Σινεμά|12.12.2019 09:03

Ευτυχία: Ενθουσιασμός, γέλιο, συγκίνηση στη λαμπερή πρεμιέρα της ταινίας

Newsroom

Το πιο θερμό χειροκρότημα εισέπραξαν ο σκηνοθέτης Αγγελος Φραντζής και το λαμπερό cast της ταινίας για τη συναρπαστική ζωή της μεγάλης Ελληνίδας στιχουργού Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου στην επίσημη πρεμιέρα της ταινίας που πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου στο θέατρο «Παλλάς».

Τον παραγωγό Διονύση Σαμιώτη και τον σκηνοθέτη Αγγελο Φραντζή πλαισίωσαν η σεναριογράφος της ταινίας Κατερίνα Μπέη και οι ηθοποιοί: Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Κάτια Γκουλιώνη, Θάνος Τοκάκης, Παύλος Ορκόπουλος, Ευαγγελία Συριοπούλου, Λίλα Μπακλέση, Ευγενία Σαμαρά, Αντώνης Λουδάρος, Ματθίλδη Μαγγίρα, Λεωνίδας Κακούρης και Μίνως Μάτσας, που υπογράφει την πρωτότυπη μουσική και τα τραγούδια της ταινίας. Τη βραδιά τίμησαν με την παρουσία τους εκλεκτοί καλεσμένοι, ηθοποιοί του θεάτρου, του κινηματογράφου και της μουσικής σκηνής, σκηνοθέτες, παραγωγοί, επιχειρηματίες, αλλά και κοσμικοί.

Η ταινία είναι βασισμένη στον ταραχώδη βίο και στο σπουδαίο έργο που κληρονόμησε η ελληνική μουσική από τη μεγαλειώδη πένα της στιχουργού Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, η ταινία, σε σενάριο της Κατερίνας Μπέη, αντλεί έμπνευση από τα πάθη και τις αδυναμίες αυτής της πληθωρικής, αντισυμβατικής και πρωτοπόρου γυναίκας, που άφησε ανεξίτηλο το σημάδι της στο λαϊκό τραγούδι. Η μοναδική της προσωπικότητα αποτυπώθηκε στους στίχους της, οι οποίοι μεταμορφώθηκαν σε μερικές από τις μεγαλύτερες και διαχρονικότερες επιτυχίες, όπως τα «Περασμένες μου αγάπες», «Ονειρο απατηλό», «Είμαι αϊτός χωρίς φτερά», «Ηλιοβασιλέματα», «Η φαντασία», «Είσαι η ζωή μου», «Μαντουμπάλα», «Στ΄ Αποστόλη το κουτούκι», «Πετραδάκι, πετραδάκι», «Μου σπάσανε τον μπαγλαμά», «Δύο πόρτες έχει η ζωή» («Το τελευταίο βράδυ μου»), «Ρίχτε στο γυαλί φαρμάκι».

Ο σκηνοθέτης συναντά την ασυμβίβαστη «Ευτυχία» στο πρόσωπο της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη και της Κάτιας Γκουλιώνη, που υποδύονται τη στιχουργό σε δύο διαφορετικές ηλικίες. Στο πλάι αυτής της «καθαρόαιμης» καλλιτέχνιδας στέκονταν οι πιο κοντινοί της άνθρωποι, χάρη στους οποίους κατόρθωνε να εξισορροπεί το δημιουργικό της δαιμόνιο με την αιρετική -για την εποχή- προσωπικότητα και ζωή της. 

Πώς αποτυπώνεται η Ευτυχία;

«Κανένα επίθετο δεν χαρακτηρίζει πραγματικά την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου» λέει ο Αγγελος Φραντζής που ανέλαβε να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη τον βίο και την πολιτεία της στιχουργού Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου και μαζί να συνθέσει ένα μωσαϊκό που ξεκινάει από την καταστροφή του μικρασιατικού ελληνισμού το 1922 για να διατρέξει πέντε δεκαετίες στην Ελλάδα και να καταλήξει στο 1972.

Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Αϊδίνι της Μικράς Ασίας σε μία αστική οικογένεια, παντρεύτηκε έναν πολύ μεγαλύτερο της άντρα, έκανε δύο παιδιά και βρέθηκε ξενιτεμένη στην Αθήνα μετά τον ξεριζωμό του 1922. Όταν αποφάσισε ότι η ζωή είναι πολύ μικρή για να παραμείνει με έναν άντρα που δεν αγαπούσε, αποφάσισε να κάνει ένα εντελώς αναπάντεχο καινούργιο ξεκίνημα. «Κατ' αρχήν στο θέατρο, όπου περνάει πολλά χρόνια παίζοντας στην αρχή σε μπουλούκια στην επαρχία και αργότερα στην Αθήνα με τη Μαρίκα Κοτοπούλη».

Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη λέει για τη συναρπαστική τροπή που πήρε η ζωή της Ευτυχίας εκείνη την περίοδο: «Παρακολουθούμε την πορεία της. Πώς μια γυναίκα πάρα πολύ ελεύθερη και πολύ μπροστά για την εποχή της καταρχάς τολμάει και βγαίνει στο θέατρο σε περιοδείες, γνωρίζει έναν άντρα ηθοποιό και έχουν κάποια ερωτική σχέση». Αυτή η απόφαση να ακολουθήσει το όνειρο της, την ωθεί να χωρίσει τον σύζυγο της, αφήνοντας πίσω της μια μεγαλοαστική ζωή, για να παίξει στα μπουλούκια. Δεν διστάζει, μάλιστα, να συνάψει ερωτική σχέση με τον ηθοποιό του θεάτρου Νίκο Αλεξίου, που ήταν και μέντοράς της στα πρώτα της βήματα.

«Στη συνέχεια φεύγει από το θέατρο, ερωτεύεται τον Γιώργο Παπαγιανόπουλο, του οποίου παίρνει το επίθετο. Ξαναπαντρεύεται και αρχίζει να γράφει στίχους για τραγούδια, ενώ πάντα έγραφε ποιήματα. Ηταν ποιήτρια πολύ σπουδαγμένη, μορφωμένη, πάρα πολύ μπροστά από την εποχή της, ένα πολύ ελεύθερο πνεύμα» επισημαίνει ο σκηνοθέτης της ταινίας Αγγελος Φραντζής.

«Όταν γνωρίζει τον δεύτερο σύζυγο της, που ήταν και ο μεγάλος έρωτας της ζωής της, βλέπουμε πώς αναπτύσσεται παράλληλα η ανάγκη της να γράφει στίχους, πώς έρχεται σε επαφή με τον χώρο του τραγουδιού με τον Βασίλη Τσιτσάνη και τους άλλους μεγάλους, τον Απόστολο Καλδάρα, τον Μανώλη Χιώτη με τον Μάνο Χατζιδάκι» λέει η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη.

Με δεδομένο ότι η ταινία εμπνέεται από πραγματικά γεγονότα, αλλά δεν παύει να είναι μυθοπλασία, ο Αγγελος Φραντζής φρόντισε εξ αρχής να μην εξιστορήσει απλώς την πορεία αυτής της καταπληκτικής γυναίκας, αλλά να αποδώσει την πολυπλοκότητα του χαρακτήρα. «Για εμάς ο πυρήνας της ταινίας ήταν η ορμή αυτής της ζωής, της τόσο πολύπλοκης, σύνθετης, παράδοξης και γεμάτης αντιφάσεις. Αυτό προσπαθούσαμε να αποδώσουμε σε όλα τα κομμάτια της ταινίας. Είτε αφορά το κομμάτι της κάμερας, όπου έχουμε μια κινητική κάμερα, όπου η κίνηση εκφράζει αυτή την ορμή, είτε σε όλα τα υπόλοιπα πεδία, όπως τη σκηνογραφία και τα κοστούμια» εξηγεί ο σκηνοθέτης.

