Πολιτισμός|15.07.2026 10:56

Μάρω Κοντού: Το κορίτσι από το Κουκάκι που ένιωθε «περαστική από τη ζωή»

Άγγελος Γεραιουδάκης
Σετ φωτογραφιών, σύρετε προς τα αριστερά
Finos Film
Finos Film
Finos Film
Finos Film
Finos Film
Finos Film
NDP
NDP
NDP
NDP
NDP
NDP
NDP
NDP
NDP
NDP
NDP
NDP
NDP
NDP
NDP
NDP
NDP
NDP
NDP
NDP
NDP
NDP
NDP
NDP
NDP
NDP
NDP
NDP
NDP
NDP
NDP
NDP
NDP
NDP
NDP
NDP
NDP
NDP
NDP

Την τελευταία της πνοή άφησε σε ηλικία 92 ετών τα ξημερώματα της Τετάρτης (15/07), η Μάρω Κοντού, προκαλώντας βαθιά θλίψη στον καλλιτεχνικό κόσμο και στο ευρύ κοινό. Για πολλές γενιές θεατών υπήρξε κάτι πολύ περισσότερο από μία δημοφιλής ηθοποιός. Υπήρξε μια παρουσία που συνδέθηκε με τις πιο αγαπημένες εικόνες του ελληνικού κινηματογράφου, μια γυναίκα με ξεχωριστή γοητεία, χιούμορ, ευγένεια και έναν λόγο πάντα αληθινό.

Για περισσότερα από εβδομήντα χρόνια βρέθηκε στο θέατρο, στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση, αφήνοντας το δικό της αποτύπωμα σε κάθε εποχή. Η ίδια αγαπούσε να μιλά για τη ζωή της με ειλικρίνεια και απλότητα. Ίσως γι’ αυτό το κοινό αισθανόταν πως τη γνώριζε πραγματικά.

Η Μάρω Κοντού έζησε μια γεμάτη ζωή. Γνώρισε την επιτυχία, τον έρωτα, τη δόξα, τις μεγάλες συνεργασίες και τη διαχρονική αγάπη του κόσμου. Κυρίως, κατάφερε να παραμείνει αυθεντική σε κάθε στάδιο της πορείας της.

Τα πρώτα χρόνια στο Κουκάκι

Η Μάρω Κοντού γεννήθηκε στο Κουκάκι, σε μια Αθήνα εντελώς διαφορετική από τη σημερινή. Μεγάλωσε μαζί με τη μητέρα και τη γιαγιά της, καθώς ο πατέρας της έφυγε από τη ζωή όταν εκείνη ήταν μόλις δύο ετών. «Ήμασταν φτωχή οικογένεια. Δουλεύαμε όλοι. Εγώ, η μητέρα μου κι η αδερφή μου. Δεν υπήρχε πατέρας. Ήμουν πολύ μικρή όταν πέθανε. Η μητέρα μου είχε σχεδόν και το ρόλο του πατέρα», είχε εξομολογηθεί σε συνέντευξή της.

Η παιδική της ηλικία κύλησε σε ένα σπίτι που προσπαθούσε να βρει ξανά τον βηματισμό του. Η μητέρα της προχώρησε σε δεύτερο γάμο με έναν ναυτικό, τον οποίο η μικρή Μάρω πρόλαβε να αγαπήσει σαν πατέρα. Λίγους μήνες αργότερα, το πλοίο του τορπιλίστηκε στη διάρκεια του πολέμου και εκείνος χάθηκε στη θάλασσα. «Πάνω που πήγαινα να αρθρώσω ξανά τη λέξη "μπαμπά"», θυμόταν συγκινημένη.

Θυμόταν τη σχολική ποδιά της πρώτης δημοτικού, τις ώρες της γυμναστικής και τις εκθέσεις, μαθήματα στα οποία ξεχώριζε. Τα μαθηματικά, όπως έλεγε με χιούμορ, δεν υπήρξαν ποτέ το δυνατό της σημείο. «Αυτό σημαίνει ότι ποτέ δεν ήμουν καλή και με τα χρήματα», συνήθιζε να λέει γελώντας. «Τρελαίνομαι να κάνω δώρα. Μου αρέσει να ψωνίζω. Μπαίνω στο σούπερ μάρκετ να πάρω 7 πράγματα και παίρνω 17». 

