Πολιτισμός|15.09.2026 15:00

Η «Ειρήνη» με Μακρυπούλια, η ανυπάκουη «Λυσιστράτη» και οι εξομολογητικές Σκιαδαρέσες

Άγγελος Γεραιουδάκης

Το καλοκαίρι φτάνει σιγά - σιγά στο τέλος του και μαζί του ολοκληρώνεται και ο μεγάλος κύκλος των περιοδειών. Οι παραστάσεις που ταξίδεψαν τους προηγούμενους μήνες σε ανοιχτά θέατρα σε όλη την Ελλάδα επιστρέφουν τώρα στην Αθήνα για τις τελευταίες τους στάσεις, την ώρα που η πόλη αρχίζει ήδη να αλλάζει ρυθμό.

Οι υπαίθριοι χώροι δίνουν σταδιακά τη θέση τους στις κλειστές σκηνές και το βλέμμα στρέφεται προς το φθινόπωρο, με τις νέες παραγωγές να ετοιμάζονται να σηκώσουν αυλαία. Είναι εκείνη η σύντομη περίοδος του Σεπτεμβρίου όπου δύο θεατρικές εποχές συναντιούνται. Οι τελευταίες καλοκαιρινές παραστάσεις συνυπάρχουν για λίγο με όσα πρόκειται να δούμε τους επόμενους μήνες κι εμείς βρήκαμε λίγο χρόνο να προλάβουμε μερικές ακόμη πριν ρίξουν οριστικά αυλαία.

Καραθάνος και Δεληβοριάς αναζητούν την «Ειρήνη»

Η «Ειρήνη» του Αριστοφάνη γράφτηκε πριν από σχεδόν δυόμισι χιλιάδες χρόνια, σε μια εποχή κατά την οποία η Αθήνα είχε κουραστεί από έναν πόλεμο που έμοιαζε να μην τελειώνει. Σήμερα, σε έναν κόσμο όπου οι πολεμικές συγκρούσεις παραμένουν μέρος της καθημερινότητας, ο Νίκος Καραθάνος επιστρέφει στο έργο μαζί με τον Φοίβο Δεληβοριά και αναζητά ξανά το ίδιο, φαινομενικά απλό πράγμα. Πώς μπορεί ο άνθρωπος να φτάσει στην ειρήνη;

Η παράσταση βασίζεται σε ελεύθερη διασκευή του Φοίβου Δεληβοριά, ο οποίος υπογράφει και τα τραγούδια, ενώ η αρχική σύλληψη και η σκηνοθεσία ανήκουν στον Νίκο Καραθάνο. Οι δύο δημιουργοί πλησιάζουν τον Αριστοφάνη με ελευθερία, χιούμορ και διάθεση παιχνιδιού. Κρατούν τον βασικό πυρήνα της κωμωδίας, αλλά μεταφέρουν τους ήρωές της σε έναν κόσμο πολύ πιο κοντινό στο σήμερα. Η πρώτη μεγάλη αλλαγή βρίσκεται στον κεντρικό ήρωα. Ο Τρυγαίος γίνεται Τρυγαία και τον ρόλο αναλαμβάνει η Γαλήνη Χατζηπασχάλη. Είναι εκείνη που αποφασίζει να αφήσει τη Γη και να φτάσει μέχρι τους θεούς, αναζητώντας την Ειρήνη. Μόνο που το περίφημο σκαθάρι του Αριστοφάνη μεταμορφώνεται εδώ σε έναν κάδο απορριμμάτων και ο Πόλεμος εμφανίζεται ως ένας τεράστιος γορίλας. Ο σουρεαλισμός, το λαϊκό χιούμορ και η φαντασία συναντιούνται διαρκώς πάνω στη σκηνή.

Ο Νίκος Καραθάνος δεν επιχειρεί να μεταφέρει απλώς το έργο στο 2026. Περισσότερο μοιάζει να συνομιλεί με τον Αριστοφάνη, να τον πειράζει, να συμφωνεί μαζί του και κάποιες φορές να διαφωνεί. Η δική του «Ειρήνη» ξεκινά σαν μια ξέφρενη κωμωδία, με τραγούδια, απρόσμενες εικόνες και σύγχρονες αναφορές, σταδιακά όμως αποκτά μια πιο μελαγχολική πλευρά. Η επιστροφή της Τρυγαίας στη Γη περνά μέσα από τον κόσμο των νεκρών. Εκεί η παράσταση θυμάται όσους χάθηκαν και υπενθυμίζει ότι μετά από κάθε πόλεμο υπάρχουν άνθρωποι που δεν επιστρέφουν ποτέ. Σε μία από τις πιο συγκινητικές στιγμές ακούγεται και η φωνή του Βασίλη Παπαβασιλείου, ενταγμένη σε έναν κόσμο όπου οι απόντες εξακολουθούν να βρίσκονται δίπλα στους ζωντανούς.