Για να βουτήξει κανείς σε μία εποχή και ένα ιστορικό πρόσωπο τόσο μεγάλο και να φωτίσει ένα πρόσωπο ιστορικό και μυθικό, όπως η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, χρειάζεται πολλή έρευνα. «Το πρώτο κομμάτι της δουλειάς είναι το να διαβάσουμε πολύ, να δούμε εικόνες, φωτογραφίες για την περίοδο, την εποχή και το ίδιο το πρόσωπο. Επίσης, μιλήσαμε με ανθρώπους που έχουν γνωρίσει την Ευτυχία, με ανθρώπους που έζησαν δίπλα της. Προσπαθήσαμε να καταλάβουμε αυτό το ιστορικό πρόσωπο, όχι για να είμαστε εγκυκλοπαιδικά ακριβείς, γιατί δεν είναι τόσο αυτός ο στόχος, όσο για να καταλάβουμε τον χαρακτήρα της. Είναι μια ταινία που εμπνέεται από τη ζωή της και τα πραγματικά γεγονότα, αλλά δεν παύει να είναι μια μυθοπλασία. Είναι ο δικός μας τρόπος να δούμε την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου» επισημαίνει ο σκηνοθέτης.

«Βασιστήκαμε σε μαρτυρίες, στο βιβλίο της εγγονής της Ρέας Μανέλη, σε συνεντεύξεις, σε αφιερώματα, σε μαρτυρίες του Αλέξη Πολυζωγόπουλου, του εγγονού της» αναφέρει η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη.

Δύο ηθοποιοί, μία Ευτυχία

Στην ταινία αποφασίστηκε εξαρχής να εμφανίζονται δύο διαφορετικές ηθοποιοί στον ίδιο ρόλο. Μια απόφαση που είχε ρίσκα και πολύ ενδιαφέρον. «Γιατί, βεβαίως, μπορεί κάποιος θεατής να χάσει την ταύτιση περνώντας από τον ένα χαρακτήρα στον άλλον. Παρ’ όλα αυτά εμείς επιλέξαμε να έχουμε δύο διαφορετικές ηθοποιούς για να φωτίσει η καθεμιά διαφορετικά τις πλευρές που αντιστοιχούν στην εποχή που ερμηνεύει. Άλλωστε, θα ήταν δύσκολο και ψεύτικο μια ηθοποιός να ξεκινάει από μία πολύ νεαρή ηλικία και να φτάσει σε μία πολύ μεγάλη ηλικία. Κάναμε πολλή δουλειά με τις δύο ηθοποιούς για να βρεθεί ο κοινός τόπος, η ουσία του χαρακτήρα και πώς φωτίζεται από τις διαφορετικές ηλικίες. Κάναμε αρκετούς μήνες πρόβα για να βρούμε τον ίδιο τρόπο και στις δύο, πολλούς αυτοσχεδιασμούς, πολλά κομμάτια εκτός ταινίας για να βρούμε πού βρίσκεται αυτός ο χαρακτήρας. Η μία ηθοποιός έπαιρνε τον ρόλο της άλλης ή έπαιρνε την ηλικία της άλλης ούτως ώστε να βρούμε τα κοινά σημεία» εξηγεί ο Άγγελος Φραντζής για τη διαδικασία.

«Κάναμε πολλή προετοιμασία με τον Αγγελο Φραντζή και την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, με την οποία δουλέψαμε μαζί για να έχουμε έναν κοινό άξονα στον χαρακτήρα με πάρα πολλούς αυτοσχεδιασμούς. Δουλέψαμε κάπως πιο ελεύθερα πριν να μπούμε στο σενάριο» συμπληρώνει η Κάτια Γκουλιώνη. «Αντιμετωπίσαμε πέντε δεκαετίες με διαφορετικούς χώρους, σπίτια, ντεκόρ, ρούχα, φωτογραφία. Ήταν ένα μεγάλο στοίχημα. Πέρα από το μακιγιάζ, ψάξαμε να βρούμε τι κάνει ένα σώμα και τι βαραίνει έναν ανθρώπινο νου και οργανισμό».