Ανήσυχο και ζωηρό παιδί, περνούσε τον περισσότερο χρόνο της παίζοντας με αγόρια της γειτονιάς. Η ίδια αυτοχαρακτηριζόταν «αγοροκόριτσο», θυμούμενη πως αντί για κούκλες ζητούσε από τη μητέρα της ποδήλατο και βέσπα.

Η μεγάλη αγάπη της ζωής της

Μέσα σε αυτή την καθημερινότητα γεννήθηκε και η μεγάλη αγάπη της ζωής της, ο χορός. Από μικρή χόρευε ασταμάτητα μπροστά στον καθρέφτη, ανακαλύπτοντας έναν κόσμο που την μάγευε. «Σε έναν χρόνο περίπου, πήρα 11 πόντους και άρχισα να σκύβω και να ντρέπομαι. Η μαμά μου αποφάσισε να με στείλει σε μια σχολή χορού για να ασκηθώ και να φτιάξω το κορμί μου. Εκεί έγινε η μεγάλη αγάπη με τον χορό».

Στα δεκατέσσερά της βρέθηκε στη σχολή της Κούλας Πράτσικα. Το ταλέντο της φάνηκε γρήγορα. Στα δεκαοκτώ της κέρδισε υποτροφία για σπουδές στο εξωτερικό, μια σπουδαία διάκριση για την εποχή. Οι οικονομικές δυνατότητες της οικογένειας, ωστόσο, έθεσαν άλλα δεδομένα. Η υποτροφία κάλυπτε τις σπουδές, όχι τη διαβίωση. Έτσι, το όνειρο έμεινε ανολοκλήρωτο.

«Πρέπει να δουλέψεις όπως δουλεύω εγώ και η αδερφή σου», της είπε η μητέρα της και η νεαρή Μάρω στράφηκε στην εργασία, ακολουθώντας μια διαδρομή που έμελλε να την οδηγήσει στο θέατρο και αργότερα στον κινηματογράφο.

Το Εθνικό Θέατρο και τα πρώτα βήματα στον κινηματογράφο

«Όταν αποφάσισα να βγω στο θέατρο, το ανακοίνωσα στη μητέρα μου. Η μαμά δεν αντέδρασε πολύ. Όμως, αντέδρασαν έντονα η γιαγιά και ο παππούς. Τελικά τα καταφέραμε». Το 1953, πέρασε τις εξετάσεις για τον Χορό του Εθνικού Θεάτρου. Ήταν μια στιγμή καθοριστική για την πορεία της.

«Ζητούσε ο Ροντήρης κορίτσια όμορφα, με ωραία κίνηση και καλή φωνή. Θυμάμαι από εξήντα κοπέλες διάλεξε μόνο πέντε». Η νεαρή χορεύτρια βρέθηκε ξαφνικά δίπλα σε μεγάλες προσωπικότητες της σκηνής. «Παξινού, Μινωτής, Συνοδινού, Αρώνη, Μανωλίδου, Κωτσόπουλος. Σιγά - σιγά, η αγάπη μου για την υποκριτική μεγάλωνε κι έτσι, έδωσα εξετάσεις μαζί με κάποιες άλλες κοπέλες, για άδεια επαγγέλματος, ως εξαιρετικά ταλέντα». Η φυσική παρουσία και η εργατικότητα την βοήθησαν να ξεχωρίσει γρήγορα.

Η πρώτη της εμφάνιση στον κινηματογράφο ήρθε το 1954, με την ταινία «Χαρούμενο Ξεκίνημα» της Φίνος Φιλμ. Ακολούθησαν συμμετοχές σε σημαντικές παραγωγές, μέχρι που η δεκαετία του 1960 την καθιέρωσε οριστικά ως πρωταγωνίστρια. Η συνεργασία της, με τη Φίνος Φιλμ, έδωσε στο κοινό μερικές από τις πιο αγαπημένες ταινίες του ελληνικού σινεμά, όπως «Τα Κίτρινα Γάντια», «Ο Φίλος μου ο Λευτεράκης», «Η Γυνή να Φοβείται τον Άνδρα» και «Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη». Η Μάρω Κοντού είχε την ικανότητα να συνδυάζει τη λάμψη της σταρ με μια αμεσότητα που έκανε κάθε ρόλο οικείο. Αυτή ακριβώς η ισορροπία την κράτησε διαχρονικά αγαπητή.

