Η «Μουριά» των Εξαρχείων: Να μη χαθεί το υπεραιωνόβιο καφενείο της πόλης!
Χριστίνα Τσαμουρά«Η Μουριά είναι καφενείο. Η Μουριά είναι και ιατρείο και δικηγορικό γραφείο, αμφιθέατρο και νηπιαγωγείο. Είναι τα γράμματα και οι τέχνες μας. Η Μουριά που αφήνεις τα κλειδιά. Η γειτονιά. Η πρώτη καλημέρα». Τα τελευταία 24ωρα μια σειρά από αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης καλούν για συλλογή υπογραφών σε ένα κείμενο με τίτλο «Η ιστορία δεν αλλάζει χρήση – 111 χρόνια Μουριά» και στόχο τη συμπαράσταση στο αίτημα του Χρήστου Βάνα. Εκείνο που ζητάει ο σημερινός ιδιοκτήτης, έβδομος κατά σειρά και επί 45 χρόνια στο τιμόνι του ιστορικού καφενείου, είναι να κηρυχθεί ο χώρος νεότερο μνημείο σύγχρονης πολιτιστικής κληρονομιάς από την αρμόδια υπηρεσία του υπουργείου Πολιτισμού, ώστε να προστατευθεί η λειτουργία του και να αποτραπεί οποιαδήποτε αλλαγή της χρήσης του. Περί τα 5.000 άτομα έχουν ήδη υπογράψει το διαδικτυακό κάλεσμα για την προστασία της «Μουριάς» (σχετικός σύνδεσμος εδώ), όμως δεν είναι λίγοι κι εκείνοι που βάζουν δια ζώσης την υπογραφή τους περνώντας από το καφενείο. Η κοινοβουλευτική ομάδα του ΚΚΕ κατέθεσε μάλιστα και τη σχετική αναφορά στο προεδρείο της Βουλής για τους υπουργούς Πολιτισμού και Εσωτερικών.
Μωσαϊκό, σιδερένια σκάλα και μαρμάρινα τραπέζια απ’ το Παλιακό
Το ethnos.gr βρέθηκε στα Εξάρχεια, γωνία Καλλιδρομίου και Χαριλάου Τρικούπη, εκεί που το 1915 άρχισαν όλα: από μια παράγκα με την αυλή της και τη βαθύσκιωτη μουριά της, όπου η προπολεμική Αθήνα σταματούσε για καφέ. Η μουριά εκείνη χάρισε στο καφενείο το όνομά του. «Να εδώ είναι η πρώτη άδεια από τότε» λέει ο Χρήστος Βάνας δείχνοντας το κορνιζαρισμένο έγγραφο που κρέμεται από την κατακίτρινη κεντρική κολώνα. Το '62 χτίστηκε η πολυκατοικία, που στεγάζει μέχρι σήμερα τον καφενέ, και αρχές της δεκαετίας του ’80, το ανέλαβε ο κύριος Χρήστος, εσωτερικός μετανάστης απ’ τα Τζουμέρκα, που το κρατάει ως τις μέρες μας με τη γυναίκα και την κόρη του.
Το βλέμμα αρχικά δεν ξέρει πού να σταθεί, γι' αυτό και αγκαλιάζει ολόκληρο το γοητευτικά ανεπιτήδευτο μικροσύμπαν της Μουριάς: τη χαρακτηριστική πράσινη τζαμαρία που λούζει τη σάλα στο φως, το παλιό μωσαϊκό, τη φιδογυριστή σιδερένια σκάλα που οδηγεί στο πατάρι, τους πίνακες και τα δεκάδες κάδρα που σκαρφαλώνουν στους τοίχους ως το ταβάνι, τις πολύχρωμες ξύλινες καρέκλες γύρω από τα παραδοσιακά μαρμάρινα τραπέζια. Όλα εδώ έχουν βρει τη θέση τους στον χώρο και τον χρόνο μαρτυρώντας ένα καφενείο που μοιάζει να φτιάχτηκε από συλλογικές και ατομικές ιστορίες. «Τα μαρμάρινα τραπέζια, που λες, είναι από το Παλιακό, τα πήρα απ’ τον Γιάννη Φελέκη», θυμάται ο κύριος Χρήστος καθώς ετοιμάζει τον καφέ, και μια ολόκληρη εποχή των Εξαρχείων στα τέλη της δεκαετίας του ’80 ζωντανεύει στο άκουσμα του ονόματος του αειθαλούς αγωνιστή και του θρυλικού του μπαρ στην Ερεσσού.