«Κάναμε αυτοσχεδιασμούς αναφερόμενες και σε παλιότερες εποχές, σε βιώματα και εμπειρίες της, πώς αυτά εγγράφηκαν στον ψυχισμό της, πράγματα σκοτεινά για το οποία δεν ήθελε να μιλάει, όπως μια περίοδο αιχμαλωσίας που είχε βιώσει την περίοδο της μικρασιατικής καταστροφής. Αργότερα κάναμε αυτοσχεδιασμούς με τα κοντινά της πρόσωπα, όπως με τον Παπαγιανόπουλο, ξεκίναγε η μία και μετά με σήμα του Άγγελου έμπαινε η άλλη σαν να ήμασταν το ίδιο πρόσωπο, για να αποκτήσουμε κοινούς εκφραστικούς κώδικες. Συζητήσαμε πολύ οι τρεις μας για τον εσωτερικό της κόσμο και πώς εκφραζόταν εξωτερικά για να έχουμε μια κοινή γλώσσα, στις χειρονομίες, στην εκφραστικότητα των χεριών, πώς σβήνει το τσιγάρο πώς το κρατάει. Το μολύβι, η εμμονή της με το χαρτί, οι σχέσεις της με τους άλλους, με τις κόρες της, με τον Λουκά που είναι ο κοντινός της άνθρωπος» θυμάται η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη.

«Εκτιμώ ιδιαίτερα και τον Άγγελο Φραντζή και όλους του συντελεστές , όπως και αυτό το σπουδαίο θέμα, την καταπληκτική αυτή γυναίκα. Είναι μεγάλη τιμή να την υποδυθώ. Είναι ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς. ΟΙ στίχοι της συγκρίνονται με τα ποιήματα των μεγάλων ποιητών» καταλήγει η Καραμπέτη.

Οι στίχοι της Ευτυχίας

Η Ευτυχία δεν θα μπορούσε παρά να είναι ντυμένη με πολλή μουσική. Για την ακρίβεια, η μουσική είναι κυρίαρχη στην ταινία. Ο Άγγελος Φραντζής ήταν ξεκάθαρος για την προσέγγιση που θα είχε σε σχέση με τα τραγούδια δια χειρός της Ευτυχίας σε μία αφήγηση που επικεντρώνεται στη ζωή της.

«Η μουσική είναι ένας πολύ βασικός παράγοντας μέσα στην ταινία και για να καταλάβεις το ίδιο το πρόσωπο πρέπει να βουτήξεις πολύ μέσα στη μουσική. Άκουσα ξανά όλα τα τραγούδια που είναι πολύ γνωστά και τα ξέρουμε όλοι, και πολλά που δεν είναι τόσο γνωστά. Ξαναδιάβασα τους στίχους πολύ αναλυτικά για να καταλάβω τι ακριβώς έλεγε και από πού εμπνεύστηκε για να τα γράψει. Όλη η ιδέα σε σχέση με τον χειρισμό των τραγουδιών ήταν να μη διακόπτουν την ταινία. Προσπαθήσαμε να έχουν δραματουργική σχέση με αυτό που διηγούμαστε από την κάθε περίοδο της ζωής της. Να εντάσσονται και όχι να είναι μια εξωτερική υπογράμμιση» εξηγεί ο σκηνοθέτης.

Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη εκφράζει τον θαυμασμό της για το έργο της Ευτυχίας. «Από μικρό παιδί ακούω τα τραγούδια της, με έχουν συνοδέψει σε όλη μου τη ζωή. Εχουν συνδεθεί με στιγμές της ζωής μου. Εχουν εγγραφεί στο συλλογικό υποσυνείδητο του λαού μας και πάντα μου έκανε εντύπωση η αμεσότητα των στίχων, η στέρεα γραφή, η δωρικότητα με την οποία αντιμετωπίζει το θέμα της. Με λιτές και συγκεκριμένες λέξεις βγάζει έναν ολόκληρο κόσμο».