Σημαντικό μέρος της παράστασης είναι φυσικά η μουσική. Τα τραγούδια του Φοίβου Δεληβοριά σχολιάζουν τα γεγονότα, δίνουν ρυθμό και συνδέουν το αρχαίο έργο με τη σημερινή εποχή. Στη σκηνή συναντάμε ακόμη την Έμιλυ Κολιανδρή ως Αθηνά, τον Θανάση Αλευρά σε διαφορετικούς ρόλους, τον Πάνο Παπαδόπουλο, τη Βάσω Καβαλιεράτου, τον Γιλμάζ Χουσμέν, ενώ τη μορφή της Ειρήνης ενσαρκώνει η Ζέτα Μακρυπούλια. Τα σκηνικά της Εύας Μανιδάκη και τα κοστούμια του Άγγελου Μέντη δημιουργούν έναν πολύχρωμο κόσμο που κινείται κάπου ανάμεσα στο παραμύθι, το λαϊκό πανηγύρι και ένα τοπίο που έχει μόλις επιβιώσει από κάποια καταστροφή. Την ίδια στιγμή, οι χορογραφίες και η κίνηση δίνουν στην παράσταση έναν διαρκή παλμό.

«Θέλω να ξυπνήσω ένα πρωί και ο θάνατος να μην είναι το πρώτο πράγμα που σκέφτομαι. Να ξυπνήσω ένα πρωί και να μην ψάχνω εχθρό. Δεν θέλω να μετράω άλλο τις σφαίρες με τα πτώματα. Γι' αυτό σου λεώ, θέλω να χορέψω, θέλω να θυμηθώ και να ζήσω». 

Έρωτας, εξουσία και μια Πυθία AI

Τι μπορεί να κάνει μια ομάδα γυναικών όταν οι άνδρες επιμένουν να πολεμούν και μια ολόκληρη κοινωνία καταρρέει γύρω τους; Η απάντηση του Αριστοφάνη, γραμμένη πριν από αιώνες, παραμένει προκλητική ακόμη και σήμερα. Να πάρουν οι ίδιες την κατάσταση στα χέρια τους και να χρησιμοποιήσουν τον έρωτα ως όπλο για να σταματήσουν τον πόλεμο. Αυτή τη γνωστή ιστορία φέρνει ξανά στη σκηνή το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος με τη «Λυσιστράτη», σε σκηνοθεσία Αστέριου Πελτέκη και μετάφραση Κωνσταντίνου Μπούρα

Στον πυρήνα της ιστορίας βρίσκεται, φυσικά, η Λυσιστράτη. Η Αθήνα βρίσκεται εξαντλημένη από τον πόλεμο και οι άνδρες συνεχίζουν να πολεμούν, αφήνοντας πίσω σπίτια, οικογένειες και μια κοινωνία που μοιάζει να έχει χάσει την ισορροπία της. Η Λυσιστράτη αποφασίζει πως έχει έρθει η ώρα οι γυναίκες να δράσουν. Ενώνει Αθηναίες, Σπαρτιάτισσες και γυναίκες από άλλες πόλεις και προτείνει το σχέδιο που έχει κάνει το έργο διάσημο. Καμία ερωτική επαφή μέχρι να σταματήσει ο πόλεμος. Ο Αστέριος Πελτέκης αντιμετωπίζει την κωμωδία μέσα από την έννοια της «εντροπίας». Μια κοινωνία που σταδιακά χάνει τη συνοχή της και οδηγείται στην αποσύνθεση. Ο πόλεμος εδώ έχει πάψει να υπηρετεί κάποιον πραγματικό σκοπό. Συνεχίζεται σχεδόν από συνήθεια, την ώρα που οι άνθρωποι γύρω του πληρώνουν το τίμημα. Μέσα σε αυτόν τον κόσμο, η Λυσιστράτη εμφανίζεται όχι μόνο ως κωμική ηρωίδα, αλλά ως μια γυναίκα που αρνείται να υπακούσει σε μια κατάσταση που θεωρεί παράλογη.