Καφενείο με όλη τη σημασία της λέξης
Στα τραπεζάκια της Μουριάς διασταυρώθηκαν και συνεχίζουν να ανταμώνουν διαφορετικές γενιές και «φυλές» Εξαρχειωτών, αλλά και φίλων της κάποτε πιο εναλλακτικής και πιο πολιτικοποιημένης αθηναϊκής γειτονιάς, που κρατά ακόμη κάτι από τον αλλιώτικο αέρα της. Μακριά από τη σύγχρονη λογική των καφέ-τράνζιτο για περαστικούς που ποτέ δεν θα ξαναβρεθούν, η Μουριά διατηρεί ατόφια την ουσία του αστικού, λαϊκού καφενείου: ενός χώρου καθημερινής κοινωνικότητας και ουσιαστικής συναναστροφής, όπου οι άνθρωποι γνωρίζονται με το όνομά τους. Όντας στις παρυφές της περίφημης Λαϊκής της Καλλιδρομίου, η Μουριά τα Σάββατα έχει τις πιο μεγάλες της πιένες: κόσμος καταφτάνει μαζικά μετά τα ψώνια του, καθώς μια στάση για κρύα μπίρα ή ένα τσιπουράκι με τον κλασικό μεζέ είναι πλέον «θεσμός». «Έρχονται όλοι φορτωμένοι με τις σακούλες τους, γεμίζει το μαγαζί. Ε, καμιά φορά πίνουν και κανά ποτηράκι παραπάνω, σηκώνονται να φύγουν, παραπατάνε λίγο, τους πέφτουν κι οι ντομάτες και αρχίζουν να κατρακυλάνε» περιγράφει γελώντας ο Χρήστος Βάνας.
Ένας «χειροποίητος» χώρος
Κοιτάζω τον απέναντι τοίχο που κοσμεί μια σειρά από καφέ χαρτόνια. Κάποιος από τους τακτικούς πελάτες έχει φιλοτεχνήσει τα πρόσωπα σταθερών θαμώνων βασισμένος σε φωτογραφίες τους. «Να βλέπεις αριστερά είναι ο Μήτσος ο Παπαχρήστου, ο άλλος πιο κει είναι ο φίλος σου, ο Λευτέρης, ο Δάσκαλος είναι ζωγράφος…» αναλαμβάνει να με ξεναγήσει στις προσωπογραφίες και μετά να μου δείξει τον Παπαδιαμάντη του Γιάννη Καλαϊτζή και το σκίτσο του Στάθη για τη Μουριά παραπέρα. «Για δες και πάνω». Από το ταβάνι κρέμεται ο διάσημος πια άγγελος από λαμαρίνα, η άτυπη μασκότ της Μουριάς. Κι αυτός έργο θαμώνα, εραστή της γλυπτικής. «Τον κρεμάσαμε εδώ πριν από μια δεκαετία γιατί δεν χωρούσε στο εργαστήριό του. Όταν τον πρωτοέβαλα, περνούσαν οι γιαγιάδες απ’ έξω και σταυροκοπιόντουσαν», λέει γελώντας ο κ. Χρήστος. Τελικά αυτός ο χώρος είναι μόνο αυθεντικός, είναι πραγματικά «χειροποίητος». Διαμορφώνεται μέσα στον χρόνο από τους ίδιους τους ανθρώπους που φιλοξενεί.