«Η ίδια η Ευτυχία ήταν σαν ένα πείραμα, χρησιμοποιούσε πολλές φορές την έννοια του πειράματος στη ζωή της και στους στίχους της και στην αντιμετώπιση που είχε κυρίως. Γι’ αυτό έχουμε όλα αυτά τα υπέροχα τραγούδια. Και τα ποιήματα της Ευτυχίας, γιατί είχε εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές» σημειώνει η Κάτια Γκουλιώνη. «Σίγουρα τα τραγούδια της είναι ένας σταθμός γιατί σε εμπνέουν, καταλαβαίνεις πώς έπαιρνε τη ρωγμή, πώς έπαιρνε κάτι πάρα πολύ δύσκολο, την απώλεια, και ξεκινούσε με ορμή και μετά ερχόταν ο πόνος της».

Η Ευτυχία έγραφε τις νύχτες σε όποιο χαρτί έβρισκε μπροστά της, όμως κατάφερε να χαράξει εικόνες στο μυαλό μιας ολόκληρης χώρας. Ο Πυγμαλίωνας Δαδακαρίδης λέει σχετικά: «Με συγκινεί στους στίχους ο τρόπος που χρησιμοποιεί τις λέξεις, μέσα από αυτές εναρμονίζει διάφορες σκέψεις και φιλοσοφίες σε κάτι που για όλους είναι μια πολύ συγκεκριμένη έννοια, αλλά μία διαφορετική για τον καθένα ταυτόχρονα».

«Δύο πόρτες έχει η ζωή. Η Ευτυχία έδειξε πόσο πεπερασμένοι είμαστε, πόσο σύντομη βόλτα είναι αυτή. Μέσα στην απλότητα της, την ιδιοφυία της απλότητας της, έγραψε μεγαλειώδη τραγούδια, όπως το Είμαι αητός χωρίς φτερά, που είναι ένα αντρικό τραγούδι και το έχει γράψει μια γυναίκα. Παρόλο που πέρασαν πολλοί άντρες από τη ζωή της, ήταν ο άντρας του εαυτού της» λέει η Κατερίνα Διδασκάλου.

«Ηταν πολύ μεγάλη, όχι μόνο επειδή ήταν η πρώτη ολοκληρωμένη Ελληνίδα στιχουργός, αλλά και γιατί είχε χαρακτήρα, άγγιζε την ποίηση αυτό που έκανε. Ηταν μια μοιρολατρική ποίηση η ποίηση της. Δηλαδή ο κόσμος είναι γυάλινος για αυτήν, τα όνειρα είναι απατηλά, οι αετοί είναι χωρίς φτερά στον κόσμο της. Εχει πάντα να κάνει με τη μοίρα. Η μοίρα είναι αυτή που δεσπόζει στον άνθρωπο, οι αγάπες είναι πάντα περασμένες. Στον χώρο του τραγουδιού μαζί με τις υπέροχες ανατολίτικες μουσικές της δεκαετίας του’60 έγινε μια μείζων καλλιτέχνης» επισημαίνει ο Φοίβος Δεληβοριάς.

«Η Ευτυχία είναι ποιήτρια, έχει φιλοσοφία στους στίχους της, έχει βάθος. Λέει κουβέντες με πολλά νοήματα. Ηταν δουλεμένη, είχε το ταλέντο να εκφράσει αυτά που πέρασε, έζησε τη ζωή της. Εκανε τα "θέλω" της και όχι τα "πρέπει". Ελεύθερος άνθρωπος» συμπληρώνει η Ματθίδλη Μαγγίρα.

