθηκε έρευνα γύρω από την αισθητική παλαιότερων κινηματογραφικών αιθουσών, ενώ στις αναφορές της ομάδας συναντά κανείς το mid-century modern και τον κινηματογραφικό κόσμο του Wong Kar-wai. Ο στόχος δεν ήταν να στηθεί ένα σκηνικό που αντιγράφει κάποια συγκεκριμένη δεκαετία. Ήταν να δημιουργηθεί ένας χώρος που να αποπνέει κάτι από τη γοητεία και τη νοσταλγία των παλιών κινηματογράφων, με μια σημερινή, καθαρή ματιά. Και τελικά αυτό είναι που κάνει τις τρεις αίθουσες να ξεχωρίζουν. Δεν μοιάζουν μεταξύ τους και δεν επιχειρούν να είναι ουδέτερες. Η καθεμία έχει δικό της χαρακτήρα, πριν ακόμη αρχίσει η προβολή.

Στο νέο Cinobo Όπερα θα πραγματοποιούνται περίπου 75 προβολές την εβδομάδα, ενώ τις Κυριακές το πρόγραμμα θα ξεκινά ήδη από το μεσημέρι. Περισσότερες αίθουσες σημαίνουν, φυσικά, περισσότερες διαθέσιμες ώρες προβολής. Κυρίως όμως σημαίνουν μεγαλύτερη ελευθερία στις επιλογές.

Μια μικρότερη, πιο ιδιαίτερη ή πιο απαιτητική ταινία δεν χρειάζεται πλέον να διεκδικεί την ίδια οθόνη με μια μεγάλη εμπορική κυκλοφορία. Μπορεί να παραμείνει περισσότερο στο πρόγραμμα, να βρει σταδιακά το κοινό της και να αποκτήσει τον χρόνο που πολλές φορές δεν έχει μέσα στη συνηθισμένη κινηματογραφική διανομή. Και αυτό ανοίγει τον δρόμο για περισσότερες επιλογές. Η φιλοδοξία της ομάδας είναι το Όπερα να λειτουργεί σχεδόν σαν ένα μόνιμο κινηματογραφικό φεστιβάλ στο κέντρο της Αθήνας. Νέες κυκλοφορίες δίπλα σε κλασικές ταινίες, φεστιβαλικοί τίτλοι που δεν βρίσκουν εύκολα διανομή, αφιερώματα, ειδικές προβολές και events μπορούν πλέον να συνυπάρχουν στο ίδιο εβδομαδιαίο πρόγραμμα.

Δεν χρειάζεται κάθε ταινία να γεμίζει μια μεγάλη αίθουσα εκατοντάδων θέσεων για να έχει λόγο παρουσίας. Και αυτό είναι σημαντικό, γιατί αφήνει περισσότερο χώρο στο ρίσκο. Σε ταινίες που μπορεί να μην έχουν εξαρχής μεγάλο κοινό, αλλά αξίζει να βρουν τον δρόμο τους προς αυτό.

Στην Ελλάδα κόπηκαν 7,6 εκατομμύρια κινηματογραφικά εισιτήρια το 2024, παρά την αύξηση κατά 3% σε σχέση με το 2023. Με έναν πληθυσμό άνω των δέκα εκατομμυρίων κατοίκων, αυτό σημαίνει ότι αντιστοιχεί λιγότερο από μία κινηματογραφική επίσκεψη ανά κάτοικο μέσα σε έναν ολόκληρο χρόνο. Το στοιχείο αυτό από μόνο του δείχνει πόσο έχει αλλάξει η θέση του σινεμά στην καθημερινότητά μας. Γι’ αυτό και η Αθήνα δεν χρειάζεται κινηματογραφικές αίθουσες μόνο επειδή είναι κομμάτι της ιστορίας ή της μνήμης της πόλης. Χρειάζεται χώρους που μπορούν να μας θυμίσουν γιατί εξακολουθεί να έχει σημασία να βλέπουμε μια ταινία στη μεγάλη οθόνη, μαζί με άλλους ανθρώπους, σε έναν χώρο αφιερωμένο αποκλειστικά σε αυτήν.

Δεν είναι «το bar του σινεμά»

Η άλλη μεγάλη αλλαγή του νέου Cinobo Όπερα βρίσκεται εκεί όπου κάποτε λειτουργούσε το κυλικείο. Το BAR 2046 δεν σχεδιάστηκε ως ένας βοηθητικός χώρος, όπου περνάς βιαστικά πριν από την προβολή για ένα ποτό ή ένα αναψυκτικό. Είναι ένα κανονικό bar μέσα στον κινηματογράφο, με δική του λειτουργία και δικό του χαρακτήρα, στο οποίο μπορεί κανείς να κατέβει ακόμη κι αν δεν σκοπεύει να δει ταινία. Να συναντήσει φίλους. Να καθίσει μόνος του. Θα λειτουργεί επτά ημέρες την εβδομάδα, από τις 18:00 έως τις 02:00, ενώ τις πρώτες ημέρες το μουσικό και γαστρονομικό κομμάτι θα επιμελείται η ομάδα του Burger Disco Club.

Tο νέο Cinobo Όπερα φαίνεται να έχει καταλάβει ότι η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στη νοσταλγία. Γιατί ένα ιστορικό σινεμά δεν παραμένει ζωντανό μόνο επειδή θυμόμαστε τι ήταν κάποτε. Χρειάζεται να βρίσκει κάθε φορά τον λόγο για τον οποίο αξίζει να υπάρχει σήμερα. Και ίσως εκεί βρίσκεται το μεγαλύτερο ενδιαφέρον αυτής της ανακαίνισης. Όχι μόνο στα καινούργια καθίσματα, στον καλύτερο ήχο, στις τρεις αίθουσες ή στο BAR 2046. Βρίσκεται στη συνολική ιδέα πίσω από αυτά.

Στην προσπάθεια να γίνει ξανά το σινεμά ένας χώρος στον οποίο θέλεις να πας, να μείνεις και να επιστρέψεις. Την ώρα που πολλές κινηματογραφικές αίθουσες παλεύουν να κρατήσουν το κοινό τους και άλλες έχουν ήδη χαθεί, το Cinobo Όπερα δεν περιορίζεται στο να προστατεύσει ένα παλιό σινεμά. Προσπαθεί να του δώσει έναν νέο λόγο ύπαρξης. Και μαζί, να δώσει και σε εμάς έναν νέο λόγο για να επιστρέψουμε στη μεγάλη οθόνη. Και, τουλάχιστον για μένα, ξέρω ήδη ποια αίθουσα θα διαλέξω πρώτη.

σινεμάCinoboμπαρπλατφόρμα