Πολιτισμός|24.03.2020 13:42

Manu Dibango: Πέθανε στα 86 του από κορονοϊό ο θρυλικός σαξοφωνίστας

Newsroom

«Πέθανε τα ξημερώματα σε ξενοδοχείο της περιοχής του Παρισιού» ανέφερε χαρακτηριστικά για τον θάνατο του διάσημου σαξοφωνίστα Manu Dibango ο εκπρόσωπός του, Τιερί Ντουρεπέρ. Εδώ και μέρες γαλλικά MME είχαν αναφέρει πως ο μουσικός νοσηλευόταν σε σοβαρή κατάσταση στο νοσοκομείο, λόγω κορονοϊού. Ο Manu Dibango, ήταν ένας πολίτης του κόσμου, ένας καλλιτέχνης που κατάφερε να συνδυάσει αφρικάνικους, αμερικάνικους, ευρωπαϊκούς, ακόμα και techno ήχους.

Ο Dibango γεννήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου του 1933 στην Ντουάλα του Καμερούν και είχε καταφέρει να αναπτύξει ένα μουσικό στιλ που συνδυάζει τζαζ, funk και παραδοσιακή μουσική του Καμερούν.  

Ο πατέρας του, Michel Manfred N'Djoké Dibango, ήταν δημόσιος υπάλληλος και μέλος της εθνότητας των Yabassi. Η μητέρα του όμως ήταν της εθνότητας των Duala, σχεδιάστρια μόδας, με τη δική της μικρή επιχείρηση. 

Ο Manu Dibango - με καριέρα που απλώθηκε σε 60 χρόνια μουσικής προσφοράς στη μουσική - είχε αποκτήσει μια ιδιαίτερη σχέση με το ελληνικό κοινό και είχε εμφανιστεί πολλές φορές στο Gazarte (περίπου δέκα συναυλίες τα τελευταία 10 χρόνια).

Ξεκίνησε την καριέρα του με την παγκόσμια επιτυχία «Soul Makossa» (1973) που άλλαξε μια για πάντα τις χορευτικές φιγούρες στις ντίσκο της Δύσης. Ένας ρυθμός που επηρέασε τη σύγχρονη ποπ μουσική, από τον Michael Jackson στο «Wanna Be Startin’ Somethin'», μέχρι την Rihanna στο «Don’t Stop the Music».

Σύμφωνα με το africanews.com η κηδεία του γνωστού σαξοφωνίστα από το Καμερούν θα γίνει σε αυστηρά ιδιωτική τελετή.

Λίγα λόγια για τη ζωή του Manu Dibango

Έχει συνεργαστεί με τους πάντες, από τον Φέλα Κούτι μέχρι τον Χέρμπι Χάνκοκ. Στη σκηνή ήταν πάντα χαμογελαστός και πάντα περιστοιχισμένος από μουσικούς που αισθάνονται το ίδιο άνετα με τη τζαζ όσο και με την Αφρικάνικη παράδοση. 

Γεννημένος στις 12 Δεκεμβρίου του 1933 στην Ντουάλα του Καμερούν, πήρε τα πρώτα του μουσικά ακούσματα στην εκκλησία των προτεσταντών, όπου η μητέρα του ήταν υπεύθυνη της χορωδίας. Στα 15 του οι γονείς του τον έστειλαν σχολείο στην Γαλλία. Στα 17 του άρχισε πιάνο και μερικά χρόνια μετά σαξόφωνο. Τον είχε κερδίσει το ρεύμα της τζαζ που μεταπολεμικά έφτασε στην Ευρώπη μέσα από μουσικούς, όπως ο Ντιουκ Έλινγκτον και ο Λούις Άρμστρονγκ. Έχοντας γρήγορη εξέλιξη ως μουσικός έγινε μέλος ενός τζαζ γκρουπ με αρχηγό τον καταξιωμένο τότε συνθέτη και κιθαρίστα Francis Bebey που σύντομα τους έκανε γνωστούς στη τζαζ κοινότητα του Παρισιού.

Το ‘56 μετακόμισε στις Βρυξέλες. Εκεί όχι μόνο έμαθε να παίζει βιμπράφωνο, αλλά διεύρυνε και το μουσικό του λεξιλόγιο, ώστε να περιλαμβάνει και Δυτικοαφρικανικές φόρμες- και κυρίως το «μακόσα», τον ήχο της πατρίδας του. Άρχισε να θέλει να αναδείξει μέσα από την τζαζ και το φανκ την παράδοση της Αφρικής. Το 1960 συμμετείχε σε τουρνέ στην Ευρώπη με τους African Jazz μια μπάντα που ηγείτο ο συμπατριώτης του Joseph Kabasale που επίσης είχε τις ίδιες μουσικές ανησυχίες και ο οποίος τον «παρέσυρε» για ένα διάστημα πίσω στην Αφρική (στο Κονγκό ως το 1963 και στο Καμερούν αργότερα).

Η γνωριμία τους και η συνεργασία τους αντανακλούσε και ένα γενικότερο κλίμα της εποχής, με πολλές αφρικανικές χώρες να ξυπνούν και να διεκδικούν μια ταυτότητα μετά από 500 χρόνια δουλείας και άγριας αποικιοκρατίας. Η μουσική (και οι μουσικοί) ήταν από τα πρώτα πολιτιστικά αγαθά που θα έφταναν στην Ευρώπη και θα εμπλούτιζαν την, ανερχόμενη τότε, σόουλ με νέες φωνές και νέους ήχους.

ΚορονοϊόςΚαμερούνManu Dibango