Ο κόσμος της Ευτυχίας

Μια ταινία που ξετυλίγει τη ζωή της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου μέσα από μια πορεία 50 χρόνων, αποδείχτηκε μια απαιτητική παραγωγή που επιστράτευσε 71 ηθοποιούς, 900 κομπάρσους και 32 διαφορετικούς χώρους. Πρόκειται για μια πολύπλοκη ταινία ως προς το στήσιμο της παραγωγής της «κι αυτό γιατί οι εποχές αλλάζουν που σημαίνει ότι όλα αλλάζουν μαζί της, τα σκηνικά, τα κουστούμια, οι ηθοποιοί, το πώς μεγαλώνουν. Είναι μια ταινία με πολύ κόσμο, έχει γύρω στους 900 κομπάρσους. Σκεφτείτε πόσες εποχές αλλάζουν από το ‘20 μέχρι το ‘70, όλο αυτό δημιουργεί πλούτο ως παραγωγή. Αυτός ο πλούτος δεν είναι μόνο στην παραγωγή, αλλά και στον τρόπο που εναλλάσσονται τα συναισθήματα, από τη χαρά πάμε στη λύπη, από το χιούμορ πάμε σε κάτι πιο σκοτεινό. Αυτές όλες οι αντιθέσεις της ζωής» εξηγεί ο Αγγελος Φραντζής. «Είχα την τύχη να έχω σπουδαίους συνεργάτες σε όλα τα πεδία» συμπληρώνει ο σκηνοθέτης.

Ο διευθυντής Φωτογραφίας Γιάννης Δρακουλαράκος κλήθηκε να αποδώσει πέντε διαφορετικές δεκαετίες φωτογραφικά. Με γνώμονα την ηρωίδα που ζει τις καταστάσεις στο επίκεντρο της ταινίας, ο Δρακουλαράκος λέει: «Μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που έχει η ταινία δεν είναι η ατμόσφαιρα της ή ο τρόπος που θα γυριστεί ή τα ντεκόρ ή το πώς θα φωτιστεί η ταινία. Είναι το να μπορέσει να βγει το συναίσθημα το οποίο έρχεται μέσα από τους στίχους της Ευτυχίας, που είχε τεράστια προσωπικότητα. Αρα, η συζήτηση δεν επικεντρώθηκε στα τεχνικά στοιχεία και την ατμόσφαιρα της ταινίας, όσο στην προσωπικότητα της Ευτυχίας, στο ίδιο το πρόσωπο. Μέσα από εκεί βγήκαν όλα. Ποια ήταν; Με ποιον τρόπο έγραφε; Η περίεργη διαδρομή μέσα στη ζωή της…».

Ο Μιχάλης Σαμιώτης και ο Γιάννης Παπαδόπουλος ανέλαβαν την καλλιτεχνική διεύθυνση της Ευτυχίας και φρόντισαν να εντάξουν αβίαστα τον θεατή στις δεκαετίες που αλλάζουν μέσα από τα επεισόδια της ταινίας. «Εχουμε επικεντρωθεί περισσότερο όχι στο να αποτυπώσουμε τις εποχές σαν ντοκιμαντέρ. Η ταινία δεν είναι ιστορική. Παίξαμε με κάποια στοιχεία και κάναμε μια αφαίρεση, ώστε να είμαστε πειστικοί. Το πιο εντυπωσιακό ήταν το σπίτι της Ευτυχίας, γιατί βρήκαμε έναν καταπληκτικό χώρο και τον αξιοποιήσαμε στο μέγιστο. Το ρεμπέτικο ήταν βασισμένο στο μποέμ, οπότε το αποτυπώσαμε αυτό» λέει το δίδυμο της ομάδας του καλλιτεχνικού σχεδιασμού της ταινίας, που πολλές φορές ανέτρεξε στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ) για να κάνει έρευνα. Εκεί βρήκαν από ταυτότητες προσφύγων μέχρι λογαριασμούς ΔΕΗ του ’50 και τη σφραγίδα του λιμανιού του Πειραιά.

Βέβαια, οι μόλις τέσσερις μήνες προετοιμασίας για μια τέτοια ταινία ήταν μεγάλη πρόκληση, αλλά κατάφεραν να αποδώσουν το ζητούμενο ύφος σε κάθε περίπτωση. Ακόμα και όταν επιστράτευσαν ένα Μαριόγκα και τις μικρές Μαίρη και Καίτη να συνωστίζονται στο κατάστρωμα του πλοίου που τις έφερε κατατρεγμένες από τη Σμύρνη το 1922. «Εγιναν όλα πολύ γρήγορα, αλλά ήμασταν απίστευτα συγχρονισμένοι και είχαμε την τύχη να συνεργαζόμαστε με τον Αγγελο Φραντζή, με τον οποίο μοιραζόμαστε κοινή σκέψη» δηλώνουν οι υπεύθυνοι του καλλιτεχνικού σχεδιασμού.