Ζευγάρι με τον... Λάμπρο Κωνσταντάρα

Ανάμεσα στις πιο χαρακτηριστικές συνεργασίες της ξεχωρίζει εκείνη με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα. Οι δυο τους πρωταγωνίστησαν σε δεκάδες παραστάσεις και ταινίες, δημιουργώντας ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα δίδυμα του ελληνικού θεάματος. Η χημεία τους υπήρξε τόσο έντονη ώστε πολλοί θεατές πίστεψαν πως υπήρχε και σχέση εκτός σκηνής.

Η ίδια αντιμετώπιζε πάντα αυτές τις φήμες με χιούμορ. «Μια γιαγιά με πλησίασε και με ρώτησε: "Γιατί δεν τον παντρεύεσαι τον Κωνσταντάρα;". Εκείνη επέμενε πως θα ήμασταν ωραίο ζευγάρι», είχε αφηγηθεί γελώντας. Η απάντησή της για το ενδεχόμενο μιας πραγματικής σχέσης ήταν αποστομωτική: «Ήμασταν αταίριαστοι ως χαρακτήρες. Πολύ ταιριαστοί ως επαγγελματίες. Ήταν ταλαντούχος πολύ ο Λάμπρος».

Ξεχωριστή θέση στην καλλιτεχνική της πορεία κατείχε ο Δημήτρης Χορν. Η ίδια μιλούσε συχνά για το άγχος που ένιωθε στα πρώτα της βήματα δίπλα του και για τα απαιτητικά μαθήματα που πήρε μέσα από τη συνεργασία τους. «Στην Πάτρα ήρθε να με δει ο Χορν κι εγώ δεν είπα λέξη στην πρώτη πράξη. Χτυπούσα πάνω στα έπιπλα, είχε στεγνώσει ο λαιμός μου», θυμόταν χαρακτηριστικά.

Παρά τις δυσκολίες, η συνύπαρξη με έναν τόσο σπουδαίο ηθοποιό λειτούργησε ως σχολείο. «Τον Χορν τον θαύμαζα πολύ. Δεν είχα χάσει έργο του! Τεράστιο σχολείο, όχι μόνο επάνω στη σκηνή αλλά και εκτός. Έσταζε αγάπη, ευγένεια, ήθος, καλοσύνη. Συνεργαστήκαμε για τέσσερα χρόνια. Μετά την "Οδό Ονείρων" χωρίσαμε. Τέτοιοι ηθοποιοί δεν υπάρχουν σήμερα… Στην "Οδό Ονείρων" γνώρισα τον Χατζιδάκι, τον Σολομό, τον Γκάτσο, τον Τσαρούχη. Ήμουν πολύ τυχερή. Το ένα ερχόταν πίσω από το άλλο χωρίς να κάνω ούτε δημόσιες σχέσεις ούτε τίποτα».

Το 1966, κυκλοφόρησε ένα προσωπικό της 45άρι με δύο τραγούδια που έγραψαν ο Γιώργος Θεοδοσιάδης και η Ρέτη Ζαλοκώστα, «Είχα Υπόληψη» και «Τι Να Σου Πρωτοθυμηθώ».

Η σχέση της με τη δημοσιότητα

Σε μια εποχή όπου οι σταρ συνήθως κρατούσαν αποστάσεις από το κοινό, η Μάρω Κοντού ακολούθησε διαφορετική στάση. Μιλούσε δημόσια για τις επιλογές της, τις σχέσεις της, τις χαρές και τις αναζητήσεις της. «Όλη μου η ζωή είναι στο πιάτο, την ξέρουν οι πάντες. Και με αγαπάνε για αυτό που είμαι», είχε δηλώσει.

Η ειλικρίνειά της αποτέλεσε βασικό στοιχείο της δημόσιας εικόνας της. Το κοινό έβλεπε μια γυναίκα που δεν φοβόταν να μιλήσει για τον εαυτό της, με χιούμορ και αμεσότητα. Η προσωπική της ζωή απασχόλησε συχνά τα περιοδικά της εποχής. «Ο έρωτας είναι ωραίο πράγμα. Τον έχω ευχαριστηθεί, έχω γελάσει, έχω κυνηγήσει και με έχουν κυνηγήσει. Ο τελευταίος έρωτάς μου ήταν στα 67 μου χρόνια».