Η παράσταση μεταφέρει αυτή την ιδέα και στην εικόνα της. Το σκηνικό της Φρόσως Λύτρα αποφεύγει μια ρεαλιστική αναπαράσταση της αρχαίας Αθήνας και δημιουργεί έναν αφαιρετικό, κατεστραμμένο κόσμο. Ένας μεγάλος μεταλλικός δακτύλιος, ερειπωμένα λουτρά, ένα παράξενο δέντρο και ψυχροί φωτισμοί συνθέτουν το τοπίο μιας πόλης που έχει πληγωθεί από τη σύγκρουση. Την ίδια στιγμή, η παράσταση πατά γερά στο σήμερα. Σύγχρονες φράσεις, αγγλικές εκφράσεις, πολιτιστικές αναφορές και μια ψηφιακή «Πυθία AI» μπαίνουν στον κόσμο του Αριστοφάνη. Η ίδια η Λυσιστράτη διακηρύσσει «No money, no guns» και «Make love, not war», ενώ το αρχαίο κείμενο συναντά μια γλώσσα άμεση και αναγνωρίσιμη στο σημερινό κοινό.

Στον κεντρικό ρόλο βρίσκεται η Ελισάβετ Κωνσταντινίδου, δίνοντας στη Λυσιστράτη την αποφασιστικότητα μιας γυναίκας που θέλει να ανατρέψει τους κανόνες. Μαζί της βρίσκονται, μεταξύ άλλων, η Αλεξάνδρα Παλαιολόγου ως Κλεονίκη, η Σοφία Καλεμκερίδου ως Λαμπιτώ, η Κατερίνα Παπουτσάκη ως Μυρρίνη, ο Κρατερός Κατσούλης ως Κινησίας, ο Παναγιώτης Πετράκης ως Απόλλωνας, ο Γιάννης Χαρίσης ως Πρόβουλος και ο Κώστας Σαντάς στον ρόλο του Μάντη Αριστογέροντα. Πίσω από τα σεξουαλικά υπονοούμενα, τη σάτιρα και τις κωμικές συγκρούσεις, η «Λυσιστράτη» διατηρεί ένα ερώτημα που παραμένει επίκαιρο. Ποιος πληρώνει τελικά το κόστος ενός πολέμου και τι χρειάζεται για να σταματήσει; Ο Αριστοφάνης έδωσε στις γυναίκες το δικαίωμα να απαντήσουν με τον δικό τους τρόπο. Να αμφισβητήσουν την εξουσία, να αρνηθούν τους κανόνες των ανδρών και να διεκδικήσουν κάτι που μοιάζει αυτονόητο και την ίδια στιγμή παραμένει διαρκώς ζητούμενο, την ειρήνη.

Σκιαδαρέσες: Γιατί τα τραγούδια τους ακούγονται τόσο οικεία;

Στην κατάμεστη Τεχνόπολη, πολλές φορές ήταν δύσκολο να ξεχωρίσεις τις φωνές της Νίκης και της Όλγας Σκιαδαρέση από εκείνες του κόσμου. Στα γνωστά ρεφρέν, οι περισσότεροι τραγουδούσαν λέξη προς λέξη, γελούσαν με τις ατάκες τους και χόρευαν με κομμάτια που μιλούν για πράγματα που συνήθως μόνο ευχάριστα δεν είναι, για απογοητεύσεις, κολλήματα, απορρίψεις, ανασφάλειες και έρωτες που κάπου στράβωσαν. Κάπου εκεί βρίσκεται και η απάντηση στο γιατί τα τραγούδια τους ακούγονται τόσο οικεία. Η Νίκη και η Όλγα γράφουν σχεδόν όπως μιλούν. Δεν ψάχνουν μεγάλες λέξεις για να περιγράψουν μια στεναχώρια ούτε προσπαθούν να της δώσουν περισσότερο βάρος απ' όσο έχει. Μπορούν να πουν κάτι πολύ προσωπικό και, λίγο πριν η στιγμή γίνει υπερβολικά σοβαρή, να την ανατρέψουν με μια ατάκα. Όπως συμβαίνει στις παρέες, όταν κάτι που σε έχει πονέσει, καταλήγει έπειτα από λίγο, να γίνεται ιστορία που διηγείσαι γελώντας.

Αυτή η ισορροπία ανάμεσα στο συναίσθημα και το χιούμορ είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της γραφής τους. Η ανασφάλεια συναντά τον αυτοσαρκασμό, μια ερωτική αποτυχία μπορεί να γίνει ρεφρέν και η αμηχανία να μετατραπεί σε αστείο, όπως η μεγάλη τους επιτυχία «Ισόβια Μου**ρα». Οι ίδιες έχουν περιγράψει αυτή τη λογική ως «μπουνιά στο στομάχι και κλείσιμο ματιού», μια φράση που συνοψίζει αρκετά καλά τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν όσα γράφουν. Δεν μένουν μόνο στη στεναχώρια, αλλά βρίσκουν σχεδόν πάντα έναν τρόπο να την κοιτάξουν και από την αστεία της πλευρά.