Η μακιγιέζ Δήμητρα Γιατράκου κλήθηκε να αποδώσει την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου όχι μόνο σε διαφορετικές δεκαετίες, αλλά και σε δύο διαφορετικούς καμβάδες, στο πρόσωπο της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη και της Κάτιας Γκουλιώνη. «Επρεπε να βρούμε τα κοινά χαρακτηριστικά τους, να βοηθήσουμε και τις ίδιες με κάποιο τρόπο να παίξουν τον ρόλο τον ρόλο. Κάναμε πολλές συζητήσεις, έρευνα, δοκιμαστικά, αλλά η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν ότι τα γυρίσματα έγιναν τον Αύγουστο που είναι απαιτητική συνθήκη για τέτοιο μακιγιάζ γήρανσης. Δανειστήκαμε στοιχεία από το υπαρκτό πρόσωπο της Ευτυχίας και τα ενσωματώσαμε στους δύο ρόλους. Στοιχεία που αφορούν τον χαρακτήρα, στοιχεία εμφάνισης. Σχηματίσαμε, για παράδειγμα, κάποιες ρυτίδες στο άνω χείλος, επειδή ήταν δεινή καπνίστρια».

Και οι υπόλοιποι ηθοποιοί έπρεπε να μεγαλώσουν κατά τη διάρκεια της ταινίας με διάφορους τρόπους και υλικά. «Η προσέγγιση που κάναμε με τον Άγγελο ήταν αφηγηματική και όχι ενός ντοκιμαντέρ. Δεν πήγαμε να κάνουμε ακριβώς το πρόσωπο της Ευτυχίας και των υπολοίπων. Αν και έγινε εκμαγείο των προσώπων, δεν κάναμε προσθετικά μέρη, για να έχουν μια φυσικότητα, ελευθερία κίνησης και έκφρασης» εξηγεί η Δήμητρα Γιατράκου.

Πρόκειται για μία μεγάλη παραγωγή, που χρειάστηκε πολλούς κομπάρσους. «Κάποιες μέρες είχαμε 100-120 κομπάρσους και μπορεί και 10 ηθοποιούς. Πολύ μεγάλη παραγωγή, εκπληκτικό σενάριο» σχολιάζει ο υπεύθυνος κομμώσεων Κωνσταντίνος Σαββάκης για τον όγκο της δουλειάς του. «Την Ευτυχία ερμηνεύουν δύο εκπληκτικές γυναίκες, κάναμε πολλές πρόβες για τις κομμώσεις, γύρω στις 10 15 πρόβες».

Η ενδυματολόγος Ιουλία Σταυρίδου θεωρεί ότι η πρόκληση της ταινίας είναι η ίδια η ιστορία της Ευτυχίας. «Η Ευτυχία δεν ακολουθεί την εποχή της σε τίποτα. Παίρνει κάποια πράγματα από τη μόδα. Όταν έρχεται από τη Σμύρνη, επιλέξαμε να την εμφανίσουμε με ένα ρούχο της εποχής, αλλά μετά κάνει δικά της πράγματα. Τραβάει τον δικό της δρόμο και διαλέγει τα δικά της ρούχα, που είναι τελείως έξω από την εποχή της».

Ο διευθυντής φωτογραφίας Γιάννης Δρακουλαράκος καταλήγει για το αποτύπωμα της ταινίας: «Αυτό που θα εισπράξει ο θεατής είναι το συναίσθημα, ο τρόπος που έγραφε και η διαδρομή της ζωής της, που είναι κάτι ξεχωριστό. Δεν είναι εύκολο να δούμε σήμερα τέτοιες διαδρομές. Είναι μια δύσκολη αφήγηση αυτή που έχει αναλάβει ο Αγγελος. Οποιος μπει στην αίθουσα θα βγει με δάκρυα».

Καρυοφυλλιά ΚαραμπέτηΕυτυχία Παπαγιαννοπούλου