«Είναι το στέκι της γειτονιάς μας»
Όση ώρα μιλάμε, καθισμένος στη γωνιά έτερος θαμώνας που δείχνει εμφανώς εξοικειωμένος με τον χώρο αποδελτιώνει σχολαστικά αποκόμματα από έναν πάκο εφημερίδες και περιοδικά που έχει απλωμένα τριγύρω του. Είναι ο Γιάννης Παπαϊωάννου, πιστός θαμώνας της Μουριάς, που βάλθηκε να συλλέξει τα αμέτρητα μέσα στα χρόνια ελληνικά και ξένα έντυπα δημοσιεύματα για το υπεραιωνόβιο καφενείο. «Έχω μαζέψει διάφορα, μου αρέσουν κάτι τέτοια. Ό,τι κυκλοφορούσε, μου το έδινε ο Χρήστος και το έβγαζα φωτοτυπία» σχολιάζει ο κ. Παπαϊωάννου, που θέλει να φτιάξει ένα όσο το δυνατόν πληρέστερο αρχείο για να γίνει βιβλίο, κάτι σαν το Λεύκωμα της Μουριάς. Συνταξιούχος της ΔΕΗ και Εξαρχειώτης, έχει πολλούς λόγους που δεν θέλει να κλείσει το καφενείο του, αλλά πρωτίστως γιατί είναι ο καθημερινός χώρος που θα βρει τους δικούς του: «Συναντιόμαστε όλη η παρέα, είναι το στέκι της γειτονιάς μας. Εδώ συχνάζει ένας ολόκληρος κύκλος ανθρώπων, μια περνάει ο ένας, μια ο άλλος, και ξέρεις σίγουρα ότι πάντα κάποιους φίλους θα τους βρεις».
«Για μένα η Μουριά είναι το δεύτερό μου σπίτι»
Καθημερινός θαμώνας της Μουριάς και ο Ανδρέας Στάικος, συγγραφέας και θεατράνθρωπος, έχει στο μεταξύ ήδη καθίσει στο τραπέζι του. Τον ρωτώ αν είναι ενημερωμένος για την προσπάθεια να προστατευθεί η Μουριά –φυσικά και είναι. Αναρωτιέμαι τι σημαίνει για εκείνον το καφενείο αυτό. «Εκτός από το πραγματικό σπίτι μας, όλοι μας έχουμε ανάγκη και από ένα δεύτερο σπίτι» μου απαντά. «Για μένα αυτό πραγματικά είναι η Μουριά. Περνάω αρκετές ώρες εδώ. Διαβάζω καθημερινά την εφημερίδα μου πίνοντας τον πρωινό καφέ και σχεδιάζω την υπόλοιπη ημέρα μου. Ως θεατρικός συγγραφέας, μάλιστα, έχω γράψει μεγάλο μέρος των τελευταίων έργων μου στη Μουριά. Αισθάνομαι μία οικειότητα, μία θαλπωρή, κάτι πολύ σπάνιο πια για τις απρόσωπες καφετέριες της Αθήνας. Νομίζω ότι είναι επιτακτική ανάγκη να διασωθεί», καταλήγει χωρίς δεύτερη σκέψη.
- Μπορεί να επιβιώσει ένας πρωθυπουργός στη Βρετανία; Πώς η χώρα έγινε «άγονο έδαφος» για πολιτική σταθερότητα
- Ζήτησαν από πλήρωμα του ΕΚΑΒ που μετέφερε καρκινοπαθή να πληρώσει ακτοπλοϊκό εισιτήριο
- Καταγγελία ότι αρνήθηκαν να εξετάσουν στα Επείγοντα τον απεργό πείνας Αριστοτέλη Χαντζή
- Σαν ταινία του Χόλιγουντ: Η στιγμή που τουρίστες τρέχουν να γλιτώσουν από έκρηξη ηφαιστείου