Έζησε δύο γάμους και αρκετές σημαντικές σχέσεις. «Η αποτυχία του πρώτου μου γάμου με πήρε από κάτω για ένα διάστημα. Με πίκρανε. Ίσως επειδή ήταν ο πρώτος μου έρωτας και με τη φαντασία έκανα μεγάλες επενδύσεις. Δεν είχα την πείρα που είχα στον δεύτερο. Στον δεύτερο δεν στενοχωρήθηκα. Δεν παντρεύτηκα για τα μάτια του κόσμου. Έβλεπα το γάμο ως ένα ωραίο παραμύθι. Όμως, δεν υπάρχει ωραιότερο πράγμα από το να είσαι ελεύθερος. Όταν έχεις παιδιά δεν είσαι ποτέ ελεύθερος και ξέγνοιαστος. Το ζω με την αδερφή μου, η οποία έχει και παιδιά και εγγόνια και είχε την ατυχία να χάσει το ένα της παιδί. Αν είχα τα μυαλά που έχω σήμερα δεν θα είχα κάνει κανένα γάμο».

Η ζωή μετά τα 50

Από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία των τελευταίων συνεντεύξεών της ήταν ο τρόπος με τον οποίο περιέγραφε την προσωπική της εξέλιξη. «Περνάω υπέροχα μόνη μου. Έγινε πολλή δουλειά με εμένα. Εκεί γύρω στα 50 περνάς μια κρίση, ποιος είσαι, πού πας, τι γίνεται».

Η ίδια μιλούσε συχνά για την ηλικία της με χιούμορ. «Δεν με ενοχλεί που είμαι 90 χρονών. Θέλω μόνο να σκέφτομαι, να περπατώ, να χορεύω και να βλέπω τους φίλους μου. Η καλύτερη εποχή μου είναι τώρα», είχε δηλώσει. Αγαπούσε τη ζωγραφική, τη μαγειρική, την κηπουρική και κάθε δημιουργική δραστηριότητα. «Πιάνουν τα χέρια μου γενικώς», έλεγε χαρακτηριστικά. 

Η Μάρω Κοντού ανήκει σε εκείνη τη σπάνια κατηγορία καλλιτεχνών που συνδέθηκαν με περισσότερες από μία γενιές. Οι παλαιότεροι τη θυμούνται στις μεγάλες ασπρόμαυρες επιτυχίες. Οι νεότεροι τη γνώρισαν μέσα από το θέατρο και την τηλεόραση. Η τελευταία της εμφάνιση στη μικρή οθόνη ήταν στην καθημερινή σειρά «Γη της Ελιάς» του MEGA. Όλοι αναγνώριζαν την ίδια γοητεία, την ίδια αμεσότητα και την ίδια ζεστασιά.

«Ήμουν μια ωραία κοπέλα, που τη θέλανε όλοι, τη ζηλεύανε. Δεν είχα αυτοεκτίμηση. Πάντα είχα το κόμπλεξ ότι δεν κάνω παιδιά, άρα αυτός που με αγαπάει θα το ζητήσει κάποια στιγμή, άρα έχω αναπηρία. Δεν αισθανόμουν ότι ήμουν τόσο όμορφη, όσο μου λέγανε. Δεν είχα αυτή την αυτοπεποίθηση που έχω σήμερα».

Στην πορεία της καριέρας της συνεργάστηκε με τα μεγαλύτερα ονόματα του ελληνικού θεάματος, πρωταγωνίστησε σε δεκάδες ταινίες και έγραψε το δικό της κεφάλαιο στην ιστορία του ελληνικού πολιτισμού. Πάνω απ’ όλα, παρέμεινε μια γυναίκα που αντιμετώπιζε τη ζωή με αισιοδοξία, περιέργεια και διάθεση για δημιουργία.

«Δεν κάνω ταξίδια πίσω στον χρόνο. Το "τώρα" με αφορά και το ένα μου πόδι είναι λίγο στο αύριο. Ποτέ βέβαια δεν μπορείς να ξέρεις τι είναι το "αύριο". Στο λέω εκ πείρας αυτό. Ως νέα έλεγα "θα γίνει αυτό" και γινόταν το άλλο. Οπότε αφήνω τα πράγματα να έρχονται κι εγώ ακολουθώ. Και στα ευχάριστα και στα δυσάρεστα, τα οποία δεν μπορείς να αποφύγεις».

Μάρω ΚοντούΔημήτρης ΧορνηθοποιόςΚουκάκιθάνατοςΛάμπρος Κωνσταντάρας