Οι ιστορίες τους ξεκινούν συχνά από σχέσεις, friendzones, χωρισμούς, μικρές εμμονές, φόβους και ανασφάλειες. Πίσω από το «γκομενικό», όμως, υπάρχουν συναισθήματα πολύ πιο κοινά, όπως η ανάγκη να σε αποδεχτεί ο άλλος, ο φόβος της απόρριψης ή η δυσκολία να εκτεθείς, όπως το νέο τους κομμάτι «ΣΕΑ Αταλάντης». Γι’ αυτό και μια ιστορία που μπορεί να ξεκίνησε από κάτι απολύτως προσωπικό καταλήγει να βρίσκει χώρο στη ζωή πολύ περισσότερων ανθρώπων.

Αυτό γίνεται ακόμη πιο έντονο στις συναυλίες τους. Το κοινό δεν περιορίζεται στον ρόλο του θεατή. Συμμετέχει, τραγουδάει, χορεύει, γελάει και γνωρίζει ήδη τα ρεφρέν πριν ακουστεί η επόμενη νότα. Τραγούδια όπως η «Θάλασσα», ο «Σκουπιδότοπος» και «Το τραγούδι του Άρη», που κάποτε γράφτηκαν μέσα σε ένα δωμάτιο από δύο αδελφές με μια κιθάρα επιστρέφουν σήμερα στη σκηνή μέσα από χιλιάδες φωνές. Και αυτή ίσως είναι η πιο καθαρή απόδειξη ότι οι ιστορίες τους έχουν πάψει εδώ και καιρό να είναι μόνο δικές τους.

Το ίδιο ελεύθερα κινούνται και μουσικά. Οι επιρροές τους έρχονται από διαφορετικές κατευθύνσεις, από τους Beatles και τους Queen μέχρι τους Radiohead, τη Nina Simone, τη Regina Spektor και τον Stromae, χωρίς να οδηγούν σε ένα αυστηρά καθορισμένο είδος. Οι κιθάρες παραμένουν βασικό στοιχείο, οι μελωδίες είναι άμεσες και οι δύο φωνές συναντιούνται με τρόπο που συχνά κάνει τη μία να μοιάζει φυσική συνέχεια της άλλης. Και τελικά αυτή η αίσθηση οικειότητας δεν προκύπτει επειδή οι Σκιαδαρέσες προσπαθούν να μιλήσουν για όλους. Προκύπτει μάλλον από το ακριβώς αντίθετο. Γράφουν με πολύ συγκεκριμένο τρόπο για όσα γνωρίζουν, με τη δική τους γλώσσα και το δικό τους χιούμορ, και αφήνουν τον καθένα να αναγνωρίσει μέσα σε αυτά κάτι από τον εαυτό του.

Στις ζωντανές εμφανίσεις, βέβαια, το τραγούδι είναι μόνο ένα κομμάτι της ιστορίας. Ανάμεσα στα κομμάτια υπάρχουν διάλογοι, αυτοσχεδιασμοί, αστεία και μικρές θεατρικές σκηνές. Η Νίκη και η Όλγα δεν αλλάζουν χαρακτήρα όταν τελειώνει ένα τραγούδι. Ο τρόπος που μιλούν, πειράζονται και αυτοσαρκάζονται είναι ουσιαστικά συνέχεια της ίδιας γλώσσας που υπάρχει και στους στίχους τους. Κάπως έτσι εξηγείται και γιατί τα τραγούδια τους ακούγονται τόσο οικεία. Δεν μοιάζουν να μιλούν από κάποια απόσταση για όσα μας συμβαίνουν. Μοιάζουν να βρίσκονται ήδη μέσα στην κουβέντα. Εκεί όπου μια στεναχώρια μπορεί μέσα σε λίγα λεπτά να γίνει αστείο, μια αμήχανη στιγμή να μετατραπεί σε ιστορία και ένας αποτυχημένος έρωτας να καταλήξει σε ρεφρέν που τραγουδούν μαζί χιλιάδες άνθρωποι.

Ελισάβετ ΚωνσταντινίδουΝίκος ΚαραθάνοςΕπίδαυροςΦοίβος ΔεληβοριάςΖέτα ΜακρυπούλιαΤεχνόπολη Δήμου Αθηναίων